Μου προξένησε έκπληξη η πληροφορία όταν έπεσε στην αντίληψη μου. Για την συναυλία των Waterboys της Πέμπτης 21/11/2019 στην Αθήνα  είχαν απομείνει μόνο μια χούφτα εισιτήρια κι έτσι ανακοινώθηκε και δεύτερη εμφάνιση του συγκροτήματος για την επόμενη μέρα, Παρασκευή 22/11/2019.

Ήθελα να πάω στη συναυλία οπωσδήποτε και μιας και  είχα αμελήσει να φροντίσω για εισιτήριο, έσπευσα να το αγοράσω για να μην μείνω εκτός. Αλλά η απορία μου έμεινε. Πώς έγινε αυτό;

Θα μου πεις, οι Waterboys έχουν κοινό στην Ελλάδα. Έχουν γερές βάσεις στην χώρα μας ήδη από την περίοδο της ακμής τους (1985 – 1988) στην ουρά της οποίας ακμής έβγαλαν και ένα πολύ μεγάλο hit (το «Fisherman’s Blues» από το ομώνυμο άλμπουμ) που ακούγεται ακόμη ως τις μέρες μας, 30 και κάτι χρόνια μετά. Χώρια οι προηγούμενες  μεγάλες επιτυχίες τους «The Whole of the Moon«, «Don’t Bang the Drum» και «The Pan Within» από το all time classic άλμπουμ τους «This is the Sea«, χώρια το (σημαντικό στην εποχή του) airplay που πήρε – ειδικά στη χώρα μας – το «The Return of Pan» από το μεταγενέστερο (1993) «Dream Harder» άλμπουμ. Οπότε προς τι η έκπληξη;

Είναι επιτυχημένο και ενεργό συγκρότημα από το 1983 (αν εξαιρέσεις την περίοδο 1994-1999 κατά την οποία διέλυσαν και ο Mike Scott – η «ψυχή» του συγκροτήματος – κυκλοφόρησε δύο πολύ καλούς solo δίσκους πριν την επανασύσταση τους το 2000 με το «A Rock in the Weary Land»), εξακολουθούν να βγάζουν καλούς δίσκους όπως το φετινό «Where The Action Is» ή το ακόμη καλύτερο «An Appointment with Mr. Yeats» του 2011, οπότε γιατί όχι; Γιατί να μην είναι sold out η πρώτη μέρα και να μην προσθέσουν και δεύτερη;

Η απάντηση βρίσκεται στην παρένθεση της προηγούμενης παραγράφου.  Και εξηγώ: το 1991, κι ενώ είχε ξεκινήσει η κουβέντα για την προετοιμασία και  τις ηχογραφήσεις του -τότε- επόμενου άλμπουμ των Waterboys, τα εναπομείναντα μέλη του συγκροτήματος  (που γενικά η σύνθεση τους είχε γνωρίσει κάποιες αλλαγές κατά τα προηγούμενα χρόνια όπως συμβαίνει με αρκετά σχήματα) άρχισαν ένας – ένας να εγκαταλείπουν, μέχρι που τον Δεκέμβριο του 1991 αποχώρησε και το τελευταίο μέλος (πλην του Mike Scott). Δεν έχει πολύ σημασία το γιατί συνέβη αυτό. Συμβαίνουν αυτά στα συγκροτήματα. Η ουσία είναι ότι το επόμενο άλμπουμ – που έμελλε να είναι το «Dream Harder» –  ολοκληρώθηκε με session μουσικούς και κυκλοφόρησε κατ’ ευφημισμόν με το όνομα The Waterboys παρότι το μόνο μέλος που είχε απομείνει από την αρχική σύνθεση ήταν ο Mike Scott, ο οποίος βέβαια (κακά τα ψέματα) ήταν ο σχεδόν αποκλειστικός τραγουδοποιός του συγκροτήματος. Οι υπόλοιποι κατά καιρούς συνεισέφεραν συνθετικά σε ορισμένα -λίγα- από τα τραγούδια.

