Το έργο
Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Πίντερ, έγραψε το πρώτο του έργο για το θέατρο, Το Δωμάτιο, το 1957. Έκτοτε, στη δραματουργία του ασχολήθηκε με ζητήματα εξουσίας, επιβολής, όπως επίσης με τον χώρο, αλλά και τον χρόνο. Ο Εραστής, γραμμένο το 1962, τοποθετείται χρονικά αλλά και θεματικά, ανάμεσα στις δύο μεγάλες συγγραφικές περιόδους του Πίντερ. Η πρώτη, περιλαμβάνει έργα τα οποία είναι γνωστά με τον όρο «Κωμωδίες της απειλής» και αφορούν σε θέματα που σχετίζονται με την εδαφική διεκδίκηση και κυριαρχία, ενώ στη δεύτερη περιλαμβάνονται τα «Έργα μνήμης» τα οποία ασχολούνται κυρίως με το ζήτημα του χρόνου.
Ο Εραστής θα ήταν δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως γέφυρα, καθώς συνδέει την πρώτη με τη δεύτερη συγγραφική περίοδο. Συγκεκριμένα, στο έργο ένα ερωτικό παιχνίδι αναδεικνύεται σε μάχη επιβολής, η οποία πυροδοτείται από τις φαντασιώσεις που μοιράζεται το ζευγάρι. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο ραδιόφωνο το 1963, ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ανέβηκε στη σκηνή μαζί με το μυθιστόρημα του Πίντερ με τον τίτλο Οι Νάνοι.
Η Σάρα και ο Ρίτσαρντ είναι ένα παντρεμένο, μεσοαστικό ζευγάρι που ζει στα προάστια. Τα τελευταία χρόνια, προκειμένου να σπάσουν την ανία του συζυγικού τους βίου, διατηρούν παράλληλες σχέσεις. Ο Πίντερ με αυτό το έργο διασκεδάζει τις εντυπώσεις αναφορικά τόσο με την έγγαμη ερωτική ζωή, όσο και τους μεσοαστούς. Ο συγγραφέας ο οποίος συνήθιζε να θέτει γρίφους και ερωτήματα, χωρίς όμως να δίνει απαντήσεις, εισάγει στον Εραστή και ένα τρίτο πρόσωπο, το παιδί που φέρνει το γάλα. Έτσι, το κοινό αρχικά παραπλανείται, ηθελημένα από τον συγγραφέα, προκειμένου να πιστέψει ότι πρόκειται για ένα ακόμα τρίγωνο, όμοιο με αυτά που συναντώνται τόσο στην πιντερική, όσο και φυσικά στην ιψενική δραματουργία. Η διάψευση δεν αργεί να έρθει, μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι, κατ’ ουσίαν, πρόκειται για ένα παιχνίδι επικράτησης και κυριαρχίας, αυτή τη φορά ανάμεσα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η παράσταση
Ο σκηνοθέτης μετατόπισε σαφώς τη συγγραφική στόχευση του Πίντερ. Ορμώμενος από τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος είχε αναγνωρίσει στα κείμενά του δική τους ζωή αφότου τα παρέδιδε στο θέατρο, παρανόησε αυτή την ελευθερία με τις αλλαγές στο ίδιο το κείμενο. Εν προκειμένω, ο Αλέξανδρος Κοέν θέλησε να μιλήσει για τη σεξουαλική εκμετάλλευση και κακομεταχείριση της γυναίκας μέσα σε μια σχέση και δή σε έναν γάμο. Προκειμένου όμως να επιτευχθεί αυτή η στόχευση, ο σκηνοθέτης αρχικά εξάλειψε εντελώς το τρίτο πρόσωπο, μετατρέποντας το έργο σε μια απλή ιστορία ερωτικών φαντασιώσεων και πατριαρχικής κυριαρχίας. Η σκηνοθετική αυτή επιλογή έγινε σαφής και από τη μετάφραση, την οποία επίσης υπέγραψε ο σκηνοθέτης. Ενδεικτικό των σκηνοθετικών προθέσεων, το παράδειγμα στο τέλος του έργου, όπου η μετάφραση αναφέρει, «Ρίτσαρντ: Σ’ έχω κλειδωμένη». Στο πρωτότυπο ωστόσο αναφέρεται, «Ρίτσαρντ: Έχω κλειδώσει […] Είσαι παγιδευμένη» (“I’ve locked up […] You are trapped”). Κατ’ αρχάς, ο Πίντερ θέλησε να καταδείξει τον κυριολεκτικό, αλλά κυρίως προσχηματικό εγκλεισμό στην κατάσταση, αλλά και τον χώρο, καθώς το παιχνίδι που παίζουν οι ήρωες σχετίζεται με συνολικότερα ζητήματα κυριαρχίας στη σχέση τους. Άλλωστε, η σχέση της Σάρα και του Ρίτσαρντ προοιωνεί μεταγενέστερα έργα του συγγραφέα, όπως η Επιστροφή.
