Από τις Εκδόσεις  Εξάντας κυκλοφορεί το βιβλίο Το μοναστήρι της Πάρμας του Σταντάλ σε μετάφραση του Γιώργου Σπανού.


Το δεύτερο ολοκληρωμένο αριστούργημα του Σταντάλ: μια εξαίσια αναπόληση του Μιλάνου του 1796, τον καιρό της γαλλικής κατοχής, το δράμα του Βατερλό, όχι όπως θα το δει ένας επιτελικός, μα ένας ταπεινός «ηθοποιός» του. Στο μυθιστόρημα υπάρχει ακόμα η σχολαστική απεικόνιση μιας μικρής ιταλικής αυλής του Risorgimento, της Ανάστασης, όταν ξυπνά η γεύση της ελευθερίας και οι παλατιανοί μετέρχονται κάθε μέσο, βίαιο ή πανούργο, για να παρατείνουν το δεσποτισμό τους. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη, γραφικές, σπαρταριστικές, ολοζώντανες. Το ύφος πικάντικο, όλο αιφνιδιασμούς για τον αναγνώστη, ασύγκριτο.


Ο Σταντάλ (ψευδώνυμο του Henri Beyle) γεννήθηκε στη Γκρενόμπλ το 1783 και πέρασε μια ζωή γεμάτη περιπλανήσεις και ερωτικά πάθη. Από το Παρίσι στο Μιλάνο, κι από κει με τις στρατιές του Ναπολέοντα στη Γερμανία, τη Ρωσία, την Αυστρία. Μετά την Παλινόρθωση του 1814 βρέθηκε και πάλι στην Ιταλία, απ όπου απελάθηκε εφτά χρόνια αργότερα ως ύποπτος κατασκοπείας. Από το 1821 ως το 1830 στο Παρίσι πάλι, είδαν το φως τα πρώτα του μυθιστορήματα, η «Αρμάνς» (1827) και «Το κόκκινο και το μαύρο» (1829). Το 1831 η Ιουλιανή Μοναρχία τον διόρισε πρόξενο στην Τσιβιταβέκκια, κοντά στη Ρώμη, όπου έμεινε ως το τέλος της ζωής του. Πέθανε από αποπληξία το 1842. Αρκετά νωρίτερα είχε προφτάσει να συνθέσει το επιτύμβιό του: «Έζησα, έγραψα, ερωτεύτηκα».