Παρόλα αυτά, μετά από αυτήν την εξέλιξη ο Scott δεν βρήκε από ότι φαίνεται και πολύ νόημα να συνεχίσει με  το όνομα «The Waterboys» και μάλλον φυσιολογικά προχώρησε τα επόμενα χρόνια (1995 και 1997) στην κυκλοφορία δύο solo άλμπουμ. Τα προσωπικά αυτά άλμπουμ ήταν πολύ καλά μεν, αλλά δεν πήγαν όμως και τόσο καλά  στα βρετανικά charts. Παράλληλα δεν εμφανίστηκαν στα charts καμίας άλλης χώρας. Να σημειωθεί εδώ ότι το ως τότε κύκνειο άσμα των Waterboys, το προαναφερθέν «Dream Harder» (το οποίο στην ουσία ήταν ένα άλμπουμ του Scott και όχι των Waterboys) είχε φτάσει στο no.5 στην Μεγ. Βρετανία και ήταν η μεγαλύτερη ως τότε επιτυχία του brand name «The Waterboys» ειδικά αν συνυπολογίσει κανείς και τις θέσεις που έφτασε στα charts άλλων χωρών.

Κι έτσι στην συνέχεια ο Scott υιοθέτησε εκ νέου το όνομα των Waterboys και συνέχισε την καλλιτεχνική πορεία του με αυτόν τον τρόπο ως τις μέρες μας. Η σύνθεση του συγκροτήματος που θα δούμε στην Αθήνα την Παρασκευή 22/11 περιλαμβάνει (εκτός του Scott φυσικά) και τον κορυφαίο βιολιστή Steve Wickham ο οποίος μπήκε στο συγκρότημα το 1985, επηρεάζοντας σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό την folk αλά «Fisherman’s Blues» κατεύθυνση τους, αποχώρησε το 1990 αλλά επανήλθε το 2001 και παραμένει αδιάλειπτα μέλος, όλα αυτά τα χρόνια, ως τις μέρες μας. Αλλά η σύνθεση του σχήματος δεν περιλαμβάνει κανένα άλλο μέλος από την κλασική περίοδο του συγκροτήματος. Όλη η υπόλοιπη σύνθεση αποτελείται από  μουσικούς που στην καλύτερη περίπτωση έγιναν «Waterboy» από το 2011 και μετά.

Αυτά όμως, αποδεικνύεται σε σχεδόν κάθε περίσταση, δεν έχουν πολύ σημασία για το κοινό. Καλώς ή κακώς το κοινό έχει αποδείξει στην πράξη ότι ακολουθεί κατά κανόνα το brand name ενός συγκροτήματος ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης σύνθεσης του συγκροτήματος.

Αυτό – και κατά την εκτίμηση μου ίσως μόνον αυτό – εξηγεί και το γεγονός ότι εδώ και πολλά πλέον χρόνια, σχεδόν όλα τα συγκροτήματα που είχαν μεγάλη επιτυχία ή απλώς μια σχετική επιτυχία κάποια στιγμή στο παρελθόν, δημιουργούνται ξανά, ηχογραφούν νέα άλμπουμ και κάνουν περιοδείες. Αν εξαιρέσεις κάποιες λίγες κλασικές περιπτώσεις συγκροτημάτων που δεν έχουν επανασυνδεθεί και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα επανασυνδεθούν  ποτέ (βλέπε The Smiths στην Αγγλία και Τρύπες στην Ελλάδα, για διαφορετικούς λόγους το καθένα) το ένα μετά το άλλο τα γνωστά ή ακόμη και λιγότερο γνωστά brand names συγκροτημάτων του παρελθόντος επανασυνδέονται το ένα μετά το άλλο είτε για άλμπουμ , είτε για συναυλίες ή συνηθέστερα και για τα δύο.

Ο κατάλογος είναι πάρα πολύ μεγάλος, τόσο μεγάλος που δεν βλέπω καν τον λόγο να μπω στην διαδικασία να αναφέρω ενδεικτικά κάποια ονόματα. Θα αναφέρω μόνο ότι το φαινόμενο είναι τόσο κυρίαρχο που δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλοσαξωνικές χώρες που είναι παραδοσιακά οι κυρίαρχες στη μουσική βιομηχανία αλλά έχει επεκταθεί και σε άλλες χώρες. Ακόμη και στην Ελλάδα, μέσα στο 2019, επανασυνδέθηκαν με καινούργιο άλμπουμ – και ακολουθούν συναυλίες – οι Bokomolech και οι Λευκή Συμφωνία.

