Το θέατρο δεν είναι για να «κουνάει το δάχτυλο», αλλά για να φέρνει το τραύμα στην επιφάνεια και να καλεί τον θεατή να αναμετρηθεί με αυτό. Η φράση του Κυριάκου Μαρκάτου λειτουργεί ως κλειδί ανάγνωσης για το «Χελιδόνι» του Γκιλιέμ Κλούα, που παρουσιάζεται στο Θέατρο ΕΛΕΡ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη. Πρόκειται για μια παράσταση που δεν επιχειρεί να εξηγήσει τη βία απέναντι στη διαφορετικότητα, αλλά να την εκθέσει γυμνή, χωρίς προστατευτικά φίλτρα και χωρίς τη βολική ασφάλεια του διδακτισμού.
Όλα ξεκινούν από μια φαινομενικά ουδέτερη συνθήκη: ένα μάθημα φωνητικής σε ένα διαμέρισμα. Ο νεαρός άνδρας που ζητά να δουλέψει ένα συγκεκριμένο τραγούδι και η δασκάλα που αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει δεν είναι δύο τυχαίοι άνθρωποι. Τους συνδέει ένα βίαιο γεγονός του πραγματικού κόσμου: η τρομοκρατική επίθεση στο Pulse του Ορλάντο, πριν από δέκα χρόνια. Από εκεί και πέρα, η σκηνή μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, όπου η άρνηση, η ενοχή και το πένθος διεκδικούν χώρο.
Ο Κυριάκος Μαρκάτος, όπως ανέφερε στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Culturenow, προσεγγίζει τον ρόλο με συνειδητή αποστασιοποίηση από την προσωπική του άποψη, επιμένοντας στην «αλήθεια του χαρακτήρα» ως βασική υποκριτική αρχή. Η σκηνική του συνάντηση με τη Μαρία Τσιμά αποκτά τη δυναμική μιας ουσιαστικής ανταλλαγής «το θέατρο είναι ομαδικό άθλημα» και «άνθρωποι σαν τη Μαρία είναι οι καλύτεροι συμπαίκτες που θα μπορούσες να έχεις», όπως σημειώνει ενώ η σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Αναστασάκη, που λειτουργεί για τον ίδιο ως μέντορας, συγκροτεί ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης.
Σε έναν δημόσιο λόγο που συχνά εξαντλείται στην επιφάνεια, το «Χελιδόνι» επιμένει σε κάτι πιο απαιτητικό: να κοιτάξει κατάματα το τραύμα και να μετατρέψει τη σιωπή σε ευθύνη.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
***
-Φέτος συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την τρομοκρατική επίθεση στο νυχτερινό κέντρο Pulse, που κόστισε τη ζωή σε 49 ανθρώπους και τραυμάτισε δεκάδες άλλους, γεγονός που ενέπνευσε τον Γκιλιέμ Κλούα να γράψει το «Χελιδόνι». Τι σημαίνει για εσάς αυτή η επέτειος σήμερα; Πιστεύετε ότι, μια δεκαετία μετά, οι κοινωνίες έχουν κάνει ουσιαστικά βήματα ώστε να αποτραπούν αντίστοιχα φαινόμενα;
Οι κοινωνίες βάζουν τσιρότο πάνω σε ανοιχτή πληγή και περιμένουν να επουλωθεί. Όχι, ουσιαστικά βήματα δεν έχουν γίνει. Μπορεί να επιτρέπεται πια στα ομόφυλα ζευγάρια να παντρεύονται και να υιοθετούν αλλά είναι η επιφάνεια.
Κάποιοι άνθρωποι της εκκλησίας βγαίνουν και μιλάνε με μίσος ενώ θα έπρεπε να κηρύττουν την αγάπη, πολιτικοί που ψήφισαν ΝΑΙ στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, βγαίνουν στα κανάλια και λένε «Να μην προκαλούν όμως», δημοσιογράφοι μιλάνε για «διαγωνισμό ψηλοτάκουνων» για το pride, χωρίς να έχουν διαβάσει για τις εξεγέρσεις στο Στόουνγολ, στην Κύπρο κάψανε την σημαία των ΛΟΑΤΚΙ+. Στο Φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης μια ομάδα 12 ατόμων κυνήγησαν δύο τρανς άτομα.
