Ελλάδα 29, Μεγ. Βρετανία 24, Ηνωμένες Πολιτείες 35, Καναδάς 5, Ιταλία 1, Ισπανία 1, Πορτογαλία 1, Γαλλία 2, Γερμανία 1, Αυστρία 1,  Ελβετία 1, Νορβηγία 4, Σουηδία 2, Φινλανδία 1, Ισλανδία 2, Δανία 1, Βέλγιο 1, Ολλανδία 1, Ρωσία 1, Ουκρανία 1, Ιαπωνία 2, Αυστραλία 4, Νέα Ζηλανδία 2, Ιρλανδία 2,  Αίγυπτος 1,  Βραζιλία 2 και 2 από καλλιτέχνες μικτής προέλευσης (Israeli – French και US – Armenian).

Σύνολο: 130 άλμπουμ εσοδείας 2019. Τόσα άκουσα, ολόκληρα και παραπάνω από μία φορά, μέσα στο 2019. Πολύ περισσότερα (37 για την ακρίβεια) από όσα άκουσα το 2018 και γενικά αισθητά περισσότερα από τον ετήσιο μέσο όρο μου.

Κάποια άλμπουμ πάνω, κάποια κάτω, λίγη σημασία έχει. Το γεγονός παραμένει.

Σταγόνα στον ωκεανό.

Σε έναν ωκεανό που ταξιδεύω πότε με ένα κάποιο πρόγραμμα, πότε απολαμβάνοντας μία τυχαία διαδρομή, πότε παρασυρμένος από κάποιο ρεύμα, πότε ακολουθώντας αγαπημένες μου διαδρομές.

Φέτος άκουσα πολλά άλμπουμ παραπάνω αναζητώντας το αριστούργημα που «δεν μπορεί…», «κάπου θα το βρω», «κάπου πρέπει να είναι κρυμμένο». Παρέμεινε κρυμμένο κάπου μέσα στον Ωκεανό. Δεν το βρήκα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Απλώς εγώ δεν το βρήκα.

Μπορεί να μην βρήκα το απόλυτο αριστούργημα, το μνημειώδες άλμπουμ, αλλά βρήκα ένα σωρό άλλες σπουδαίες μουσικές και έχω να καταθέσω ότι ήταν μια πολύ καλή χρονιά και η φετινή. Ξέρω πως η άποψη μου αυτή θα αποτελέσει μάλλον την μειοψηφία στα αντίστοιχα κείμενα με τις αντίστοιχες λίστες του 2019. Αλλά πιστεύω ότι ένας από τους λόγους που δεν βρέθηκε το απόλυτο αριστούργημα (και υπάρχουν πολλοί λόγοι εκτιμώ) είναι αυτό: τα τελευταία πολλά χρόνια ανεβαίνει συνέχεια το μέσο επίπεδο διεθνώς. Γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να πέσεις πάνω  σε αδιάφορο ή κάπως προχειροφτιαγμένο άλμπουμ, πόσο μάλλον σε «κακό».  Οπότε μέσα σε όλο αυτόν τον όγκο είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κάτι ως το «απόλυτο», ως μνημείο αναφοράς για το μέλλον.

Μόνο στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν 415 άλμπουμ ελληνικής παραγωγής μέσα στο 2019, έναντι 425 το 2018 (στοιχεία του Πέτρου Δραγουμάνου από την έρευνα του για την Ελληνική Δισκογραφία κάποια από τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στις 3/1/2019  στην Καθημερινή). Μπορούμε να φανταστούμε άρα τι συμβαίνει σε Αμερική, Αγγλία και λοιπές (μεγάλες ή μικρές) μουσικές δυνάμεις.  Ή ίσως και να μην μπορούμε.

Η συντριπτική πλειοψηφία των άλμπουμ του 2019 που άκουσα (παραδοσιακά περιλαμβάνω σε αυτά και τις κυκλοφορίες του Δεκ. 2018 και δεν περιλαμβάνω αυτές του Δεκ. 2019 που μεταφέρονται για την επόμενη χρονιά) άξιζαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τον χρόνο που αφιέρωσα στην ακρόαση τους και μου προσέφεραν απόλαυση ή/και τροφή για σκέψη. Αυτό μου συμβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια. Το έγραφα και πέρυσι, στο αντίστοιχο κείμενο, μόλις το έκανα copy/paste  και στο παρόν κείμενο φέτος.

