Η Φωτεινή Κούρτη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Παναγιώτη Τέτση. Εργάστηκε επί σειρά ετών στη Μέση Εκπαίδευση ως καθηγήτρια Τέχνης, μεταφέροντας τη βαθιά της σχέση με τη ζωγραφική και την ευαισθησία της απέναντι στη μορφή και το χρώμα.
Η ζωγραφική της χαρακτηρίζεται από την έμφαση στην καθαρότητα του χρώματος και τη σαφήνεια της μορφής. Ο αρμονικός διάλογος ανάμεσα στα δύο γεννά εικόνες οικείες και στοχαστικές, που αντλούν τη θεματική τους από τον βιωμένο προσωπικό της χώρο και από μικρές, σιωπηλές στιγμές της καθημερινότητας. Στα ζωγραφικά της έργα συναντώνται συχνά υφάσματα και καλύμματα που λειτουργούν ως φόντο για αντικείμενα, μουσικά όργανα, αλλά και κλουβιά για πουλιά, στοιχεία που αποκτούν μια σχεδόν σκηνική παρουσία μέσα στη σύνθεση.
Πολλά από τα έργα της μοιάζουν με στιγμιότυπα μιας αναπάντεχης ομορφιάς, σαν εικόνες που αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια ενός ξεκαθαρίσματος ή μιας σιωπηλής περιπλάνησης μέσα στο σπίτι· εκεί όπου το βλέμμα συναντά καθαρά βάζα, δοχεία και διακοσμητικά αντικείμενα, ακουμπισμένα προσωρινά κάπου μακριά από τη συνηθισμένη τους θέση. Μέσα από αυτή τη φαινομενικά απλή μετατόπιση, τα αντικείμενα αποκτούν μια ιδιαίτερη ποιητικότητα και μια αίσθηση εύθραυστης ηρεμίας.
Παράλληλα, στοιχεία όπως παιχνίδια άλλων δεκαετιών παρεισφρέουν συχνά στις συνθέσεις της, μεταφέροντας στην εικόνα μια αίσθηση χαμένης —ή ίσως διαρκώς παρούσας— παιδικότητας. Έτσι, η ζωγραφική της κινείται ανάμεσα στη μνήμη και την παρατήρηση, στο οικείο και το υπαινικτικό, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου τα απλά αντικείμενα αποκτούν συναισθηματικό βάρος και διαχρονική ευγένεια.
