Αυτό το κείμενο είναι ένας σαββοπούλειος παιάνας, και έχει για παραλήπτη, τον “άνθρωπο-καταναλωτή” της μουσικής του “Νιόνιου”, που περιοδεύει μόνιμα πλέον στον Αττικό ουρανό. Με αφορμή τον θάνατό του, στις 21 Οκτωβρίου, ρίχνουμε μια ματιά στους πιο κομβικούς σταθμούς της ζωής του, με αναφορές στους πιο εμβληματικούς του δίσκους, και ιστορίες από την “κρύπτη” του μεγάλου μας τροβαδούρου.
Το φορτηγό
“Δεκέμβρης του ‘44 με μια μοτοσυκλέτα του ΕΛΑΣ”, γεννιέται στη Σαλονίκη, μέσα στον κυκλώνα των Δεκεμβριανών, από πατέρα Κωνσταντινουπολίτη και μητέρα από τη Φιλιππούπολη της Βουλγαρίας. Εξ απαλών ονύχων, καταλαβαίνει πόσο καλύτερα είναι τα παιχνίδια με τις λέξεις και πώς οι ρήτορες και οι ποιητές σκαρώνουν νόστιμα παραμύθια. Από τα παραμύθια αυτά, πιο πολύ τον γοητεύουν τα σπαθιά και οι ιππότες, συσπειρώνοντας τους φίλους του σε μια συμμορία ξιφομάχων, όπου υπογράφουν στους τοίχους της γειτονιάς τους με τα αρχικά Ε.Ο.Ζ. (Επαναστάται Οδού Ζάννα). Μεγάλος πια, αφήνει μακριά μαλλιά, φόρος τιμής σε εκείνους τους ιππότες των παιδικών του χρόνων.
Φοιτητής για λίγο διάστημα, στη Νομική Σχολή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ιδρυτικό μέλος της ΕΦΕΕ (Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδος) και πρωτοστάτης του φοιτητικού κινήματος 114, παρατάει τις σπουδές και ξεφεύγει από τη στενή, οικογενειακή επιτήρηση για να συνθέσει σιγά σιγά το L(ong)P(lay) της ζωής του.
Το 1963, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, με ωτοστόπ επιβιβάζεται σε ένα κόκκινο φορτηγό και φτάνει στην Αθήνα. Για τις περιπέτειες του ταξιδιού αυτού κυκλοφορεί τον ομώνυμο δίσκο το “Φορτηγό”, όπου μπαίνει στα τοπικά δισκάδικα το 1966 από τη Lyra. Το ταξίδι αυτό του προσφέρει άφθονο κοινωνιολογικό υλικό. Έχουν οι πρώιμοι αυτοί στίχοι του “Φορτηγού” ένα φυτίλι μουσκεμένο με πολιτική κηροζίνη και είναι ο κρότος του δίσκου αυτού εκείνη την εποχή στη χώρα μας, τόσο ηχηρός, όσο τα αμερικανικά πυρά στους Βιετκόνγκ.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Δοκιμάζει διάφορες αναπάντεχες δουλειές – εργάζεται ακόμα και ως γυμνό μοντέλο στην Σχολή Καλών Τεχνών! Για μεγάλο διάστημα, κοιμάται σε παγκάκια ή σε σοφίτες φίλων, και πολλές φορές διανυκτερεύει λαθραία στον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, όπου γνωρίζει τον Μάνο Λοίζο, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Χρήστο Λεοντή και τον Φώντα Λάδη. Το έχει για καμάρι να λέει ότι με τα λεφτά από το πρώτο του 45αρι αγόρασε μια καλή κιθάρα.
Το μεσουράνημα
Αρχίζει τις εμφανίσεις του στις αθηναϊκές μπουάτ· του κολλάνε την ταμπέλα του “νέου κύματος”, εκείνος όμως την αποτινάζει γρήγορα, δημιουργώντας το δικό του μουσικό ιδιώνυμο. Αρχίζει να υπογράφει και τα πρώτα του αυτόγραφα, και μέσα στην τόση ιδιωτική του ευδαιμονία, ο Σαββόπουλος βρίσκεται κάτω από την μπότα της Χούντας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πολιτικός κρατούμενος, ένα φωτιστικό του απέναντι κτιρίου που φαινόταν από τον φεγγίτη του κελιού του, ολόιδιο με εκείνο που κρεμόταν στο πατρικό του σπίτι, γίνεται ο σύνδεσμος με την ελευθερία του. Μέσα στην φυλακή γεννάει τραγούδια που συμπεριλήφθηκαν στους δίσκους-ορόσημα “Μπάλλος” και “Βρώμικο Ψωμί.”