Από αυτό το ταξίδι στον ωκεανό, για το έτος 2019, έχω τις εξής πολύ δυνατές αναμνήσεις:

Καλλιτέχνης | Τίτλος άλμπουμ

Fire! Orchestra  |  Arrival (Rune Grammofon, Σουηδία)
Purple Mountains | Purple Mountains (Drag City Inc. , Η.Π.Α.)
Portico Quartet | Memory Streams (Gondwana Records, Μεγ. Βρετανία)
Nick Cave & The Bad Seeds | Ghosteen (Ghosteen Ltd. , Αυστραλία)
Hanne Hukkelberg | Birthmark (Propeller Records, Νορβηγία)

Αυτά τα πέντε καταθέτω μόνο. Αν και, στις επόμενες πέντε θέσεις της προσωπικής μου λίστας υπάρχουν άλμπουμ που «πιέζουν» να μπουν στην πεντάδα. Και πιέζουν τόσο πολύ, ώστε αν έγραφα το ίδιο κείμενο μια-δυο εβδομάδες μετά η πρώτη πεντάδα πιθανόν να εμφανιζόταν διαφορετική.

Όμως, όπως έγραφα και πέρυσι, αν προχωρήσω σε περισσότερα που θεωρώ άξια μιας θέσης στα «καλύτερα της χρονιάς» θα πρέπει να καταγράψω γύρω στα 50, αν όχι περισσότερα. Και τι νόημα θα είχε αυτό; Ποιος θα τα αφομοιώσει αν είναι τόσα πολλά; Ενώ έτσι, όλο και κάποιος θα μπει στη διαδικασία να τα αναζητήσει.

Οπότε πάμε με αυτά τα 5:

Τον Mats Gustafsson και την πορεία του με τις διαφορετικές εκδοχές των Fire ! και Fire ! Orchestra τον παρακολουθώ  χρόνια. Αλλά με το φετινό «Arrival» μου φαίνεται ότι κατέκτησε κορυφή. Με κέρδισε αμέσως το άλμπουμ. Μυαλό και σώμα. Οι δουλειές των Fire ! Orchestra δεν είναι καθόλου εύκολο να καταταχτούν σε κάποιο είδος. Θα το βρείτε μεν με την «ταμπέλα» free – jazz ή και άλλες ακόμη, αλλά ειδικά στο «Arrival» οι ταμπέλες χάνουν το νόημα τους καθώς υπάρχουν μεν χαρακτηριστικά σημεία free-jazz (στα οποία μπορείς σε ένα βαθμό να προσάψεις ότι φλερτάρουν και με τα κλισέ ακόμη) αλλά από την άλλη υπάρχουν μελωδίες που σου μένουν καθώς και killer grooves, πράγματα  πολύ σπάνια για το είδος της free-jazz (αν τελικά χαρακτηρίσουμε το άλμπουμ ως τέτοιο). Μπορείς να ακούσεις ολόκληρο το άλμπουμ  εδώ.

Το ντεμπούτο άλμπουμ των Purple Mountains με τίτλο το όνομα τους μου εμφανίστηκε σε λίστα  Release Radar του Spotify και όταν άκουσα το «That’s Just The Way That I Feel» ένιωσα αυτό που νιώθω όταν ένα καινούργιο τραγούδι που ακούω καταλήγει να είναι ένα από τα καλύτερα της χρονιάς. Το άλμπουμ έπαιξε στο repeat μέχρι που κάποια στιγμή είπα να κάνω google να δω τι είναι αυτό το καινούργιο πράγμα. Με άλλα λόγια δεν γνώρισα ότι στην ουσία αυτό που άκουγα ήταν το νέο project του David Barman (πρώην Silver Jews). Μέσα στον ωκεανό της πληροφορίας δεν είχα λάβει την πληροφορία αυτή και δεν είχα πληροφορηθεί επίσης ότι ο Barman είχε αυτοκτονήσει μόλις λίγες μέρες πριν ακούσω το άλμπουμ.

Μπορείτε να βρείτε εύκολα πληροφορίες για το παραπάνω τραγικό γεγονός αν το επιθυμείτε. Εγώ θα προτιμήσω να σας δώσω το link του άλμπουμ ώστε να το ακούσετε εδώ.

