Ίσως οι περισσότεροι και οι περισσότερες να έχουμε συγγενείς που ζουν στη Γερμανία, τις Η.Π.Α. ή την Αυστραλία. Η δική μου γιαγιά, για παράδειγμα, εξακολουθεί να μου μιλά για μια μακρινή ξαδέρφη με την οποία επικοινωνεί πού και πού τηλεφωνικά. Έτσι, μαθαίνω νέα για μια γυναίκα που δεν έχω γνωρίσει ποτέ — και πιθανότατα δεν θα γνωρίσω ποτέ. Κι όμως, ακούω για τις αγωνίες μιας ηλικιωμένης που εξακολουθεί να ονειρεύεται την επιστροφή της στην Ελλάδα.

Οι ιστορίες μετανάστευσης έχουν διαποτίσει γενιές ανθρώπων που έζησαν στον ελλαδικό χώρο ή ξεκίνησαν από αυτόν χωρίς να επιστρέψουν ποτέ. Είναι αφηγήσεις που κουβαλούν μνήμη, απώλεια, αλλά και την ελπίδα μιας νέας αρχής.

Στο Θέατρο Παλλάς, η μουσική παράσταση «Astoria» μοιάζει να φτάνει σαν μια καρτ ποστάλ από τα ξένα. Πρόκειται για μια ιστορία έρωτα, δύναμης και επιβίωσης στον σκληρό κόσμο της ξενιτιάς, σε πρωτότυπο κείμενο του Κωνσταντίνου Σαμαρά και σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου.

Η παράσταση ακολουθεί τη ζωή της Τασούλας, μιας νεαρής κοπέλας που εγκαταλείπει το χωριό της για να ταξιδέψει στην Αμερική και τελικά να καταλήξει στην Αστόρια. Τον ρόλο ερμηνεύουν, σε διπλή διανομή, η Έβελυν Ασουάντ και η Θεοδοσία Σαββάκη.

Με αφορμή την παράσταση, το CultureNow συνομίλησε με την Έβελυν Ασουάντ για το ανέβασμα, την ταυτότητα και το βίωμα του νόστου.

***

-Τι ήταν αυτό που σας εξέπληξε ή συγκίνησε περισσότερο όταν διαβάσατε για πρώτη φορά το κείμενο της Astoria;

Η παράσταση παρακολουθεί μια γυναίκα να περνά από την αθωότητα στη βίαιη ενηλικίωση, μέσα από τη μετανάστευση, τον ρατσισμό, τη μοναξιά και την απώλεια, χωρίς ποτέ να χάνει την ανθρωπιά της. Αυτό ήταν που με συγκίνησε βαθιά. Συνδέθηκα με την ανάγκη της να ανήκει κάπου, να ριζώσει σε έναν τόπο που αρχικά της είναι ξένος και αφιλόξενος, αλλά σταδιακά μετατρέπεται σε πεδίο ευκαιριών και καταφύγιο. Αγαπώ την Τασούλα και τη θαυμάζω για το σθένος της, και πιστεύω πως η διαδρομή της είναι διδακτική για όλους μας.

-Η διπλή σας καταγωγή (Συρία – Ελλάδα) και οι εμπειρίες της οικογένειάς σας από τον Καναδά θεωρείτε πως επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε θέματα που θίγονται στην παράσταση;

Ίσως υποσυνείδητα. Το τι μας διαμορφώνει και μας μετακινεί δεν είναι πάντα άμεσα ορατό. Μεγαλώνοντας μέσα σε μια οικογένεια με δύο διαφορετικές κουλτούρες, απέκτησα εφόδια που με βοηθούν να μην προσεγγίζω τέτοια ζητήματα μονοδιάστατα. Αν και γενικότερα θεωρώ πως η αντίληψη αυτών των θεμάτων έγκειται στη γενικότερη ανθρώπινη ευαισθησία.