Το ‘67 βγαίνει από την φυλακή και το ‘68 παντρεύεται την Ασπασία Αραπίδου, με την οποία φεύγουν για το Παρίσι. Στη δίνη του Μάη του ‘68, έρχεται σε επαφή με τα οδοφράγματα, τα ακατάληπτα συνθήματα στους τοίχους και πίνει τους καφέδες του με ανθρώπους της διανόησης και των τεχνών, στο Saint Claude. Στην Ιταλία ηχογραφεί το “Περιβόλι του Τρελού” μέσω της δισκογραφικής εταιρείας Electra.
Τη δεκαετία του ‘70, ο Σαββόπουλος μεσουρανεί στα μαγαζιά “Ροντέο” και “Κύτταρο” και συνθέτει τραγούδια ορόσημα, όπως η “Μαύρη Θάλασσα”, η “Συγκέντρωση της ΕΦΕΕ”, το “Ζεϊμπέκικο” που λίγο αργότερα θα ηχογραφήσει με τη Σωτηρία Μπέλλου. Ανεβάζει επίσης τη μεταπολιτευτική σάτιρα “Αχαρνής” του Αριστοφάνη που σημειώνει τεράστια επιτυχία, πλην κάποιων επεισοδίων λόγω του προκλητικού περιεχομένου του. Ταξιδεύει στη Μακρόνησο για να ντύσει μουσικά την ταινία “Χάππυ Νταίη” του Παντελή Βούλγαρη, για το soundtrack της οποίας, βραβεύεται αλλά αρνείται να λάβει το βραβείο. Η κυκλοφορία της “Ρεζέρβας” το 1979 σηματοδοτεί το τέλος της “αριστερής δεκαετίας” του Διονύση Σαββόπουλου.
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, τη δεκαετία του ‘80, πραγματοποιεί την ιστορική συναυλία του στο Ολυμπιακό Στάδιο, το οποίο “βουλιάζει” πρωτόγνωρα από το πλήθος κόσμου που συρρέει για να τον τιμήσει. Σταθμός εκείνης της εποχής, αποτελεί η περίφημη εκπομπή του “Ζήτω το ελληνικό τραγούδι” που διαρκεί έναν μόλις χρόνο, για να χαρτογραφήσει τα διάφορα είδη της ελληνικής μουσικής μέσα από αφιερώματα και παρουσιάσεις παλιών καλλιτεχνών και της επικαιρότητας. Χάρη στην ΕΡΤ, έχει σωθεί όλο το αρχειακό υλικό και είναι διαθέσιμο στην ψηφιακή της πλατφόρμα.
Ήδη από την δεκαετία του ‘80 και συνεχίζοντας το ‘90, παρατηρεί τον εαυτό του και αυτοχαρακτηρίζεται “μικρομεσαίος”. Ο τελευταίος δίσκος του, “Ο Χρονοποιός”, κυκλοφορεί το 1999, λειτουργώντας ως απολογισμός ζωής και ως ένα “συστημένο” για τον τότε εαυτό του, των αναζητήσεων και των πειραματισμών.
Τα τελευταία χρόνια αναλαμβάνει μέντορας και υποστηρικτής της γενιάς των νέων καλλιτεχνών ενώ το 2024 εκδίδει το αυτοβιογραφικό “Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο βιβλίο αυτό διαβάζουμε “ό,τι έγραψα είναι ένα τραύλισμα νομίζω. Αυτό είναι για μένα η μουσική: το θείο τραγούδι που ένα αδέξιο παιδί το λέει κομπιάζοντας, έχοντας στην καρδιά την ακατόρθωτη μελωδία μιας λαχτάρας για τελειότητα από ένα πλάσμα που δεν την έχει.”
Η μνήμη
Η παρακαταθήκη που μας άφησε ο Σαββόπουλος είναι ανεκτίμητης ιστορικής αξίας. Όχι μόνο συνταίριαξε δυτικές και βαλκανικές επιρροές, κεντώντας με ηλεκτρισμό το σιγκούνι της παράδοσης, αλλά ανέλαβε και το ψηφιδωτό έργο του χρονικογράφου – συνέλαβε τους φόβους και τις ελπίδες του Έλληνα και μετέτρεπε κάθε μουσική του κυκλοφορία σε ημερολόγιο ιστορίας.
Διονύση, τώρα που ανέβηκες ψηλά στους ουρανούς και είσαι για τα καλά φυγάς, ποιοι αλήθεια είμαστε εμείς να σε ξεχάσουμε;
Τι θα κάνουμε, τι θα κάνουμε; Θα γίνουμε αληθινοί.
Γράφει η Άννα Αγρέβη
Πηγές:
-Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα – Διονύσης Σαββόπουλος, εκδόσεις Πατάκη
-Ντοκιμαντέρ – Μαθιός Γιαμαλάκης, via YouTube
-Χαίρω πολύ, Σαββόπουλος – Αρχείο ΕΡΤ
-ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ – LONG PLAY – Παραγωγή ΣΚΑΙ