Η βρετανική jazz σκηνή αρθρώνει τον δικό της  σημαντικό λόγο τα τελευταία αρκετά χρόνια, με αρκετά συγκροτήματα που διαφοροποιούνται από την υπόλοιπη ευρωπαϊκή jazz (πόσο μάλλον από την αμερικάνικη) και μπολιάζουν το είδος με στοιχεία neo-classical, minimal, electronica και όχι μόνο. Οι παλαίμαχοι Phronesis και οι νεότεροι Go Go Penguin (που τους απολαύσαμε και στην Αθήνα μέσα στο 2019 σε μια αξέχαστη συναυλία) ξεχώρισαν το 2018 με σπουδαία άλμπουμ. Την «παράδοση» αυτή συνέχισαν μέσα στο 2019 οι Portico Quartet με το 7ο άλμπουμ τους «Memory Streams» (το ακούτε εδώ). Αξίζει οπωσδήποτε να τσεκάρετε και γενικότερα τις κυκλοφορίες της εταιρείας τους Gondwana Records.

Στο 17ο άλμπουμ τους έφτασαν οι Nick Cave & The Bad Seeds με το «Ghosteen«, ένα μάλλον βραδυφλεγές άλμπουμ μεγάλης ακρίβειας και μεγάλης μεν, κατασταλαγμένης δε, συναισθηματικής φόρτισης. Το τραγούδι «Hollywood» που κλείνει το άλμπουμ πετυχαίνει εύκολα το … σχεδόν ακατόρθωτο. Να είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που ηχογράφησε ποτέ ο Nick Cave με τους Bad Seeds. Συνολικά το άλμπουμ είναι ένα από τα άλμπουμ αναφοράς της μακρόχρονης πορείας τους (αν και ήδη έχουν αρκετά άλμπουμ αναφοράς στο ενεργητικό τους). Και αυτό με μια ήρεμη δύναμη, χωρίς στοιχεία εντυπωσιασμού.

Ολόκληρο το άλμπουμ μπορείτε να το ακούσετε εδώ.

Την Νορβηγίδα Hanne Hukkelberg έτυχε να την πάρω είδηση νωρίς. Ήδη από το αριστουργηματικό ντεμπούτο της «Little Things» (2008, Propeller recordings). Έκτοτε την παρακολουθώ σε κάθε κυκλοφορία της παρότι κάθε φορά με … απογοητεύει περισσότερο ή λιγότερο. Ανήσυχος νους, σχεδόν κανένα άλμπουμ της δεν είναι ίδιο με το προηγούμενο. Νιώθω όμως πάντα το μπλέκεται κάπου μέσα σε αυτήν την διαδρομή και χάνεται στην προσπάθεια της να συνδυάσει ένα υπάρχον τρέχον μουσικό ρεύμα (όχι το ίδιο κάθε φορά) με τα δικά της εκφραστικά μέσα. Αυτή τη φορά όμως με το «Birthmark« νιώθω ότι κατάφερε κάτι που προσπαθούσε επί σειρά ετών. Τα 9 τραγούδια του άλμπουμ (μέσα στα μόλις 29 λεπτά που διαρκεί) καταφέρνουν να συνδυάσουν αβίαστα την σύγχρονη εναλλακτική ηλεκτρονική pop με πιο πειραματικές φόρμες / ιδέες και να επιτύχουν ένα απολαυστικό αποτέλεσμα από το οποίο δεν λείπουν ούτε τα στοιχεία του σύγχρονου mainstream. Το «Crazy» δεν θα έλεγα ότι είναι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι από το άλμπουμ αλλά είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό. Ολόκληρο το άλμπουμ μπορείτε να το ακούσετε εδώ.

Εκτός των πέντε άνω, ιδιαίτερη μνεία δεν μπορώ παρά να κάνω και στα εξής:

Το 2018 ήταν οι αμερικάνοι Ceramic Dog του παλαίμαχου Marc Ribot που κράτησαν πολύ ψηλά τη σημαία του ροκ (όπως και αν το εννοούμε αυτό). Στον αντίποδα, την ίδια δουλειά έκαναν για το 2019 οι νεαρότατοι βρετανοί black midi με το ντεμπούτο τους στην Rough Trade «Schlagenheim«.