Για μένα η κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει όσο δεν υπάρχει παιδεία στην χώρα και όποιος ισχυρίζεται πως η παιδεία λειτουργεί, μάλλον τον συμφέρει η κατεύθυνση που έχουν πάρει οι νέοι.
-Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στη μνήμη και τη συγχώρεση, μιλώντας για τη βία απέναντι στη διαφορετικότητα χωρίς διδακτισμό. Πιστεύετε ότι το θέατρο σήμερα οφείλει να παίρνει σαφή θέση ή να αφήνει τα ερωτήματα ανοιχτά στον θεατή;
Το θέσατε πολύ ωραία: «Χωρίς διδακτισμό». Ενώ το θέατρο είναι από την φύση του πολιτικό, δεν είναι η δουλειά του να κουνάει το δάχτυλο αλλά να αποτυπώνει το πρόβλημα. Να το φέρνει στην επιφάνεια και να αφήνει τον κόσμο να κρίνει.
Δεν μπορείς να πιέσεις κάποιον να δει την αλήθεια αν δεν είναι έτοιμος να κάνει.
-Η δυναμική ανάμεσα σε εσάς και τη Μαρία Τσιμά αποτελεί τον πυρήνα της παράστασης. Πώς διαμορφώθηκε αυτή η σχέση κατά τη διάρκεια των προβών;
Πριν λίγο γύρισα από την πρόβα μας. Ήταν μια εξαιρετική πρόβα γιατί κατάφερνα να βρω κάποια χαρακτηριστικά του Ραμόν που έψαχνα από την αρχή. Αν δεν είχα τη Μαρία να μου τα ξεκλειδώσει δεν θα τα έβρισκα ποτέ. Ανεβαίνει και οργώνει τη σκηνή με μια ενέργεια που εγώ και άλλα παιδιά της γενιάς μου δεν την έχουμε. Έμαθε πιάνο για την παράσταση μας.
Το θέατρο είναι ομαδικό άθλημα και άνθρωποι σαν τη Μαρία είναι οι καλύτεροι συμπαίκτες που θα μπορούσες να έχεις.

-Με τον σκηνοθέτη της παράστασης Γιάννη Αναστασάκη σας συνδέει μια σχέση που ξεκινά από πολύ νωρίς στην πορεία σας. Πώς έχει εξελιχθεί αυτή η συνεργασία μέσα στα χρόνια και τι νέο φέρνει στη σημερινή σας συνάντηση στο «Χελιδόνι»;
Τον Γιάννη τον εκτιμώ, τον σέβομαι και τον εμπιστεύομαι. Είναι μέντορας για μένα. Με συγκινεί η ευαισθησία που δείχνει στα κείμενα που καταπιάνεται. Κάνει βαθιά έρευνα και ψάχνει μια-μια τις λέξεις και το λόγο που τις χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.
Πολλές φορές μπορεί διαφωνήσω ως ηθοποιός με κάτι που θα μου προτείνει, αλλά πάντα ξέρω πως υπάρχει μια σκέψη κάτω από την οδηγία που θα μου δώσει. Μου δίνει τον χώρο και τον χρόνο για να το καταλάβω.
-Αν έπρεπε να περιγράψετε την παράσταση με μία λέξη ή μία φράση, ποια θα ήταν και γιατί;
Λέει ο Ραμόν κάποια στιγμή: «Οι περισσότεροι δεν μιλούν είναι όμως τελικά συνένοχοι»
Μιλάει για τους ανθρώπους που κάθονται στον καναπέ και κάνουν ζάπινγκ στις φριχτές ειδήσεις που συμβαίνουν στον κόσμο αυτή τη στιγμή. Γι’ αυτούς που μένουν αμέτοχοι και που έμμεσα επιτρέπουν αυτά που συμβαίνουν.