-Σε μια εποχή όπου παρατηρείται άνοδος της ακροδεξιάς και αυστηροποίηση των μεταναστευτικών πολιτικών, πιστεύετε ότι αφηγήσεις όπως αυτή της Astoria λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι και οι Έλληνες υπήρξαν μετανάστες;

Οι Έλληνες υπήρξαν μετανάστες για πολλές γενιές. Άφησαν πίσω τα χωριά και τις οικογένειες τους και ταξίδεψαν άποροι σε άλλες ηπείρους με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Μέσα σε αυτό το κάδρο, η «Astoria» πιστεύω πως λειτουργεί ως μια υπενθύμιση ότι δεν υπάρχουν πλέον γηγενείς. Ειδικά στην Αμερική. Σε μια εποχή όπου σκληραίνουν οι πολιτικές μετανάστευσης και κανονικοποιείται η ρητορική μίσους, τέτοιες αφηγήσεις μας καλούν να κοιτάξουμε τη σημερινή πραγματικότα και να θυμηθούμε τους ανθρώπους που έζησαν για χρόνια μακριά από τον τόπο τους, μόνοι και φοβισμένοι, ως “dirty Greeks”.

– Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαυρογεωργίου ανέφερε ότι εξεπλάγη από τον όγκο του αρχειακού υλικού που ήρθε σε επαφή με αφορμή την παράσταση. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εικόνα ή μαρτυρία που εντυπώθηκε ιδιαιτέρως σε εσάς;

Από όσα μοιραστήκαμε με την ομάδα και τον Βασίλη αλλά και μέσα από την προσωπική μου αναζήτηση, βρέθηκα μπροστά σε εικόνες που με συγκλόνισαν. Τα πλοία, το Ellis Island, άνθρωποι στοιβαγμένοι με μια βαλίτσα στο χέρι, υπάνθρωποι, να περιμένουν να «κριθεί» αν θα τους επιτραπεί να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Αυτή η στιγμή, όπου η συνέχεια της ζωής σου κρίνεται σε έναν έλεγχο, σε μια σφραγίδα, χαράχτηκε μέσα μου. Στα βλέμματά τους διακρίνεις την αγωνία για το μέλλον, αλλά και τη σπίθα που τους κρατούσε όρθιους, το όνειρο της καινούργιας αρχής.

Το Ellis Island επί σκηνής © Patroklos Skafidas

-Πώς λειτουργεί το τραγούδι για την Τασούλα; Είναι καταφύγιο, τρόπος επιβίωσης ή μια πράξη εσωτερικής ελευθερίας;

Για την Τασούλα, το τραγούδι είναι όλα αυτά μαζί. Μέσα από αυτό εκφράζει όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια και ταυτόχρονα αρχίζει να διαμορφώνει μια νέα ταυτότητα μέσα στην κοινότητα της Αστόρια. Στην αρχή λειτουργεί ως καταφύγιο για να αντέξει τον πόνο της ξενιτιάς και να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του τόπου και των ανθρώπων της. Σταδιακά όμως γίνεται και μέσο επιβίωσης. Μέσα από τη φωνή της χτίζει τη θέση της, αποκτά οικονομική ανεξαρτησία και βρίσκει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια της, γράφοντας τη δική της σελίδα στην ιστορία της ομογένειας.

-Γενικά, τι θα λέγατε για αυτήν την ηρωίδα; Θα τη δούμε να ωριμάζει κατά τη διάρκεια της παράστασης;

Η Τασούλα ξεκινά ως μία φοβισμένη χωριατοπούλα ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι προς την άλλη άκρη της γης, κρατώντας τη φωτογραφία ενός άντρα – μέλλοντα συζύγου που δεν γνωρίζει και την υπόσχεση μιας οικογένειας. Στην πορεία γίνεται μια γυναίκα που καλείται να πάρει αποφάσεις με μεγάλο βάρος. Ωριμάζει βίαια και ραγδαία μέσα από τις σχέσεις που δημιουργεί στο καφενείο της Αστόρια. Αυτό που αγαπώ σε εκείνη είναι ότι δεν γίνεται ποτέ «άτρωτη». Ακόμη κι όταν σκληραίνει για να επιβιώσει, διατηρεί την ευαισθησία της και παραμένει ένας άνθρωπος που παλεύει να προστατεύσει τους δικούς του, χωρίς να προδώσει τον εαυτό του. Θαυμάζω το θάρρος των ανθρώπων που χρειάστηκε να πάρουν μια τόσο μεγάλη και δύσκολη απόφαση, είτε τα κατάφεραν είτε όχι.