Έγραφα πέρυσι τέτοιες μέρες για το «YRU Still Here?» των Ceramic Dog τα παρακάτω, τα οποία ισχύουν σχεδόν στο ακέραιο για το φετινό ντεμπούτο των black midi: «Θα «αποκαλύψω» σε αυτό το σημείο ότι είμαι από αυτούς που εκτιμούν ότι η ροκ μουσική έχει λίγο–πολύ ολοκληρώσει επιτυχώς τον κύκλο της (και μάλιστα με πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία) και δεν έχει και πολλά επιπλέον να δώσει στο μέλλον. Δεν είναι για δάκρυα αυτό. Ούτε για γκρίνια. Για την ακρίβεια δεν το θεωρώ καθόλου κακό, αλλά – τόσες δεκαετίας δημιουργικής ροκ πράξης μετά – μάλλον νομοτελειακό το βρίσκω και σε ένα βαθμό φυσιολογικό. Το «αποκαλύπτω», σε αυτό το σημείο, για να το ανατρέψω εν μέρει: αν το ροκ και τα διάφορα παρακλάδια του (μην τα αναφέρουμε τώρα όλα, ε;) έχουν κάποιο μέλλον, τότε αυτό το μέλλον το άκουσα στο 2ο άλμπουμ των Ceramic Dog του Marc Ribot και της παρέας του.»

Βάλτε στη θέση του άλμπουμ των Ceramic Dog το ντεμπούτο των black midi και κάνει το ίδιο. Σπεύδω να προσθέσω ότι τα δύο αυτά άλμπουμ δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Όμως στα αυτιά μου λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Ανανεώνουν τα εκφραστικά μέσα του ροκ (πράγμα ολοένα και πιο δύσκολο λόγω της πολύ μεγάλης και πολύ δημιουργικής ιστορίας του) και το προχωρούν μπροστά.

Μιας και αναφέρθηκα στην ιστορία του ροκ να πω ότι οι παλαίμαχοι Bruce Springsteen («Western Stars»),  Iggy Pop («Free») έδωσαν σπουδαία άλμπουμ μέσα στο 2019 ενώ ένα σκαλί πιο κάτω (αλλά σίγουρα δυνατά) ήταν και τα «Three Chords and The Truth» του Van Morrison και  «Colorado» του Neil Young, το πρώτο του άλμπουμ με τους Crazy Horse από το … 1971. Και μιλάμε για την ιστορία του ροκ στην κυριολεξία. Ο Neil Young είναι 73 χρονών, ο Van «The Man» είναι 74, ο Bruce έκλεισε τα 70, ενώ ο Iggy είναι 72. Ευθαρσώς ομολογώ ότι τους ζηλεύω (με την καλή έννοια). Μακάρι να έχω και ο ίδιος την δική τους δημιουργικότητα και τη δική τους διάθεση όταν (κι εφόσον) φτάσω στην ηλικία τους.

Καλύτερο από όλα τα άλμπουμ πάντως σε αυτήν την κατηγορία βρήκα το «Thanks for the Dance» του Leonard Cohen ο οποίος βέβαια απεβίωσε το 2016 σε ηλικία 82 ετών. Το νέο άλμπουμ του όμως είναι πράγματι …νέο. Περιέχει τραγούδια των οποίων δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει τις ενορχηστρώσεις τους. Άφησε όμως πίσω του παρακαταθήκη στον υιό του Adam Cohen (ικανότατος τραγουδοποιός και ο ίδιος) a capella ηχογραφήσεις με οδηγίες για το πως θα τις ολοκληρώσει. Το οποίο και συνέβη με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Μένουμε στο ροκ αλλά αλλάζουμε γενιά και πιάνουμε τους 55άρηδες – 60άρηδες: Οι The Dream Syndicate ζουν πραγματικά μια δεύτερη νεότητα. Το «These Times« ήταν ακόμη καλύτερο και από το πρώτο άλμπουμ της επανασύνδεσης τους (και καλύτερο από τις λιγότερο δυνατές στιγμές της νεότητας τους). Παραμένουν εξαιρετικοί και στα live όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε και στην Αθήνα τόσο το 2019, όσο και το 2018.  Οι Tindersticks με το «No Treasure But Hope«, o Joe Henry με το «The Gospel According To Water« αλλά και ο Mike Scott με τους Waterboys και το «Where The Action Is« (άλλη αξέχαστη συναυλία του 2019, ) έδωσαν πολύ όμορφα άλμπουμ που μου πρόσφεραν συγκινήσεις. Θα μου άρεσε να είναι στη λίστα με τα καλύτερα του 2019 και το «Beneath the Eyrie» των Pixies, αλλά παρότι αισθητά καλύτερο από τα προηγούμενα άλμπουμ της επανασύνδεσης τους, δεν ήταν αρκετά δυνατό. Το αναφέρω όμως θέλοντας να επισημάνω ότι δεν θεωρώ καθόλου αυτονόητο πως όποιο άλμπουμ κι αν καταθέσουν οι «παλιοί» είναι a priori «χρυσός». Μέσα στο 2019 όμως είχαμε μία σειρά πολύ όμορφων άλμπουμ από τους παλαίμαχους του ροκ που αν μην τι άλλο αποδεικνύει ότι δεν έφτασαν καθόλου τυχαία εκεί που έφτασαν.

