Το κείμενο
Ο Ιρλανδός Όσκαρ Ουάιλντ, από τις πλέον σημαντικές συγγραφικές φωνές της μετα-βικτωριανής Αγγλίας, είναι γνωστός για την οξεία κριτική του για την υποκρισία, την ασυδοσία και τον ψευδο-πουριτανισμό των Άγγλων ευγενών. Κοινωνικό τέκνο της τάξης αυτής, την οποία τόσο δριμεία επέκρινε, υπήρξε και ο ίδιος, γεγονός που δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια στο πρόσωπό του. Απόρροια της δυσαρέσκειας αυτής ήταν οι μετέπειτα δικαστικές του περιπέτειες, οι οποίες κατέληξαν στην απαξίωση, την προσωπική και επαγγελματική του καταρράκωση έως τέλος, την στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας.
«Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», γραμμένο το 1890, αποτελεί ένα κείμενο-αιχμή. Ο ήρωάς του, σαν ένας σύγχρονος Φάουστ, επιθυμεί και επιτυγχάνει την αιώνια νεότητα. Φαίνεται όμως ότι αναστέλλοντας την διαδικασία της γήρανσης, ο ήρωας μετατρέπεται σε έναν σκληρό και ανήλεο άνθρωπο, ο οποίος απαξιώνει τους συνανθρώπους τους χωρίς να έχει ίχνος σεβασμού, στοργής ή αγάπης απέναντι σε οποιονδήποτε.
Το έργο
Ο Κιπ Ουίλιαμς προχώρησε, στα τέλη του 2020 και εν μέσω καραντίνας λόγω της πανδημίας του covid-19, σε μια θεατρική διασκευή της ομώνυμης νουβέλας του Ουάιλντ. Ο συγγραφέας αποτύπωσε στο θεατρικό του έργο τις παθογένειες της σύγχρονης κοινωνίας, υπογραμμίζοντας τον ναρκισσισμό των ανθρώπων του εικοστού-πρώτου αιώνα. Στο έργο του Ουίλιαμς, η έντονα ναρκισσιστική αυτή διάθεση του ήρωα δεν προκύπτει από ένα υπέροχο πορτραίτο του, αλλά από την ίδια την επιστήμη. Έτσι, ο συγγραφέας υπογραμμίζει το ρόλο, αλλά και την ευθύνη της σύγχρονης επιστήμης, τόσο στον τομέα της ιατρικής και της κοσμετολογίας, όσο και στον τομέα της τεχνολογίας.
Αφενός, μέσα από το έργο αναδεικνύονται οι εγωπαθείς συμπεριφορές των ανθρώπων, οι οποίοι πλέον αποζητούν απεγνωσμένα την αιώνια νεότητα, μέσα από χειρουργικές και αισθητικές επεμβάσεις ή ανάλογα προϊόντα ομορφιάς. Αφετέρου, δίνεται έμφαση στην ναρκισσιστική τους διάθεση, η οποία τους οδηγεί στην διαρκή καταγραφή της εικόνας τους, όπως αυτή αποτυπώνεται σε ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ως αποτέλεσμα, ο συγγραφέας σχολιάζει την ανθρώπινη εγωπάθεια, η οποία στοχεύει τόσο στη μόνιμη διατήρηση της ομορφιάς και νεότητας, όσο και στην αποτύπωση αλλά και διάχυση αυτής της εικόνας.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η πρόθεση του συγγραφέα γίνεται ακόμα πιο σαφής από το γεγονός ότι στο έργο εμφανίζονται είκοσι-έξι πρόσωπα, όλα ερμηνευμένα από μία ηθοποιό, πολλά από τα οποία εμφανίζονται μέσω βιντεοπροβολών, δίνοντας έμφαση στο ρόλο της εικόνας του ατόμου στο δημόσιο βίο. Ενδιαφέρον είναι ότι ο Ουίλιαμς έγραψε το έργο για γυναίκα ηθοποιό, τονίζοντας τη σύνδεση της έμφυλης ταυτότητας με την ματαιοδοξία του φαίνεσθαι. Παράλληλα, η ηρωίδα του Ουίλιαμς καλείται να ερμηνεύσει τόσο γυναικείους, όσο και ανδρικούς χαρακτήρες, σχολιάζοντας τον διεμφυλικό ναρκισσισμό, ο οποίος ξεπερνάει το φύλο, την ηλικία, ακόμα και την κοινωνική τάξη.

Η σκηνοθεσία
Ο Δημήτρης Αγιοπετρίτης-Μπογδάνος αξιοποίησε το κείμενο του Ουίλιαμς, παραδίδοντας μια παράσταση ενδιαφέρουσα, με παλμό και εύρυθμη. Ανέδειξε την σημερινή περιρρέουσα ατμόσφαιρα που καταπνίγει τον σεβασμό, τον οίκτο και την αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, αναδεικνύοντας τη μάστιγα της σημερινής εποχής, που είναι το ανελέητο κυνήγι της νεότητας και της ομορφιάς, και η εικόνα τους. Με μαεστρία ωστόσο ο σκηνοθέτης κατέδειξε ότι οι παθογένειες αυτές υπάρχουν διαχρονικά, με ειδοποιό διαφορά ότι σήμερα είναι δυνατόν και να επιτευχθούν.
