Αν έχει δίκιο ο Κούντερα, όταν επισημαίνει πως μετά τον Μπαλζάκ τα μυθιστορήματα μπαίνουν σ’ ένα χρονολογημένο, εντελώς ιστορικό χρόνο, τότε βιβλία όπως το «Μαύρο Αίμα» του Λουί Γκιγιού αποκτούν διπλή σημασία σε μια εποχή που η Ιστορία μοιάζει να έχει εκτοπίσει κάθε άλλη κοσμοθεωρία. Ο βρετόνος συγγραφέας από το μακρινό 1935 συνέταξε ένα έπος χωρίς ήρωες, ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα χωρίς τον πόλεμο, ένα λίβελο για τη Μεγάλη Ιστορία χωρίς την Ιστορία. Το «Μαύρο Αίμα» είναι ένα πυκνό υφαντό από σκηνές και χαρακτήρες, στο περιθώριο κοσμοϊστορικών γεγονότων. Ο πόλεμος που διαβρέχει τις σελίδες του δεν είναι πουθενά σε πρώτο πλάνο, η φρίκη και το άγος του Μεγάλου Πολέμου εξαλείφονται από τον μυθιστορηματικό καμβά και η καθημερινότητα μιας γαλλικής επαρχιακής πόλης που δεν κατονομάζεται, αλλά υπονοείται η Σαιν-Μπριέ, συνεχίζει να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων, λες και τίποτε δεν έχει κόψει το ευλογημένο νήμα της ειρήνης.
Ο Γκιγιού σε καμία στιγμή δεν ολισθαίνει στο μελοδραματισμό και στην αναπαράσταση του ολέθρου. Ταλαντεύεται αριστοτεχνικά ανάμεσα στο χιούμορ και στην λεπτή ειρωνεία, με πρωταγωνιστές αδιανόητους όπως ο Μερλίν ή Κρίκαλος, ο σκοτεινός Ναμπυσέ, η Μάγια, ο βουλευτής Φωρέλ, o καθηγητής Μπαμπινό με την αλλόκοτη εκφορά του λόγου, τόσο εύστοχα αποτυπωμένη στη μετάφραση αλλά και ο καλοκάγαθος Μόκα , ο γοητευτικός Καμίνσκυ και η όψιμα ερωτοχτυπημένη μαντάμ ντε Βιλαπλάν. Όλοι τους είναι θύματα της ειρωνείας του ίδιου του δημιουργού ο οποίος εκβιάζει το πεπρωμένο τους, βγάζοντας στη φόρα τα πάθη και τα βαθύτερα συναισθήματά τους. Στις πράξεις των χαρακτήρων του «Μαύρου Αίματος» δεν υπάρχει καμία αιτιώδης συνάφεια. Υπάρχει αντίθετα το άλογο και το ανεξήγητο, με κορυφαίο το παράδειγμα της αυτοκτονίας του Κρίκαλου, το παρωνύμιο του οποίου σχηματίζεται από το εμβληματικό έργο του Καντ, Κριτική του Καθαρού Λόγου, ως φόρος τιμής στην φιλοσοφία – η συγγραφική γενιά του Γκιγιού θεωρούσε ακόμα τη φιλοσοφία αναγκαίο συστατικό της μεγάλης αφήγησης. Η επικείμενη μονομαχία Κρίκαλου και Ναμπυσέ, παραπέμπει περισσότερο σε μια συμβολική διαμάχη ιδεών και λιγότερο σε φυσική μονομαχία.
Πίσω από τον πολυμορφικό πρωταγωνιστή κρύβεται το πρότυπο του σωκρατικού δασκάλου των εφηβικών χρόνων του Γκιγιού, του Ζορζ Παλάντ. Μέσα σ’ όλα τα άλλα, τις κοινωνικές συμβάσεις, την υποκρισία, τις ανθρώπινες αδυναμίες, ο έρωτας, ως μυθιστορηματικό ζητούμενο, διασώζεται κυρίως σαν ανάμνηση, παραμένοντας σχεδόν πάντα ανεκπλήρωτο όνειρο, εξίσου ανεξερεύνητος και ασυντέλεστος. Τίποτα δεν ολοκληρώνεται άλλωστε, αφού κάπου στο βάθος μαίνεται ο πόλεμος σαν αβάσταχτη εκκρεμότητα.