Αυτό δεν αναιρεί την άποψη μου για το ροκ που ανέφερα παραπάνω. Οι παλαίμαχοι κάνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά, το εξελίσσουν όσο είναι δυνατόν να εξελιχθεί και ειδικά φέτος μας χάρισαν απολαυστικούς δίσκους. Αλλά δεν περιμένει κανείς από αυτούς να ανακαλύψουν καινούργια εκφραστικά μέσα. Δεν θα ήταν ίσως δυνατόν άλλωστε κάτι τέτοιο. Επιμένω άρα στην αίσθηση μου ότι το ροκ έχει (επιτυχώς) ολοκληρώσει τον κύκλο του (με τις λίγες εξαιρέσεις τύπου black midi, Ceramic Dog που ανέφερα παραπάνω και που θα εξακολουθούν να εμφανίζονται αραιά και που και να ανανεώνουν το είδος όσο μπορεί να ανανεωθεί) και ότι το ενδιαφέρον για το καινούργιο και το συναρπαστικό έχει μεταφερθεί σε άλλους ήχους. Πιο συγκεκριμένα στην jazz (ιδίως την ευρωπαϊκή) αλλά και στο κατά βάση instrumental είδος που με μία λέξη θα μπορούσαμε ίσως να ονομάσουμε Cinematic. Ξεκινώντας από το δεύτερο, τα «Temporal« της Καναδής Julia Kent, «Handfuls of Night« των Penguin Cafe και «To Believe« των Cinematic Orchestra ήταν εξαιρετικές δουλειές. Το είδος πιθανότατα δεν θα αποκτήσει ποτέ τη μαζικότητα που απολάμβανε το ροκ στο παρελθόν, καθώς στην συντριπτική πλειοψηφία τους τα κομμάτια του είδους δεν έχουν στίχο, αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.

Και μιας και μόλις ανέφερα ότι το cinematic είδος κατά κανόνα δεν έχει στίχο… το εξαίρετο «Anima» του Thom Yorke σε ποιο είδος το κατατάσσεις; Μήπως είναι όντως cinematic; ή μήπως είναι ροκ; όχι δεν είναι electronica. Μοιάζει αλλά δεν είναι. Μήπως είναι απλώς indie; ή alternative; αν είναι κάτι από τα δύο τελευταία τότε ποια στο καλό είναι η διαφορά μεταξύ τους; και σε κάθε περίπτωση … που είναι οι κιθάρες;

Δεν έχω απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Αλλά ξέρω ότι το τραγούδι το οποίο μου άρεσε περισσότερο μέσα στο 2019 είναι το Dawn Chorus.

Πίσω στην Ευρωπαϊκή jazz, μην την αφήσουμε σε εκκρεμότητα. Ευρωπαϊκή jazz δεν είναι μόνο η βρετανική, παρά την ανανέωση της και την ακμή της των τελευταίων χρόνων. Κάθε άλλο. Το «WE« του Yves Theiler Trio (Ελβετία), το «Smell / Colours / Noise« των πρωτοεμφανιζόμενων Νορβηγών Bangkok Lingo  και σε μικρότερο βαθμό το «In The End of the Night» των επίσης Νορβηγών Oddgeir Berg Trio (που φέτος κατά κάποιο τρόπο με απογοήτευσαν καθώς το άλμπουμ τους ήταν αισθητά λιγότερο συναρπαστικό του περσινού τους «Before Dawn» το οποίο είχε βρεθεί μέσα στην πρώτη πεντάδα μου) επιτυγχάνουν πολύ υψηλό σκορ και αποδεικνύουν για ακόμη μία χρονιά  ότι πράγματι κάτι σημαντικό δείχνει να συμβαίνει στην jazz της γηραιάς ηπείρου.

