Ανέκαθεν ο άνθρωπος αναζητούσε τις εξηγήσεις σε ανεξήγητα φαινόμενα, σε περίεργες συμπτώσεις, σε δυσερμήνευτα γεγονότα που μπλέκουν το μεταφυσικό με το πραγματικό. Οι άνθρωποι διακατέχονται από έντονες ψυχικές αγωνίες και από πάμπολλα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον που παραμένει νεφελώδες. Έτσι, βιώνουν ένα ισχυρό σοκ και έναν πανικό από αυτήν την απότομη μετάβαση, δηλαδή από την θρησκεία και τις προκαταλήψεις στην επιστήμη και την νέα πραγματικότητα. Η ιστορία που συναντάμε εδώ ενέχει το μικρόβιο του φόβου, της αμφιβολίας, της αγωνίας και της ανησυχίας των ανθρώπων για τη ζωή μετά τη ζωή αφού πολλοί πιστεύουν πως ο θάνατος είναι μια νέα ζωή ή ακόμα περισσότερο πως η ζωή ξεκινά ουσιαστικά μετά τον θάνατο. Ο αινιγματικός συγγραφέας Ουόλτερ Ντε Λα Μέαρ πραγματεύεται με ιδιαίτερο τρόπο αυτό το μεταίχμιο μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, μεταξύ ανθρωπινότητας και φανταστικού έχοντας στο επίκεντρό του την θεία του Σίτον, ένα πλάσμα απόκοσμο όμοιο με την αράχνη της Νίκι ντε Σεντ Φαλ. 

Στα δίχτυα μιας αλλόκοτης και επικίνδυνης θείας που στοιχειώνει τις ζωές των ανθρώπων

Σπέρνει ήδη από νωρίς το μικρόβιο της αμφιβολίας για το τι θα συναντήσει ο Ουίδερς που επισκέπτεται το σπίτι του φίλου του Σίτον εκεί που θα συναντήσει την θεία του Σίτον, αυτή την γηραιά κυρία που μοιάζει να έχει βγει από αρχαίο μαντείο και από αρχαία ελληνική τραγωδία. Είναι μια μορφή αλλόκοτη, σχεδόν αποκρουστική, είναι σαν μια φωνή από τα έγκατα της γης, από τον Κάτω κόσμο, εκεί όπου κατοικούν ποικίλες μορφές πνευμάτων και παράξενων όντων σαν αυτά που μας παρουσιάζει ο Κινέζος Σονγκλινγκ και έπειτα ο Μπόρχες στα βιβλία τους Παράξενες ιστορίες από το κινέζικο σπουδαστήριο και Βιβλίο των φανταστικών όντων αντίστοιχα. Και όμως ο Ντε Λα Μέαρ δίνει φωνή και υπόσταση σε αυτή την γυναίκα, απευθύνεται στον Ουίδερς σαν να υπάρχει πραγματικά – υπάρχει τελικά ή δεν υπάρχει ιδού το ερώτημα – και αυτό είναι το πιο μυστηριώδες καθώς η δική της ύπαρξη αν και επικίνδυνη για τον Ουίδερς τελικά μάλλον δεν είναι. Ο ανιψιός όμως, ο ίδιος ο Σίτον κινδυνεύει και το παραδέχεται ενώπιον του φίλου του Ουίδερς, τον οποίο υποδέχεται. Είναι τελικά η εικόνα που έχει διαμορφώσει στη συνείδηση του Ουίδερς ο Σίτον πιο τρομακτική από αυτήν που είναι στην πραγματικότητα; Δεν αποκλείεται καθόλου, καθώς ο Σίτον προειδοποιεί τον φίλο του σε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάζεται.

Ο Ντε Λα Μέαρ, δεξιοτέχνης του λόγου και σκηνοθέτης της «παράστασης» που στήνει – το διήγημα έχει πολλά θεατρικά στοιχεία και μια έντονη θεατρικότητα – μας προϊδεάζει για το τι μέλλει να συμβεί χωρίς αυτό να είναι δεδομένο εξαρχής. Με λίγα λόγια, όπως ο Σεριντάν Λε Φανύ, ο Οράτιος Ουόλπολ και άλλοι εκπρόσωποι της γοτθικής λογοτεχνίας, στήνει το απόλυτο σκηνικό, ένα σκηνικό που μοιάζει με το σπίτι των Μεγάλων προσδοκιών του Ντίκενς, απροσδιόριστο, τυλιγμένο στο σκοτάδι, σχεδόν ακατοίκητο και στοιχειωμένο, ένα σπίτι όπου τα πνεύματα είναι πανίσχυρα και ο άνθρωπος μοιάζει λιλιπούτειος και τόσο ανίσχυρος μπροστά σε δαίμονες που κυριαρχούν. Τελικά η θεία του Σίτον τι σκοπούς έχει και τι σχέση έχει με τον ανιψιό της, έχει δίκιο που την φοβάται τόσο πολύ, τον επιβουλεύεται και θέλει το κακό του όπως ο ίδιος υποστηρίζει στον Ουίδερς; Ένα πέπλο μυστηρίου πλανάται και αιωρείται πάνω από τις ζωές τόσο του Ουίδερς όσο και του Σίτον του ίδιου, ένα αερικό ίπταται και σαν νέφος καλύπτει τον ουρανό τους, θα ρίξει καταιγίδα και θα τους καταπιεί όπως η Σκύλλα και η Χάρυβδη τους συντρόφους του Οδυσσέα; Αυτό που είναι εκπληκτικό είναι που δεν είμαστε βέβαιοι για τίποτα, ο αναγνώστης έχει βυθιστεί στον πάτο του βαρελιού και εκεί νιώθει όλα να συμβαίνουν σαν να αποτελεί ο ίδιος μέρος τους.

