Με αφορμή τη θεατρική επιτυχία “Festen” που έχει επιστέψει για δεύτερη συνεχή χρονιά στο Θέατρο Άλμα σε σκηνοθεσία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου ο ανερχόμενος ηθοποιός Νίκος Μήλιας μιλά για την συμμετοχή του σε μια παράσταση υψηλών απαιτήσεων ενώ παράλληλα εξηγεί τη δική του μέθοδο προσέγγισης των ρόλων με τους οποίους αναμετριέται κάθε φορά.
Συνέντευξη στην Άννα Αγρέβη
***
Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση “Festen” ένα Σάββατο βράδυ και ανυπομονώντας από πριν να δω πώς θα μεταμορφωθούν οι χώροι του θεάτρου σε μια ζωντανή οικογενειακή γιορτή με «καλεσμένους» τους ίδιους τους θεατές, διαπίστωσα γρήγορα ότι τελούν αξιοθαύμαστο έργο οι ηθοποιοί καθώς κινούνται χωρίς καμία δικλείδα ασφαλείας. Εκτίθενται αδιάκοπα στο επίμονο, συχνά αμήχανο βλέμμα του κοινού, σε μια συνθήκη όπου τίποτα δεν χαρίζεται και κάθε αντίδραση μετράει. Αναρωτιόμουν πόσο προετοιμασμένοι ήμασταν όλοι μας για αυτό που επρόκειτο να ακολουθήσει, για μια παράσταση που απαιτεί απόλυτο ξεγύμνωμα και ψυχική αντοχή. Το σίγουρο ήταν πως φεύγοντας από το θέατρο, ένιωθα μια παράξενη ασφυξία, ένα ανακάτεμα, σαν να είχα ένα χάμστερ μέσα μου να γυρνάει μανιωδώς τη ρόδα του. Αργότερα, στα ποτά με την παρέα, προσπαθούσαμε να σχολιάσουμε όσα είδαμε, αλλά ήμασταν όλοι τόσο αποσβολωμένοι που τίποτα δεν χωνευόταν επιτόπου. Αν αυτό ήταν το στοίχημα της παράστασης, τότε το κέρδισε.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Μετά την παράσταση, μου δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Νίκο Μήλια, τον ηθοποιό που ενσαρκώνει τον Μίκαελ, τον μικρότερο γιο της οικογένειας. Καθόλη τη διάρκεια του έργου, ξεχωρίζει η ακούραστη ορμή του και η φυσική άνεση με την οποία κινείται στη σκηνή. Ξεκινώντας μου είπε, ότι αυτό που τον γοήτευσε ώστε να συμμετάσχει στην παράσταση ήταν οι συντελεστές της και φυσικά ο σκηνοθέτης, Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. Έπειτα ήταν το ίδιο το έργο και ο ρόλος που κλήθηκε να ενσαρκώσει. Περιγράφει την πρώτη φορά που είδε, σε πολύ νεαρή ηλικία, την ταινία του Τόμας Βίντερμπεργκ και παραδέχεται πόσο βαθιά τον είχε σοκάρει. Μου εκμυστηρεύτηκε επίσης ότι την περσινή παράσταση δεν την είχε παρακολουθήσει αφού ο Οδυσσέας δεν τον είχε αφήσει, μάλλον σκόπιμα για να μην επηρεαστεί από την ερμηνεία του ηθοποιού που είχε υποδυθεί τότε τον ίδιο ρόλο.
Για την δομή της παράστασης που είναι έντονα απρόβλεπτη και διαδραστική καθώς και για τις αντιδράσεις του κοινού που λειτουργεί σαν να συμμετάσχει σε ένα κοινωνικό πείραμα μου είπε πως δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. «Ο χαρακτήρας μου είναι έτσι δομημένος, ώστε να μπορώ εγώ να τους φέρω σε δύσκολη θέση και να τους κάνω να νιώσουν άβολα. Κι αυτό, ομολογώ, έχει και μια δόση πλάκας! Οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται πόσο εκτεθειμένοι είναι εκείνη τη στιγμή. Έτσι, με έναν τρόπο, βλέπεις και τον πραγματικό τους εαυτό. Έχουν υπάρξει αντιδράσεις που ήταν βαθιά συγκινητικές, αλλά και στιγμές που θα προτιμούσα να τις έχω ξεχάσει».
