Την νέα έκδοση του Λοιμού του Αντρέα Φραγκιά (με επίμετρο του Δημήτρη Χριστόπουλου ακολουθεί τώρα Η Καγκελόπορτα (πρωτοεκδόθηκε το1962), με πρόλογο του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

«Μερικές φορές που σε είδα χαμογελαστή ήσουν πολύ όμορφη». Αυτά όμως δεν λέγονται κι ούτε ξέρεις τι μπορεί να την κάνει χαρούμενη. Ό,τι και να ’ναι θα χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Όλα τα ζωντανά πλάσματα διψάνε για κάτι. Κι ο κουτσός σκύλος που πάει μπροστά κι αυτοί οι δυο που κουβεντιάζουν στη γωνιά κι οι σκονισμένες πιπεριές, ακόμα κι η σκουξιά του τραίνου κι η ασετιλίνη του στραγαλατζή κι αυτός που κατεβαίνει με θάρρος. Όλα θέλουν δροσιά για να συντηρηθούν. Αν ξεραίνεται το σάλιο σου είναι γιατί κουράστηκες ώσπου να καταλάβεις ότι η στέγνια που νιώθεις γύρω σου είναι για σένα μια παντοτινή κατάσταση.

Να τι είχε γράψει ο Μανόλης Αναγνωστάκης για την Καγκελόπορτα «Ο Ανδρέας Φραγκιάς δεν είναι συγκινητικός. Είναι συγκινημένος. Δεν είναι λυρικός ή αντίθετα ωμός και βίαιος. Είναι πονεμένος. Δεν οργίζεται και δεν αγανακτεί με κραυγές γιατί έχει κατασταλάξει μέσα του και γνωρίζει πού σκοπεύει. Δεν είναι προγραμματισμένος και αποδεικτικός, γιατί η ανθρωπιά του είναι βαθύτερη και βιωμένη και ξέρει το μεγάλο μυστικό της καλλιτεχνικής αγωγής: την υποβολή. Δεν είναι περίκομψος, με φραστικές τολμηρότητες και γλυκερές αισθηματολογίες, γιατί πέρα από τον ποιητικισμό των λέξεων έχει συλλάβει το ουσιαστικότερο: την αληθινή ποίηση της ζωής».

Η Καγκελόπορτα «τους προστατεύει αλλά και τους μαντρώνει. Οι περιστάσεις το έφεραν οι άνθρωποι εκεί να γίνουν αυτοσχέδιοι έμποροι που καταβροχθίζουν χαλασμένες κονσέρβες για ν’ αποδείξουν στον υποψήφιο αγοραστή τη φρεσκάδα τους, βιοτέχνες εκ του προχείρου που στήνουν μία επιχείρηση με αργαλειούς, οξυγονοκολλητές που η λάμψη τους φωτίζει αισθησιακά τα κορίτσια της γειτονιάς που όμως η καρδιά εκείνων σκιρτά στο άκουσμα της εξάτμισης μιας μοτοσικλέτας». -Μένης Κουμανταρέας

Ήταν ο άνθρωπος του κάθε ανθρώπου. Ήταν ο άνθρωπος που μόλις τον γνώριζες, μόλις μιλούσες μαζί του, αισθανόσουν ότι είναι δικός σου. Eίχε μια επικοινωνία με τους ανθρώπους ιδιαίτερη. Άμεση, χωρίς τερτίπια. Έτσι είναι και τα βιβλία του· έχουν μια απέραντη ανθρωπιά. -Ασπασία Παπαθανασίου

O νεορρεαλισμός των δύο πρώτων μυθιστορημάτων του (Άνθρωποι και σπίτια, Kαγκελόπορτα) στηριζόταν σε μια πονετική αλλά οξύτατη βυθομέτρηση του ψυχισμού των ηρώων του και σε μια ρεαλιστική θέαση του κόσμου. Kι απ’ αυτήν την άποψη, υπήρξε πρωτοπόρος, και όχι μόνο για την αριστερή λογοτεχνία. O Λοιμός των «πέτρινων χρόνων» στη συνέχεια, έδειξε πως κανένα Άουσβιτς δεν θα οριοθετήσει ποτέ τη φρίκη, και η αλληγορία του μας δείχνει, σήμερα προπάντων, πως η Mακρόνησος είναι παντού.Χρύσα Προκοπάκη

Αντρέας Φραγκιάς – Πληροφορίες για τον συγγραφέα

Ο Αντρέας Φραγκιάς (1921-2002) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην ΑΣΟΕΕ χωρίς να πάρει το πτυχίο του. Συμμετείχε ενεργά στην Αντίσταση και το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία για οχτώ μήνες. Τη στρατιωτική του θητεία την υπηρέτησε επίσης εξόριστος στη Μακρόνησο.

Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία από το 1945. Πρώτη εφημερίδα με την οποία συνεργάστηκε, η Ελεύθερη Ελλάδα· τελευταία, η Καθημερινή. Έγραφε επίσης στο περιοδικό Αντί με ψευδώνυμο. Ήταν μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Άρη Αλεξάνδρου και του Δημήτρη Χατζή.

Στον χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1955 με το μυθιστόρημα Άνθρωποι και σπίτια και ακολούθησε το 1962 η Καγκελόπορτα (η οποία γυρίστηκε και ταινία, σκηνοθεσία Δημήτρη Μακρή, 1978). Ολιγογράφος, αντλεί τα θέματά του, όπως πολλοί μεταπολεμικοί πεζογράφοι, από την πραγματικότητα που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τα μεταπολεμικά τραύματα που δεν πρόλαβαν να επουλωθούν, λόγω της επιβολής της δικτατορίας. Το έργο του κινείται στην κατεύθυνση του ρεαλισμού, μπολιασμένο με πολλά νεωτερικά στοιχεία. Ειδικά στα δύο τελευταία έργα του, τον Λοιμό (1972) και το δίτομο Το πλήθος (1985-1986), καταθέτει μια γραφή πολύ προσωπική, με έντονο το φανταστικό στοιχείο, που περιγράφει μοναδικά τον εφιάλτη της απανθρωποποίησης στον σύγχρονο πολιτισμό.

Έγραψε με τον Νίκο Βώκο το σενάριο της ταινίας Το μεροκάματο της ευτυχίας (σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρόπουλου, 1960) και με τον Γεράσιμο Σταύρου το θεατρικό Πέντε στρέμματα Παράδεισος (θίασος Βασίλη Διαμαντόπουλου, 1962).

Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1988, για το έργο του Το πλήθος) και το 2000 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, ρωσικά, ρουμανικά, ουγγρικά και γαλλικά.