Ο Γκιγιού γνωρίζει καλά πως η ζωή ενός και μόνο ανθρώπου δεν αρκεί για να έχει κανείς μια επαρκή θέα της καθολικότητας της ζωής. Δημιουργεί ατελείς υπάρξεις που όμως όταν αθροιστούν στο διάβα των σελίδων του βιβλίου, μας προσφέρουν μια ολοκληρωμένη ζωή. Δεν ξέρω αν το «Μαύρο Αίμα» είναι πράγματι ο μυθιστορηματικός αντίποδας του Σελίν στο «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας». Αν πράγματι είναι, αυτό συμβαίνει γιατί ηχεί σαν αντι-εμβατήριο μέσα στο χρόνο, σαν ηθικό δίδαγμα για όσους δεν πιστεύουν στα διδάγματα. Ο Γκιγιού καταφέρνει να οικοδομήσει ένα καθεδρικό επενδύοντας στην πολυφωνία και στην αντιστικτική αφήγηση. Ας θεωρήσουμε τα μισά και περισσότερα από τα επεισόδια αυτού του βιβλίου ως παρεκβάσεις στην βασική ιδέα που δεν είναι άλλη από την παραδοχή πως ακόμα και σε ένα παγκόσμιο, καθολικό πόλεμο, η ειρήνη κρατά για λογαριασμό της το μεγαλύτερο κομμάτι της καθημερινότητας. Χάρις σε αυτό το στοιχείο διατηρούμε πάντοτε μια τελευταία ελπίδα για τη σωτηρία του κόσμου. Άλλωστε ο χρόνος είναι κάτι σχετικό, μπορεί να είναι απλά μια μέρα, μια μέρα του Νοέμβρη του 1917, όπως είναι ο πραγματικός χρόνος στο Μαύρο Αίμα, ή οποιαδήποτε άλλη μέρα, όπως σε αρκετά από τα μυθιστορήματα του μεσοπολέμου. Κι αν νομίζετε πως δεν έχει κάποιος να διηγηθεί πολλά από μια μέρα, θα ήθελα να θυμίσω αυτό που επισημαίνει ο Καμύ δια στόματος Μερσώ στον Ξένο του. «Έστω και μια μέρα αν ζήσει κανείς, θα μπορούσε εύκολα να περάσει εκατό χρόνια μέσα στη φυλακή έχοντας τις αναμνήσεις από αυτή τη μέρα, για να μην πλήττει». Ο Αλμπέρ Καμύ έκανε ίσως και το πιο έξυπνο σχόλιο για τον επιστήθιο φίλο του: «Γκιγιού! Επιτέλους, κάποιος που γράφει όχι για να πει κάτι αλλά για να μην πει».
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η μετάφραση της Ευγενίας Γραμματικοπούλου ευρηματική, χειμαρρώδης, με γλώσσα εύστοχη και παραβατική σε βαθμό γενναιότητας αποδεικνύεται ένα ακόμα δέλεαρ για την ανάγνωση του βιβλίου. Το ενδελεχές επίμετρο συμβάλλει τόσο στη βαθύτερη κατανόηση του κειμένου όσο και στην καλύτερη γνώση των συμφραζομένων, πολιτικών και λογοτεχνικών, της μεσοπολεμικής εποχής. Οι εκδόσεις Οκτάνα επιμελήθηκαν με σεβασμό ένα βαρύ τίτλο των γαλλικών γραμμάτων.
Διαβάστε επίσης:
Λουί Γκιγιού – Το μαύρο αίμα: Ένα εμβληματικό αντιπολεμικό βιβλίο που μας μεταφέρει στο 1917