-Η δική σας γνωριμία με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι πότε και πώς ξεκίνησε;

Η σχέση μου με το ρεμπέτικο ξεκίνησε στα χρόνια της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, όταν άρχισα να το προσεγγίζω πιο συστηματικά και να ανακαλύπτω αυτό το υλικό. Αργότερα γνώρισα μουσικούς, με τους οποίους ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί και έτσι βρέθηκα να τραγουδάω σε ταβέρνες, ρεμπετάδικα και μικρές σκηνές παράλληλα με το θέατρο. Έκτοτε, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι με συνοδεύουν σταθερά και νιώθω πως έχω διαμορφώσει μια βαθιά, άρρηκτη σχέση μαζί τους.

Έβελυν Ασουάντ, Γιάννης Τσουμαράκης © Patroklos Skafidas

-Με τους PAGAN επανασυστήνετε παραδοσιακά τραγούδια. Τι είναι αυτό που παραμένει διαχρονικά γοητευτικό σε αυτά;

Οι αναφορές μας στην παράδοση αποτέλεσαν ένα σημείο εκκίνησης, όχι όμως τον κύριο άξονα της δημιουργίας μας. Ήταν κυρίως ένας τρόπος να συνδεθούμε μεταξύ μας μέσα από ένα κοινό προγονικό αποτύπωμα. Αφουγκραστήκαμε υλικό από επιλεγμένα παραδοσιακά τραγούδια και αρχίσαμε έτσι να κατανοούμε τη δύναμή του. Σήμερα δημιουργούμε πρωτότυπη μουσική, με αφετηρία αυτή τη βιωματική σχέση που παραμένει ζωντανή και εξελισσόμενη. Ως προς τη διαχρονική τους γοητεία, τα παραδοσιακά τραγούδια πιστεύω πως λειτουργούν ως καθρέφτης της συλλογικής μας μνήμης. Αγγίζουν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, τον έρωτα, τον θάνατο, τον αποχωρισμό, τη ξενιτιά, τη χαρά, τον μόχθο. Με απλά σοφά λόγια, μεταφέρουν μια έντονη συναισθηματική αλήθεια που διαπερνά τις εποχές. Αμέτρητα τραγούδια και μελωδίες ξεχάστηκαν και όσα έφτασαν σε εμάς μέσω της προφορικής παράδοσης είναι αυτά που άντεξαν. Αυτά που επιβίωσαν, λειάνθηκαν από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, κρατώντας μόνο το πιο δυνατό, το πιο ουσιώδες κομμάτι τους αφήνοντας το ως μαγιά για να πλάσουν οι επόμενες γενιές τη νέα ύλη. Αυτό το κληροδότημα μάς υπενθυμίζει ότι, σε βάθος, οι άνθρωποι μοιραζόμαστε κοινές ρίζες.

-Στους αναγνώστες και αναγνώστριες του CultureNow που θα επισκεφτούν το “καφενείο” σας στο Θέατρο Παλλάς, ποιο κομμάτι της παράστασης θα αφιερώνατε;

Θα τους άφηνα με ένα ερώτημα του Ted: «Τι ζητάει αυτή η γη, για να μας αφήσει να στεριώσουμε;»…

Διαβάστε επίσης:

Astoria: Η μουσική παράσταση του Κωνσταντίνου Σαμαρά σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου στο Θέατρο Παλλάς
Η «Αστόρια» στην Αθήνα σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου | Κριτική Θεάτρου