Εκκινώντας ήδη με την είσοδο των ηθοποιών στο θέατρο, ο Δ. Αγιοπετρίτης-Μπογδάνος κατέστησε σαφή την σκηνοθετική του πρόθεση, τοποθετώντας στη σκηνή μια μορφή, η οποία έτρωγε ένα καρότο. Μόλις τελείωσε το καρότο, η παράσταση ξεκίνησε, κάνοντας τον θεατή να αναλογιστεί, εάν οι σημερινοί άνθρωποι απλώς τραγανίζουν τον, επί γης, χρόνο τους αντί να τον αξιοποιούν.
Με εξαίρεση τα πρώτα λεπτά, τα οποία κύλησαν περισσότερο διαδικαστικά, η παράσταση είχε χρώμα, εναλλαγές σκηνικής και εικονικής αποτύπωσης, μουσική, κίνηση. Οι πολλές βιντεοπροβολές, αλλά και η βιντεοσκόπηση μεγάλων τμημάτων της παράστασης σκόπευαν στην δημιουργία της εικονικής αποτύπωσης της πραγματικότητας, τη στιγμή που η αληθινή ζωή λάμβανε χώρα μπροστά στα μάτια των θεατών. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης έπαιξε με την αίσθηση της «κλειδαρότρυπας», αφού το κοινό, αναπόφευκτα, κρυφοκοίταζε τα τεκταινόμενα στα παρασκήνια, στο άβατο δηλαδή ενός θεάτρου.
Η ηθοποιός
Η Νάντια Κοντογεώργη αποτέλεσε την απόλυτη περφόρμερ. Με μοναδική δεινότητα, η ηθοποιός ερμήνευσε είκοσι-έξι διαφορετικούς ρόλους (ανδρικούς και γυναικείους), χόρεψε, τραγούδησε (μοναδικά!), δείχνοντας ότι κυριαρχεί με άνεση και ικανότητα στη σκηνή. Η ερμηνεία της ήταν μεστή, φέρνοντας εις πέρας έναν αληθινό υποκριτικό άθλο.

Οι συντελεστές
Πολύ καλή η μετάφραση της Τζούλιας Διαμαντοπούλου, η οποία απέδωσε το κείμενο με σαφήνεια και χωρίς αστοχίες. Καταπληκτικό το Video Art του Παντελή Μάκκα, ο οποίος απέδειξε, για ακόμα μια φορά, ότι γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη του. Ο Π. Μάκκας έφερε σε διάλογο την εικονική με τη σκηνική αναπαράσταση κάνοντας την παράσταση ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Πολύτιμος αρωγός της σκηνοθεσίας ήταν οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη, οι οποίοι δημιούργησαν, υπογράμμισαν και πλαισίωσαν την δράση και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων. Πολύ καλά επιμελημένη και σχεδιασμένη η κινησιολογία της ηθοποιού από την Αγγελική Τρομπούκη. Ευφάνταστα και λειτουργικά τα κοστούμια της Εβελίνας Δαρζέντα, τα οποία αποτύπωσαν τον δέκατο-ένατο αιώνα, διατηρώντας παράλληλα ένα διεμφυλικό χαρακτήρα και δείχνοντας ότι τα ρούχα, όπως και οι συμπεριφορές, διατρέχουν τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας όπως και τις εποχές. Εξίσου εποχής και η σκηνογραφία της Μαριάνθης Ράδου, η οποία απέδωσε σκηνικά την εποχή του Ό. Ουάιλντ, ενώ παράλληλα υπηρέτησε τους σκηνοθετικούς σκοπούς της παράστασης με απόλυτη λειτουργικότητα. Τέλος, ειδική αναφορά χρειάζεται στη ζωντανή κινηματογράφηση του Δημήτρη Παπαδόπουλου.
Εν κατακλείδι
Ο Δημήτρης Αγιοπετρίτης Μπογδάνος δημιούργησε με απόλυτη επιτυχία μια παράσταση η οποία παλλόταν σαν ζωντανό κύτταρο, αιχμαλωτίζοντας τη ματιά, αλλά και το ενδιαφέρον του κοινού, σχολιάζοντας παράλληλα την σύγχρονη κοινωνία και το μάταιο κυνήγι της νεότητας, το οποίο, εν τέλει, διαβρώνει τους ανθρώπους μετατρέποντάς τους σε ναρκισσιστικά και απάνθρωπα όντα.
Photo Credits: Elina Giounanli
Διαβάστε επίσης:
«Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», με τη Νάντια Κοντογεώργη στο Θέατρο Πορεία