Κοιτάω το προηγούμενο άρθρο μου σε αυτή τη στήλη. Αυτό με τα καλύτερα άλμπουμ του 2019. Και κυρίως το ηλεκτρονικό αρχείο μου όπου καταγράφω όλες τις νέες κυκλοφορίες που ακούω. Τόσοι πολλοί καλλιτέχνες, από τόσες πολλές χώρες. Άμεσα διαθέσιμοι, να τους ακούσω, να τους ακούσεις, με λίγα μόνο κλικ.

Καμιά φορά αρκεί ένα μόνο κλικ. Φροντίζουν οι αλγόριθμοι για αυτό. Συχνά δεν χρειάζεται καν κλικ. Παίζει αυτόματα μόλις τελειώσει αυτό που άκουγες. Και πάλι, φροντίζουν οι αλγόριθμοι για αυτό. Μπαίνω στο site ενός φεστιβάλ (showcase για την ακρίβεια) που θα γίνει τον Σεπτέμβριο στην Σουηδία. Η σελίδα του φεστιβάλ περήφανα αναφέρει ότι έχουν περάσει από εκεί καλλιτέχνες που εκπροσωπούν διάφορα μουσικά είδη. Ο τάδε, η δείνα και οι τάδε-τάδε. Δεν τους αναφέρει όλους. Όμως, δεν είναι καθόλου λίγοι αυτοί που αναφέρει. 34 καλλιτέχνες, κυρίως από τις Σκανδιναβικές χώρες, αλλά και από αρκετές άλλες χώρες της Ευρώπης.

Δεν αναγνωρίζω ούτε ένα όνομα.

Μπαίνω στη διαδικασία να τους βρω στις πλατφόρμες streaming. Σκέφτομαι ότι από τη στιγμή που είναι showcase οι καλλιτέχνες αυτοί θα είναι άσημοι. Και όμως στη μεγάλη τους πλειοψηφία αποδεικνύονται διάσημοι στις χώρες τους ή έστω σχετικά επιτυχημένοι. Πολλοί έχουν ήδη κάνει μικρές ή μεγάλες Ευρωπαϊκές περιοδείες. Με ότι συνεπάγεται αυτό. Followers, πολλές χιλιάδες streaming κλπ. Κανά-δυο είναι πολύ μεγάλα ονόματα σε συγκεκριμένες Ευρωπαϊκές χώρες.

Αυτό έγινε χθες. Αφιέρωσα χρόνο να τους τσεκάρω. Και κλικ. 2-4 κλικ για κάθε καλλιτέχνη, επί 34 καλλιτέχνες μας κάνει, ας πούμε – αν πάρω τον μέσο όρο 3 – ότι είναι συνολικά 102 κλικ. Αυτό λοιπόν έγινε χθες και σήμερα δεν θυμάμαι ούτε ένα όνομα. Κανένα.

Θα μου πεις πως έχει να κάνει με την υπερπροσφορά. Με την ευκολία στην αναζήτηση της πληροφορίας, η οποία οδηγεί στην έκθεση μας σε τεράστιο όγκο πληροφοριών που είναι πρακτικά αδύνατον να συγκρατήσουμε. Δεν θα διαφωνήσω. Θα συμφωνήσω και με μια δήλωση των Bocomolech σε πρόσφατη συνέντευξη τους στο Avopolis: «Με την ίδια ευκολία που βρίσκουμε κάτι καλό να ακούσουμε σήμερα, αύριο το έχουμε ξεχάσει».

Σοφή παρατήρηση. Απλή, απλούστατη παρατήρηση και για αυτό τόσο καίρια και ουσιαστική. Και ακούμε πολύ καλά πράγματα συνέχεια. Από την Ελλάδα, από την Ευρώπη, από την Αμερική, από όλο τον κόσμο. Τα βρίσκουμε με μεγάλη ευκολία. Και με ακόμη μεγαλύτερη ευκολία, τα ξεχνάμε την επόμενη. Ε, ναι λογικό. Είπαμε: «υπερπροσφορά», «όγκος πληροφοριών», μπλα-μπλα.

Τσου.