Για να επιστρέψω στους Waterboys που έδωσαν απλώς την αφορμή για αυτό το κείμενο, εκτιμώ ότι αν  η συναυλία της Πέμπτης 21/11 ήταν μια συναυλία του Mike Scott και όχι των Waterboys, όχι μόνο δεν θα είχε προστεθεί και δεύτερη ημερομηνία την επόμενη μέρα αλλά η πρώτη δεν θα ήταν καν sold out. Βασικά εκτιμώ ότι δεν θα συγκέντρωνε καν ικανοποιητικό αριθμό κοινού παρά το γεγονός ότι το ρεπερτόριο θα ήταν το ίδιο και οι μουσικοί επί σκηνής οι ίδιοι.

Και αυτό – καθώς και το γεγονός ότι οι επανασυνδέσεις έχουν γίνει κοινός τόπος – μας δείχνει ότι πλέον δεν υπάρχει «χώρος» για καινούργια μεγάλα ονόματα. Τουλάχιστον δεν υπάρχει αυτός ο «χώρος» στην ποπ/ροκ και indie μουσική. Το τι μπορεί να φταίει είναι αντικείμενο ενός άλλου κειμένου και άλλων προβληματισμών αλλά το γεγονός παραμένει. Όποιος μένει έξω από το κοπάδι (βλ. ήδη αναγνωρίσιμο brand name συγκροτήματος) τον τρώνε λίγο – πολύ οι λύκοι. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο αναγκαστικά, συγκεντρώνει ξανά το κοπάδι.

Και βέβαια, αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, όχι για τον Mike Scott ή τον Blake Francis και τους υπόλοιπους Pixies ή για τον Steve Wynn και τους υπόλοιπους Dream Syndicate (καθώς αυτοί οι δημιουργοί, αν το επιθυμούν,  έχουν τη λύση της επανασύστασης του αναγνωρίσιμου brand name και καλά κάνουν που ακολουθούν αυτήν την λύση) αλλά για την μοίρα της νεώτερης γενιάς μουσικών ή της αμέσως προηγούμενης που δεν κατάφεραν στο πρώτο τους βήμα να δημιουργήσουν ένα αναγνωρίσιμο brand name.

Την Παρασκευή 22/11 θα είμαι στη συναυλία των Waterboys – έχοντας την επίγνωση ότι στην ουσία πρόκειται για μια συναυλία του Mike Scott και του Steve Wickham – και κάτι μου λέει ότι θα το απολαύσω ιδιαίτερα. Ίσως τόσο πολύ όσο απόλαυσα το live των Dream Syndicate. Οι οποίοι με το φετινό τους άλμπουμ «These Times», δεύτερο άλμπουμ της  επανασύνδεσης τους, έχουν επιτύχει το … ακατόρθωτο. Αυτό που δεν έχει καταφέρει μια στρατιά επανασυνδέσεων. Να  μας παραδώσουν το 2019 το καλύτερο άλμπουμ τους μετά το all time classic ντεμπούτο τους που κυκλοφόρησε το … 1982.

Και το ότι θα είμαι εκεί και θα το απολαύσω είναι καλό και για τους ίδιους και για  εμένα (ως κοινό) και για τη μουσική την ίδια. Αλλά το πρόβλημα παραμένει. Το κοινό δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει τους επόμενους Waterboys, τους επόμενους Dream Syndicate, το κοινό δεν είναι καν σε θέση να συντηρήσει τις κυρίαρχες φιγούρες αυτών των συγκροτημάτων εκτός του πλαισίου του αναγνωρίσιμου brand name του  συγκροτήματος. Κι αυτό δεν είναι και τόσο πρόβλημα για αυτές τις κυρίαρχες  φιγούρες καθώς  αν το επιθυμούν και το αποφασίσουν έχουν τη λύση της επανασύνδεσης. Αλλά είναι κορυφαίο πρόβλημα για τις γενιές των ταλαντούχων  δημιουργών των επόμενων γενεών. Οι οποίοι εγκλωβισμένοι σε ένα δοχείο με νερό καλούνται να κάνουν τον … Χουντίνι πριν ο χρόνος τους τελειώσει. Και αυτό δεν είναι καλό ούτε για τους ίδιους, ούτε για μένα (ως κοινό), ούτε για την μουσική την ίδια.

Θα μου πεις… «τι τα σκέφτεσαι αυτά τώρα…»,  «κανείς καλός δεν χάνεται».

Θα σου πω ότι δεν το πιστεύω αυτό και ότι έχω απαντήσει σχετικά σε παλαιότερο κείμενο της στήλης «Άρση – Θέση»  εδώ.