Η Ευαγγελία Κουλιζάκη, εξαιρετική μεταφράστρια και άριστη στο είδος στις ερμηνείες περί του φανταστικού και όχι μόνο, στην άρτια εισαγωγή της μας δίνει τα φώτα της για ακόμα μια φορά: «Η δεσποινίς Σίτον διαθέτει τα χαρακτηριστικά και την αποκρουστική μα εξίσου υπνωτιστική εμφάνιση μιας crone, που εκφράζεται και ως μία από τις πτυχές της Τριπλής Θεάς του Ρόμπερτ Γκρέιβς (Maiden, Mother, Crone), οι οποίες συμβολίζουν τις διαφορετικές φάσεις στον κύκλο ζωής της γυναίκας και συνακόλουθα τις φάσεις της Σελήνης». Με το πνεύμα, την ανησυχία, την αγωνία και την ευαισθησία της τότε εποχής, μιας εποχής πιο αυθεντικής, πιο ρομαντικής, πιο πηγαίας, ο Ντε Λα Μέαρ προσφέρει μια ιστορία που αποτελεί συνέχεια μιας παράδοσης που ξεκίνησε ουσιαστικά μέσα από αρχαίες παραδόσεις αλλά και λαϊκές δοξασίες και με το δικό του ξεχωριστό τρόπο δίνει λόγο σε κάθε είδους εικόνες μέσα από δικές του εμπειρίες ή περιηγήσεις στον κόσμο του άγνωστου. Το κακό κατά μία θεωρία βρίσκεται εκ γενετής μέσα στον άνθρωπο, κυριεύει την ψυχή του και προσπαθούμε να το καταπολεμήσουμε για να μην μας καταπιεί το ίδιο. Είναι μια μάχη άνιση, μια μάχη ενδελεχής, ένας αγώνας διαρκείας που ουδείς γνωρίζει την έκβασή του.

«Την περιεργάστηκα για ένα λεπτό, αθέατος. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση βαθιάς ονειροπόλησης κάτω απ’ τη σκιά ενός πλατύγυρου καπέλου. Ήταν χαρακωμένο από ρυτίδες, τσακισμένο και, με τρόπο που αδυνατώ να περιγράψω, μη αναστρέψιμα οικείο και κενό. Έβηξα, στράφηκε προς το μέρος μου ευθύς αμέσως μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και με ρώτησε πως είχα κοιμηθεί». Η εικόνα της θείας του Σίτον, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αμφισβήτηση της εικόνας μιας κυρίας σε προχωρημένη ηλικία, σαν ένα πνεύμα που έρχεται από μια άλλη σφαίρα και κινεί τα νήματα όπως εκείνη μόνο γνωρίζει. Μοιάζει με μια φιγούρα ζοφερή, όμως ο Ντε Λα Μέαρ παίζει με τον αναγνώστη του καθώς το «πλατύ χαμόγελο» είναι μια συνθήκη που δεν συνάδει απόλυτα με το υπόλοιπο της περιγραφής. Είναι άραγε ένα χαμόγελο ειρωνικό και σαρδόνιο, είναι χαιρέκακο και σκωπτικό, το χαμόγελο του νεκρού εξάλλου δεν απέχει και πολύ. Εν κατακλείδι, η σειρά Αστερισμοί από τις Εκδόσεις Στερέωμα δεν παύουν να μας εκπλήσσουν και όταν υπάρχουν άνθρωποι που επιμελούνται τόσο φροντισμένα τέτοια βιβλία, ο αναγνώστης δεν έχει τίποτε άλλο να κάνει παρά να βουτήξει στα νερά της ανάγνωσης δίχως σωσίβιο και δίχως καμία επιφύλαξη.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Το να τσαλαβουτά κανείς στο σκοτάδι και στη λάσπη για να εντοπίσει απλώς έναν τάφο είχε προφανώς ελάχιστη χρησιμότητα. Και πάλι όμως ένιωθα κάπως ταραγμένος. Η φρικτή μου σκέψη ήταν ότι ο τάφος του Σίτον υπήρχε ανέκαθεν στο μυαλό μου και ότι στο δικό μου μυαλό – στο μυαλό δηλαδή ενός από τους ελάχιστους φίλους του που εκτιμούσε –, στο δικό μου μυαλό ο Σίτον δεν υπήρξε στ’ αλήθεια ποτέ πουθενά αλλού πέραν τούτου του τάφου, ότι ήταν εξαρχής και παρέμεινε μέχρι τέλους «θαμμένος» εκεί».

Διαβάστε επίσης:

Ουόλτερ Ντε Λα Μέαρ – Η θεία του Σίτον: Ένα συναρπαστικό βιβλίο του εξωπραγματικού