Αφήνοντας την jazz αλλά μένοντας στην Ευρώπη δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω, ανάμεσα από τα άλμπουμ από διάφορες χώρες της που άκουσα, το εξαιρετικό ντεμπούτο «Touching Distance» των Ολλανδών TV Wonder οι οποίοι αν καταφέρουν να ξεφύγουν από την «do it yourself » κατάσταση που βρίσκονται και επιτύχουν να κλείσουν συνεργασία με κάποια κάπως δυνατή δισκογραφική έχουν το ταλέντο για σπουδαία πράγματα.

Και στην Ελλάδα; τι έγινε στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα οι Θραξ Πανκc κυκλοφόρησαν επιτέλους – σε δική τους εταιρεία –  (μετά από χρόνια μεγάλης συναυλιακής επιτυχίας) το πρώτο full άλμπουμ τους με τίτλο το όνομα τους, η Eleni Era (Κύπρος – Luvana Records) παρέδωσε το πολύ όμορφο ντεμπούτο της με τίτλο «Rise Love» (που μόνο σαν ντεμπούτο δεν ακούγεται) και o Coti K. με το σχήμα του The Man from Managra συνέχισε την σειρά απολαυστικών άλμπουμ  με το «King Time« (Inner Ear).

Την μεγαλύτερη έκπληξη έκανε ο πολυπράγμων Φώτης Σιώτας ο οποίος κυκλοφόρησε σε στίχους Θοδωρή Γκόνη και συμμετοχή διαφόρων τραγουδιστών το λαϊκό άλμπουμ «Τα Δεύτερα» (Ogdoo Music Group). Δεν νομίζω ότι περιμέναμε ένα τέτοιου ύφους άλμπουμ από τον Σιώτα. Το τόλμησε όμως και πέτυχε καθώς εκτός του ότι το άλμπουμ κρύβει μέσα του κάποιες απολαυστικές στιγμές, επιτυγχάνει και αυτό που φαντάζει φαινομενικά ακατόρθωτο. Να ανανεώσει το είδος του λαϊκού τραγουδιού.

Θα έβαζα στην παραπάνω λίστα και το ντεμπούτο των Dury Dava ( επίσης Inner Ear) καθώς πιστεύω για αυτούς λίγο – πολύ ότι έγραφα παραπάνω και για τους Βρετανούς black midi. Πράγμα σπουδαίο από μόνο του. Όμως αυτό που με κρατάει «πίσω» και μου στερεί πόντους από την απόλαυση κατά την ακρόαση του άλμπουμ τους είναι ότι μου δημιουργούν την εντύπωση ότι δεν παίρνουν και πολύ τον εαυτό τους στα σοβαρά. Αν ισχύει αυτό – εύχομαι να έχω άδικο – είναι πολύ κρίμα καθώς αυτός ο συγκερασμός ετερόκλητων ειδών που  επιτυγχάνουν σε σημαντικό βαθμό με το ντεμπούτο τους, καθώς και  το «ηχητικό» στοίχημα που έχουν βάλει είναι πολύ σημαντικά και πολύ σοβαρά. Σε συνδυασμό με τις εκτελεστικές τους ικανότητες μπορούν να πατήσουν υψηλές κορυφές.

Παραδοσιακά στις ετήσιες ανασκοπήσεις μου, δεν αναφέρομαι εσκεμμένα στις κυκλοφορίες της Puzzlemusik καθώς ως γνωστό είμαι ο ιθύνων νους της εταιρείας και ο επικεφαλής της, οπότε και δεν θεωρώ σωστό να αναφέρομαι στις κυκλοφορίες της σε ένα κείμενο που το περιεχόμενο του είναι τα «καλυτερα» της χρονιάς.

Φέτος όμως νιώθω ότι θα ήταν άδικο να μην αναφερθώ στο «Παραλογές του Άχρηστου» του Μπάμπη Παπαδόπουλου μιας και δεν είμαι ο μόνος που θεωρεί το άλμπουμ αυτό ως ένα από τα καλύτερα της χρονιάς – αν όχι το καλύτερο -. Προς … υπεράσπιση μου μπορείτε να ανατρέξετε στις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ που έχουν ήδη δημοσιευθεί από συντακτικές ομάδες ή μεμονωμένους συντάκτες για να διαπιστώσετε ότι είναι το άλμπουμ με τις περισσότερες εμφανίσεις στις λίστες αυτές. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις βρίσκεται στην πρώτη θέση της λίστας.