Αυτά παίζουν ρόλο, αλλά είναι τα δευτερεύοντα. Το πρωτεύον είναι άλλο. Δεν δημιουργούνται Δεσμοί πια. Δεν είναι γόνιμο το έδαφος για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Δεν θα κάτσω να αναπολήσω πως ήταν παλιά, και πως δημιουργούνταν οι Δεσμοί. Στο κάτω-κάτω, οι νεότεροι, που δεν είναι σε θέση να ξέρουν πως ήταν παλιά παρά μόνο από διηγήσεις, ζούνε στο σήμερα. Κι εμένα ακόμη, που είμαι μεγαλύτερος, το σήμερα με ενδιαφέρει. Θα δώσω ένα παράδειγμα (άσχετο με τη μουσική) του τι εννοώ ότι δεν δημιουργούνται δεσμοί στις μέρες μας: Μιλάς μέσω facebook ή μέσω άλλου social media με ένα άνθρωπο. Μιλάς σχετικά τακτικά. Έχετε κάποια κοινά ενδιαφέροντα – όποια κι αν είναι αυτά – υπάρχουν φορές που θα γελάσετε, υπάρχουν στιγμές που μπορεί να καυγαδίσετε κιόλας. Μοιάζει σαν μια «κανονική» σχέση δηλαδή.

Μέχρι τη στιγμή που συναντιέστε κάπου. Στο έξω κόσμο. Και τότε, η στιγμή της συνάντησης είναι πάντα, λίγο – πολύ, αμήχανη. Γιατί διαπιστώνεις ότι δεν έχει αναπτυχθεί κάποια ουσιαστική σχέση. Είναι λες και συναντάς κάποιον άλλον και όχι αυτόν με τον οποίο μίλαγες. Και αυτό γιατί η οθόνη και το πληκτρολόγιο είναι μεν άριστα μέσα επικοινωνίας, αλλά δεν είναι μέσα κατάλληλα για την δημιουργία δεσμών.

Γιατί τα όντα, για να αναπτύξουν δεσμούς, χρειάζεται να έρθουν σε Φυσική Επαφή. Να κοιτάξει ο ένας τον άλλον, να ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου, να αγγιχτούν (ή να αποφύγουν να αγγιχτούν), να ιδρώσουν μαζί, να φωνάξουν μαζί, να ψιθυρίσουν μαζί, να χορέψουν μαζί ή οτιδήποτε άλλο. Όχι απαραίτητα όλα τα παραπάνω. Αλλά πάντως κάτι από όλα αυτά. Χωρίς κάποια μορφή Φυσικής Επαφής (προσέξτε, όχι απαραίτητα σωματικής επαφής) δεσμός δεν δημιουργείται.

Η μόνη περίπτωση να μην υπάρχει μια έστω συγκαλυμμένη αμηχανία στη συνάντηση που περιέγραψα παραπάνω ως παράδειγμα, είναι οι δύο αυτοί άνθρωποι που μιλούσαν τακτικά στα social media και τώρα συναντιούνται διά ζώσης να έχουν αναπτύξει κάποιους δεσμούς πολύ πριν βρεθούν να επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω social media. Δεν αρκεί καν να έχουν συναντηθεί κάπου-κάποτε στο πρόσφατο ή στο πιο μακρινό παρελθόν.

Κάπως έτσι και με τη μουσική, τα τραγούδια, τους καλλιτέχνες. Τους συναντάμε μόνο στο διαδίκτυο. Μέσα στον Ωκεανό των πληροφοριών. Θα ακούσουμε ένα τραγούδι και θα μας κάνει ένα ρεφραίν εντύπωση, θα διαβάσουμε μία συνέντευξη και θα μας κάνει μια φράση εντύπωση, θα δούμε τι γνώμη ενός opinion maker για τον καλλιτέχνη ή θα διαβάσουμε μια κριτική. Όλα σε φυσική επαφή με την οθόνη, αλλά φευ, χωρίς καμία φυσική επαφή με αυτό που δείχνει η οθόνη (ή ακούγεται από την οθόνη).

Θα μου πεις ότι η καλύτερη φυσική επαφή με τον καλλιτέχνη είναι η συναυλία. Ναι, βέβαια. Αλλά εγώ δεν μιλάω για την φυσική επαφή με τον ίδιο τον καλλιτέχνη (αυτό θα ήταν το ιδανικό, αλλά παρότι ιδανικό δεν είναι απαραίτητα… απαραίτητο). Μιλάω για τη φυσική επαφή με τη μουσική του. Για τους δεσμούς που μπορούν να αναπτυχθούν ανάμεσα σε έναν ακροατή και τη μουσική ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη.

Το να αποκτήσεις το φυσικό αντικείμενο που περιέχει τη μουσική (βινύλιο, cd, παλαιότερα κασέτα) δημιουργεί ένα είδος δεσμού. Γιατί για να το αποκτήσεις θα χρειαστεί να μπεις σε μια διαδικασία. Διαδικασία σωματικά πιο σύνθετη από το να κάνεις μερικά κλικ. Και αφού το αποκτήσεις να κάτσεις να το ακούσεις. Και να το φυλάξεις κάπου, με κάποιο τρόπο που θα αποφασίσεις.

