Πώς να περιγράψει κανείς ένα εκτενές μυθιστόρημα που τυλίγεται ανάμεσα σε δυο αριστουργηματικά κεφάλαια, το πρώτο και το τελευταίο; Ο Οσιάν Βουόνγκ προσπάθησε όσο μπορούσε να δικαιώσει αυτούς που λάτρεψαν το βιβλίο του Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι. Ο Αμερικανοβιετναμέζος ποιητής, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος εξελίσσεται σε αγαπημένο παιδί των Αμερικανικών γραμμάτων. Στο δεύτερο αυτό μυθιστόρημά του συμπεριφέρεται αφηγηματικά όπως και στο προηγούμενο. Βάζει τα δυνατά του και αρχίζει με ένα εντυπωσιακό κεφάλαιο που όσο το διαβάζεις λες «δώσε μου κι άλλο».

Η συνέχεια, βέβαια, δεν είναι ανάλογη, κι αυτό επιδέχεται πολλές εξηγήσεις. Η σύγχρονη λογοτεχνία έχει, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε ένα εικαστικό όρο, νέο-ρεαλιστικό προσανατολισμό. Αυτό σημαίνει πως οι συγγραφείς που φλερτάρουν με την επιτυχία διαλέγουν τα πιο παρακατιανά υλικά της εποχής μας για να συνθέσουν τον φανταστικό τους κόσμο. Ο Βουόνγκ δεν εξαιρείται από αυτή τη μόδα, ίσως μάλιστα να υπερβάλλει λίγο θέλοντας να αφομοιωθεί αρμονικά στο βορειοαμερικανικό λογοτεχνικό μάρκετινγκ. Επιλέγει τους ήρωές του από προκάτ κατασκευές της αμερικάνικης πραγματικότητας, αδιαφορώντας αν μπορεί να τους διαχειριστεί προς όφελός του. Με τον τρόπο αυτό βιομηχανοποιεί τα πάντα: τη γεύση, τον έρωτα, τη μετανάστευση, την επιβίωση, τις ανθρώπινες σχέσεις, την μικρή και μεγάλη Ιστορία, τα όνειρα και τις ψευδαισθήσεις όλων μας. Τόσο τα πρόσωπα όσο και τα πράγματα έχουν ήδη υποστεί μια υπερ-επεξεργασία από την υφιστάμενη βαρβαρότητα των ημερών μας, προτού φτάσουν στα χέρια του συγγραφέα. Εκείνος με τη σιγουριά του υπνοβάτη, χρησιμοποιεί τα πάντα με τη λογική της χαλκομανίας, χωρίς το απαραίτητο βάθος.

Στην ουσία οι χαρακτήρες του στερούνται αφηγηματικής χημείας με εξαίρεση το δίδυμο Χάι και Γκραζίνα που φαίνεται να λειτουργεί ικανοποιητικά, αποδίδοντας σκηνές με χιούμορ και αλληγορική χάρη. Ο Χάι, ο δεκαεννιάχρονος Αμερικανο-βιετναμέζος, κάτοικος της Ανατολικής Χαράς του Κονέκτικατ και η Γκραζίνα, η ηλικιωμένη γυναίκα από τη Λιθουανία που καλπάζει ολοταχώς προς την άνοια βρίσκουν τον τρόπο να συνεννοηθούν μυθιστορηματικά. Όλοι οι άλλοι ή σχεδόν όλοι, τα παιδιά του φαστφουντάδικου, οι μανάδες του Χάι και του εξαδέλφου Σόνι και ο υπόλοιπος θίασος, επινοούνται για να γεμίσουν τις σελίδες του βιβλίου. Στα σημεία αυτά ο αναγνώστης αισθάνεται ότι τίποτα δεν προχωρά, και αρκείται στα αναμασήματα της πλοκής που βλάπτουν σοβαρά την αξία του μυθιστορήματος. Όπου υπάρχει αμηχανία επιστρατεύεται το καλαμποκόψωμο της Μπι Τζέι ως από μηχανής θεός.

Είναι φανερό ότι ο Βουόνγκ θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της επιτυχίας. Καταπιάνεται ακόμα και με τον χιλιοειπωμένο Αμερικανικό εμφύλιο, σαν να δίνει εξετάσεις για την απόκτηση υπηκοότητας. Αντί να καταγγείλει το αμερικάνικο όνειρο, καταπίνεται από αυτό, για εκατοντάδες σελίδες, αναδυόμενος ξανά μόνο προς το τέλος, όπου η μυθιστορηματική κατακλείδα είναι πραγματικά αριστουργηματική. Κοντολογίς ο χαρισματικός Βουόνγκ τα δίνει όλα για τη δόξα, μόνο που πρέπει κάποιος να του θυμίσει τη ρήση του Τρόλοπ, ότι δηλαδή: «η επιτυχία στη λογοτεχνία είναι δηλητήριο που πρέπει κανείς να το πάρει σε ώριμη ηλικία, και τότε ακόμα μόνο σε δόσεις». Αλλιώς παραφράζοντας το τέλος του μυθιστορήματος του Βουόνγκ θα φτάσουμε να μιλάμε για ένα απλό, αδύναμο συγγραφέα που ζει μονάχα μια φορά.

Η μετάφραση του Δημήτρη Μαύρου κρίνεται επαρκής.

Διαβάστε επίσης:

Όσιαν Βουόνγκ – Ο αυτοκράτορας της Χαράς: Βιβλίο για την επιβίωση, τη φιλία και την οικογένεια που επιλέγουμε