Τα παραπάνω άλμπουμ είναι τα άλμπουμ που προσωπικά θα χαρακτήριζα ως τα καλύτερα της χρονιάς που μας πέρασε μέσα από την παραγωγή των 415 άλμπουμ ελληνικής παραγωγής που συνολικά κυκλοφόρησαν μέσα στο 2019.

– Χρονιά που όποιος δεν είχε πάρει είδηση την παντοκρατορία του trap στα top των streaming services και του You Tube της ελληνικής επικράτειας, την συνειδητοποίησε με την τεράστια επιτυχία του Sin Boy και του «Mama?»

– Χρονιά που εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά η 17χρονη αμερικανίδα  Billie Eilish που σάρωσε διεθνώς με το εξαιρετικό ντεμπούτο της «When We All Fall Asleep, Where Do We Go?».

– Χρονιά που το (μετριότατο) νέο άλμπουμ της Madonna «Madame X» επιβεβαίωσε πως ο ρόλος που εξυπηρετούσε η καλλιτέχνης επί σειρά δεκαετιών (αυτός της mainstream μουσικής η οποία έχει ταυτόχρονα καλλιτεχνικό βάρος)  καλύπτεται εδώ και καιρό από την Lana Del Ray (πάρα πολύ καλό το φετινό της «Norman Fucking Rockwell!») καθώς και από άλλες καλλιτέχνιδες, ενώ από φέτος και πέρα θα καλύπτεται και από την προαναφερθείσα Billie Eilish.

– Χρονιά που σταμάτησε να ακούγεται το μεγαλύτερο αστείο που κυκλοφορούσε εδώ και μια δεκαετία ανάμεσα στις τάξεις των μουσικόφιλων:  «Φέτος θα κυκλοφορήσει το νέο άλμπουμ των Tool !» Ε, λοιπόν, 13 χρόνια μετά το «10.000 days» που είχε κυκλοφορήσει το 2006, οι Tool κυκλοφόρησαν μέσα στο 2019 το «Fear Inoculum». Πολύ καλό ήταν (αυτό τους έλειπε άλλωστε), αλλά ούτε προσθέτει, ούτε αφαιρεί πόντους από την δισκογραφία τους. Απλώς χάσαμε το standard αστείο μας.

– Χρονιά που επιβεβαίωσα ότι όσο και αν προσπαθώ να παρακολουθώ το τι κυκλοφορεί και το τι συμβαίνει στις μουσικές σκηνές πέρα του αγγλοσαξωνικού τόξου, κατά τα φαινόμενα δεν θα το καταφέρω ποτέ.  72 από τα συνολικά 130 άλμπουμ που άκουσα προσεκτικά, τελικά προέρχονταν από αγγλοσαξωνικές χώρες (ποσοστό 55,38%). 29 ήταν ελληνικής παραγωγής (ποσοστό 22,31 %) και άλλα τόσα (άρα επίσης 22,31 %) προέρχονταν από όλες τις άλλες χώρες του κόσμου μαζί.

– Χρονιά που προβληματίστηκα έντονα για το πως είναι δυνατόν  άραγε να ξεχωρίσει μία άξια διεθνούς καριέρας ελληνική κυκλοφορία και να κάνει κάποια κατάσταση; είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο σε ένα τοπίο στο οποίο το ενδιαφέρον των μουσικόφιλων διεθνώς μονοπωλείται κυρίως από την αμερικανική και την βρετανική βιομηχανία, ενώ παράλληλα το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού μοιράζεται ανάμεσα στις ίδιες αυτές βιομηχανίες και στην κατά τόπους εγχώρια παραγωγή;

Σταματώ εδώ καθώς αυτό το τελευταίο θα μπορούσε να είναι αντικείμενο ξεχωριστού κειμένου της στήλης.

Επίσης, σταματώ εδώ, καθώς αν συνεχίσω αυτήν την τυχαία διαδρομή τελικά θα καταλήξω όντως να αναφέρω 50 άλμπουμ. Και όπως ήδη έγραψα στην αρχή θεωρώ ότι δεν έχει και πολύ νόημα η λίστα να είναι τόσο μεγάλη.

Καλή χρονιά, ευτυχισμένο και δημιουργικό το 2020 !

Α… και καλές ακροάσεις!