Το να κουβεντιάσεις με κάποιον (με φυσική επαφή, όχι μέσω chat σε οθόνη) για τη μουσική που άκουσες ή για το cd/βινύλιο που θέλεις να αγοράσεις δημιουργεί επίσης ένας είδος δεσμού (και με τη μουσική στην οποία αναφέρεσαι και με τον άνθρωπο με τον οποίο κουβεντιάζεις). Απλά, απλούστατα πράγματα και για αυτό τόσο καίρια και ουσιαστικά. Το να πας σε μια συναυλία απαιτεί μία προετοιμασία, ή έστω μία δράση αν το αποφασίσεις τελείως τελευταία στιγμή. Βέβαια δεν είναι το ίδιο απλό με τα παραπάνω, αλλά δημιουργεί πολύ ισχυρό δεσμό με τη μουσική του καλλιτέχνη (και βεβαίως και με τον καλλιτέχνη τον ίδιο σε αυτήν την περίπτωση).

Μιλάω δηλαδή για πράγματα που συμβαίνουν όταν σβήνει η οθόνη. Ακόμα και μια βόλτα αν πας, αν τυχόν ακούσεις μουσική στο δρόμο από κάποιο κατάστημα ή καφετέρια ή από κάποιο σπίτι ή από διερχόμενο αυτοκίνητο ή από κάποιον που τραγουδάει στον δρόμο είναι πιο πιθανό να δημιουργήσεις με αυτόν τον τρόπο δεσμό με κάποιο μουσικό κομμάτι παρά μέσα από μία οθόνη. Αλλά ποιος τραγουδάει στο δρόμο πια; εδώ δεν πάμε καλά-καλά βόλτα.

Η αλήθεια είναι πως και εμείς οι ίδιοι οι καλλιτέχνες έχουμε κατά κάποιο τρόπο πέσει σε μία παγίδα. Θέλοντας να κάνουμε γνωστή τη δουλειά μας αφιερώνουμε κάποιες φορές πολύ περισσότερο χρόνο από ότι ίσως χρειάζεται σε αναρτήσεις σε social media, σε ακόμη μία συνέντευξη μέσα στις τόσες, στην παρουσία μας σε ακόμη μία καινούργια πλατφόρμα κλπ. κλπ. Όσο χρήσιμα και αν είναι αυτά, δεν είναι και τόσο αποτελεσματικά αν δεν βρούμε παράλληλα τρόπους να αναπτυχθούν δεσμοί ανάμεσα στις μουσικές μας και στο κοινό. Όπως γινόταν παλιά. Έχουμε ξεχάσει πως γινόταν παλιά.

Σε μια ανάλογη παγίδα έχει πέσει και το κοινό. Όντως βουτάει μέσα στον όγκο της πληροφορίας και χάνεται μέσα σε αυτόν, αμελώντας παράλληλα τη φυσική επαφή και την δημιουργία δεσμών (αυτό το τελευταίο βεβαίως το αναφέρω στο γενικότερο πλαίσιο του και όχι μόνο σε σχέση με τη μουσική).

Με τα παραπάνω δεν θέλω να πω ότι φταίμε οι καλλιτέχνες για αυτήν την «χωρίς δεσμούς» κατάσταση. Ούτε ότι φταίει το κοινό. Ούτε το διαδίκτυο εκτιμώ πως φταίει. Απλά (;) αυτό που συμβαίνει είναι πως το έντονα διαδικτυακό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε είναι μία πάρα πολύ καινούργια κατάσταση. Ας μην μας μπερδεύει το γεγονός ότι μετράει ήδη μία 25ετία (το ένα τρίτο του μέσου όρου ζωής ενός ανθρώπου) και άρα είναι μια ήδη παλιά κατάσταση. Στον ωκεανό της ιστορίας το διάστημα αυτό είναι απλώς μια σταγόνα. Το πράγμα είναι ακόμη στην αρχή του και όλοι μας (μουσικοί, κοινό, το διαδίκτυο το ίδιο) – είτε το αντιλαμβανόμαστε, είτε όχι – ψάχνουμε τα πατήματα μας.

Για να βρούμε όμως τα πατήματα μας, θα πρέπει πρώτα να αντιληφθούμε το πρόβλημα.

Καλούς …δεσμούς εύχομαι !