Έπειτα, η συζήτηση στράφηκε στο πώς η παράσταση λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνικής μας αδράνειας και στο κατά πόσο εμείς, ως θεατές, με τη στάση μας επιβεβαιώνουμε αυτή την τραγικότητα. Ο Νίκος σχολιάζει πως «με έναν τρόπο, στο έργο ο δυνατός ήταν πάντα αυτός που επέβαλλε τον νόμο, και κάποια στιγμή αυτό σταμάτησε να ισχύει. Ως κοινωνία, όμως, βρισκόμαστε ακόμη στο πρώτο στάδιο. Αυτό που βλέπεις αρχικά είναι το σοκ που νιώθουν αυτά τα παιδιά, και αμέσως μετά το πόσο βαθιά καταλαβαίνουν τους χαρακτήρες του έργου και τη βία οποιαδήποτε μορφής έχουν υποστεί».

Για τον τόσο απαιτητικό ρόλο του Μίκαελ, ενός ακραία βίαιου χαρακτήρα που θεοποιεί έναν πατέρα εξίσου βίαιο και αυταρχικό, τον ρώτησα να μου πει δυο λόγια για το ποια διαδρομή ακολούθησε για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο ωμής έντασης. «Ακολούθησα μια πορεία που συνδεόταν άμεσα με τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Όλοι τους έχουν βιώσει κάποια μορφή βίας από τις φιγούρες εξουσίας της οικογένειας, οπότε αυτό το υπόβαθρο υπήρχε εξαρχής. Απλώς ο καθένας το εκφράζει με διαφορετικό τρόπο. Η αποκάλυψη του μυστικού από τον Κρίστιαν λειτουργεί ως σημείο καμπής, γιατί από εκείνη τη στιγμή και μετά όλα όσα συμβαίνουν φωτίζονται αλλιώς». Όσο για το πως φροντίζει την ψυχική του ασφάλεια παίζοντας έναν τόσο σκοτεινό ρόλο, μου απαντάει ότι εργάζεται όπως σε κάθε δουλειά – προσπαθεί να κρατά μια υγιή απόσταση από το εκάστοτε έργο και να περνάει χρόνο με ανθρώπους που τον κάνουν να νιώθει καλά.
Περίεργη να μάθω πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να αποχωριστεί τον ήρωα που πριν λίγο υποδυόταν, εκπλήσσομαι ευχάριστα από το πόσο ώριμη είναι η αντιμετώπιση του. «Μέχρι στιγμής μου είναι εύκολο. Μπαίνω βαθιά στον ρόλο όσο βρίσκομαι πάνω στη σκηνή, απολαμβάνω να υποδύομαι τον Μίκαελ αλλά την στιγμή της υπόκλισης επανέρχομαι πίσω στον εαυτό μου, χωρίς να με δυσκολεύει απαραίτητα αυτή η μετάβαση. Μου βγαίνει φυσικά όλο αυτό. Ίσως βοηθά και το ότι πάντα ανυπομονώ για την επόμενη παράσταση, να ξεδιπλωθεί ξανά όλο αυτό το παιχνίδι. Ειδικά ο κόσμος που έρχεται με “ανεβάζει” πολύ γιατί έχω την αίσθηση ότι ξεκινά κάτι καινούργιο».
Μιλήσαμε επίσης και για το πως αντιλαμβάνεται την δημιουργική διαδικασία και σε ποιο στάδιο νιώθει την μεγαλύτερη χαρά. «Μου αρέσει πάρα πολύ η αρχή μιας παράστασης, η προετοιμασία, εκείνη η πρώτη στιγμή που αρχίζεις να φαντάζεσαι κάτι μαζί με άλλους ανθρώπους και σιγά σιγά βλέπεις αυτή την ιδέα να παίρνει μορφή. Απολαμβάνω εξίσου και τις μέρες πριν από την πρεμιέρα, όταν όλα είναι τόσο έντονα. Είναι η φάση που νιώθεις την αδρεναλίνη να σου χτυπάει την πόρτα. Σου θυμίζει γιατί αγαπάς αυτό που κάνεις».
Τέλος, μιλήσαμε για τον συναρπαστικό κόσμο του κινηματογράφου αποκαλύπτοντας μου ότι θα ήθελε πολύ να είχε παίξει τον πρωταγωνιστή στην ταινία Ψυχρός Πόλεμος του Πάβελ Παβλικόφσκι ενώ από τις πιο πρόσφατες ταινίες ξεχωρίζει το Μια μάχη μετά την άλλη του Πολ Τόμας Άντερσον.
Νίκο Μήλια, σε ευχαριστώ πολύ για την ενδιαφέρουσα συνέντευξη και τον χρόνο που αφιέρωσες. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα επόμενα βήματά σου.
Διαβάστε επίσης:
Festen, του Τόμας Βίντερμπεργκ από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο για 2η χρονιά στο Θέατρο Άλμα