Το μαγικό σύμπαν των Μίμων, πιο κοντά στις περιοχές της Νέας Κωμωδίας, έρχεται πληθωρικό και υποκριτικά ακραίο, ν’ αποκαλύψει τις πρώτες ακόμα πηγές της έκφρασης. Με τους ανθρώπινους τύπους του, μαστροπούς, μεσίτρες, δασκάλους, βιοτέχνες, την ατμόσφαιρα της πολιτείας, το θόρυβο των δρόμων της, τα μαγαζιά, τα δικαστήρια, τα σχολεία και τα κακόφημα σπίτια της. Ένας κόσμος που βρίσκει τρόπους να ευχαριστιέται και να ευχαριστεί, να διασκεδάζει, να επιβιώνει με πονηριά και χάρη, αν και φτωχός και ξεπεσμένος, προσφέροντας στιγμές ακριβής ευφορίας. Γιατί πάντα, σε στιγμές που όλα είναι μπερδεμένα και σκοτεινά, πηγαίνοντας κανείς στις πηγές, αποκομίζει γνώση κι ευχαρίστηση, την οποία ελπίζει απλόχερα να προσφέρει στους άλλους.

Οι μίμοι ήταν σύντομοι θεατρικοί διάλογοι που ζωντάνευαν μυθολογικά επεισόδια ή στιγμιότυπα του καθημερινού βίου. Η δωρική αυτοσχέδια φάρσα ήταν η πρώτη μορφή που είχε η δραματική τέχνη στην Ελλάδα. Με την άνθηση, όμως, της μεγάλης ποιητικής θεατρικής τέχνης στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, η εικόνα άλλαξε. Το αυτοσχέδιο θέατρο συγκέντρωσε τα έθιμα και τα θέματά του και μετανάστευσε στις δωρικές αποικίες της Σικελίας. Η λέξη μίμος πρωτακούστηκε εκεί. Ο Ηρώνδας σταδιοδρόμησε στο πρώτο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, πιθανότατα στην Αλεξάνδρεια και την Κω. Το έργο του ήταν άγνωστο έως το 1889, όταν βρέθηκε ένας παπύρινος κύλινδρος με οχτώ μιμοδράματά του. Βρέθηκε σ’ έναν τάφο στην πόλη Μαιγίρ (Μοίρες) της Αιγύπτου μαζί με μια μούμια. Η ανακάλυψη, μάλιστα, αυτή ενέπνευσε στον Κωνσταντίνο Καβάφη το ποίημά του «Οι μιμίαμβοι του Ηρώνδα» (1892).

Όπως αναφέρει ο Αλέξης Σολωμός στο έργο του ο Άγιος Βάκχος “[Από τον μίμο] λείπει ο τελετουργικός χαρακτήρας της τραγωδίας και η μαχητική επικαιρότητα της κωμωδίας. Του λείπει και ο χορός. Είναι ένα θέατρο δωματίου, όπως θα λέγαμε σήμερα, με τάση για στοχασμό και επιγραμματισμό. Ένα ταπεινό ξύλινο πατάρι και ένας κουρελομπερντές τους είναι αρκετά. Η μόδα τους ξεπετάγεται σαν ρουκέτα στα μεγάλα ελληνικά κέντρα που είναι κορεσμένα από καλλιτεχνική ποιότητα και κουρασμένα από ωριμότητα σκέψης. Κερδίζουν επιδέξια τις λαϊκές μάζες, τον καιρό που αρχίζει η χρεοκοπία της ποιητικής τέχνης. Από ‘δω και μπρος ο μίμος είναι ένας αυτοσχεδιαστής θεατρίνος που χορεύει, γελάει, τραγουδάει, κάνει τούμπες και μαϊμουδίζει τα πάντα με την έκφραση και την κίνηση. Τα πιο πολλά μιμοδράματα της ελληνιστικής εποχής, στηρίζονται στις πρωτεϊκές ικανότητες των εκτελεστών.

Οι μίμοι δεν έπαψαν να ξεχωρίζουν ανάμεσά μας σαν οι πιο θαυματουργοί ιεροφάντες της ψευδαίσθησης και να κατασκευάζουν με τα πολλά τους ψέματα πολλές αλήθειες. Η τέχνη τους είναι η μόνη δύναμη που βάσταξε αδιάσπαστη τη δύναμη του θεάτρου. Το μιμοθέατρο ήταν πιο προσιτό σε όλους. Τα θέματά του ήταν απλά κι η γλώσσα του λαϊκή. Δεν υπήρχαν γλωσσικοί φραγμοί. Τους καταργούσε η μιμική του προσώπου, του κορμιού και της φωνής. Οι βιοτικές συνθήκες συζητιούνταν πάνω στη σκηνή, οι αδικίες ξεσκεπάζονταν, οι μεγάλοι και τρανοί σατιρίζονταν.”

Οι πληροφορίες για τις παραστάσεις του Ηρώνδα στην αρχαιότητα είναι περιορισμένες. Οι μίμοι ανέβαζαν μπουφόνικες παραστάσεις περιοδεύοντας σε περιοχές της Αττικής και συμμετέχοντας σε συμπόσια. Σπάνια δείγματα ελληνικού μιμοθεάτρου, που διατήρησαν τη διαχρονικότητά τους. Και με την καρδιά του θεάτρου να χτυπά σήμερα μέσα τους, πιο δυνατά από ποτέ.

Συντελεστές

Μετάφραση: Θεοδώρος Στεφανόπουλος
Σκηνοθεσία: Άννα Κοκκίνου
Σκηνικά – Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Επιμέλεια κίνησης: Ανδρονίκη Μαραθάκη
Βοηθός Σκηνοθέτιδος: Μιχάλης Αγγελίδης
Φωτογραφίες: Δημήτρης Ταμπάκης
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ελεάννα Γεωργίου
Πρωτότυπη Μουσική: Νίκος Βελιώτης
Παίζουν: Ρηνιώ Κυριαζή, Νίκος Νίκας, Ρίτα Λυτού, Μαρίζα Θεοφυλακτοπούλου, Αλκίνοος Δωρής, Άννα Κοκκίνου, Ειρήνη Κουμπαρούλη