Μου θυμίζει τα σπουδαία λόγια του πάστορα Martin Niemoeller:
«Όταν οι ναζιστές ήρθαν για να πάρουν τους κομμουνιστές, σιώπησα επειδή δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν φυλάκισαν τους σοσιαλδημοκράτες, σιώπησα γιατί δεν ήμουν σοσιαλδημοκράτης.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους συνδικαλιστές, σιώπησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβαίους σιώπησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος
Όταν ήρθαν να συλλάβουν εμένα, δεν υπήρχε πια κανείς για να διαμαρτυρηθεί».
-Στο παρελθόν έχετε μιλήσει για την ανάγκη συνεχούς αναζήτησης νέων ερεθισμάτων. Τι καινούργιο ανακαλύψατε μέσα από αυτή τη δουλειά;
Την ανάγκη για σύνδεση και επικοινωνία. Λέω συνέχεια στους ανθρώπους μου πόσο τους αγαπώ, πόσο ευγνώμων είμαι που τους έχω και προσπαθώ να μην αφήνω τίποτα για αύριο γιατί ποτέ δεν ξέρω πότε θα είναι η τελευταία μου στιγμή.
Κάθε μέρα μόλις ξυπνήσω, στέλνω μήνυμα στη μητέρα μου και της λέω πόσο την αγαπώ.
-Κοιτάζοντας τη μέχρι τώρα πορεία σας, τι είναι αυτό που έχει αλλάξει πιο ουσιαστικά στον τρόπο που προσεγγίζετε έναν ρόλο;
Ψάχνω να βρω την αλήθεια του χαρακτήρα είτε μου αρέσει αυτή είτε όχι. Η δουλειά μου είναι να μεταφέρω το μήνυμα που θέλει να περάσει ο συγγραφέας μέσα από το έργο του και τίποτε άλλο. Στις αρχές της καριέρας μου έβαζα μέσα στους χαρακτήρες και την άποψη μου αλλά δεν είναι σωστό. Το κοινό θέλει να δει το ρόλο, όχι την άποψη του ηθοποιού.
Γι αυτό θεωρώ πολλή σπουδαία δουλειά το «τραπέζι» που κάνουμε στην αρχή. Εκεί αποκωδικοποιούμε το κείμενο λέξη-λέξη και χτίζουμε την επικοινωνία μας όλη η ομάδα.

-Κατάγεστε από την Κεφαλονιά. Υπάρχει κάτι από το επτανησιακό πνεύμα που θεωρείτε ότι έχει επηρεάσει τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε την υποκριτική;
Βέβαια! Εμείς οι Κεφαλλονίτες είμαστε θεόκουρλοι (=τρελοί). Μια στάση να κάνεις στο Λιθόστρωτο και να παρατηρήσεις τον κόσμο που περνάει πάνω κάτω έχεις γεμίσει την «εργαλειοθήκη» του με εξαιρετικές εικόνες. Οι πιο περίεργοι και ενδιαφέροντες τύποι είναι σε αυτό το νησί.
Επίσης ο ρυθμός… Εμείς οι επτανήσιοι έχουμε ένα τραγουδιστό λόγο και μια κωμική χροιά στο πως λέμε τα πράγματα. Είμαι ευλογημένος που κατάγομαι από αυτό το νησί.
-Μετά το «Χελιδόνι», ποια είναι τα επόμενα βήματα ή οι καλλιτεχνικές κατευθύνσεις που θα θέλατε να εξερευνήσετε;
Θέλω να πιστεύω πως το ταξίδι του «Χελιδονιού» θα είναι μεγάλο. Το Καλοκαίρι στα πλαίσια του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» θα παρουσιάσουμε στην Κεφαλονιά την παράσταση με τίτλο «Αντιγόνη: Γεννήθηκα για να αγαπώ» σε σκηνοθεσία του Γιάννη Αναστασάκη.
Διαβάστε επίσης:
Το Χελιδόνι, του Γκιλιέμ Κλούα σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη στο θέατρο ΕΛΕΡ