Οι σκηνοθετικές και μεταφραστικές επιλογές του Α. Κοέν τον οδήγησαν σε περικοπές και αλλαγές στο κείμενο, οι οποίες λειτούργησαν επιζήμια τόσο για τη συνολική κατανόηση του έργου, όσο και για τα νοήματα που υπονοούνται στο κείμενο και στη συγκεκριμένη παράσταση εξαλείφθηκαν. Ως συνέπεια, χάθηκαν όλες οι ατμόσφαιρες του έργου, οι οποίες δομούνται από τις γνωστές πλέον «παύσεις» και «σιωπές» του συγγραφέα. Αντ’ αυτού, το έργο μετατράπηκε σε μια sixties αναβίωση με μουσικές και βιντεοπροβολές από Beatles, Rolling Stones και διαδηλώσεις-διαμαρτυρίες την δεκαετία του 1960, αναδεικνύοντας ζητήματα πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών. Το έργο όμως, όπως άλλωστε το σύνολο της πιντερικής δραματουργίας, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ευρύτερα πολιτικό, αλλά μέσα από την εστίαση σε συγκεκριμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Τέλος, η βιντεοσκόπηση των ερωτικών περιπτύξεων του ζευγαριού, όπως και όλο το παιχνίδι με τη βιντεοκάμερα (η οποία αντικατέστησε το αρχέγονο παιχνίδι των δύο με το γκονγκ) απλώς μείωσε τη σκηνική δεινότητα του έργου.
Οι Ηθοποιοί
Οι δύο ηθοποιοί υπήρξαν ασαφείς και ‘θολοί’ ως προς τις ερμηνείες τους, αναδεικνύοντας την απόσταση που χώρισε την σκηνοθεσία από το αρχικό έργο. Έτσι, η Νικολέτα Καρνέζη (Σάρα) παρέπαιε ανάμεσα σε οδαλίσκη και φοβισμένη σύζυγο, ενώ ο Κωνσταντίνος Αρνόκουρος (Ρίτσαρντ) προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ μιας κακοποιητικής αρρενωπότητας και ενός φοβισμένου υπαλλήλου.
Οι Συντελεστές
Ο Πίντερ, με εξαίρεση τα πρώτα του έργα, υπήρξε εξαιρετικά φειδωλός όσον αφορά στα σκηνικά αντικείμενα, τα οποία επιφόρτισε με ιδιαίτερη σημειολογική σημασία. Εν προκειμένω, στον «Εραστή», ο συγγραφέας επισημαίνει την «καλόγουστη επίπλωση», ενώ πέρα από το τραπέζι με το τραπεζομάντιλο (το οποίο λειτουργεί σαν ερωτική φωλιά, κάτω από το οποίο όχι μόνον κρύβεται, αλλά και μεταμορφώνεται το παράνομο ζευγάρι) και το γκονγκ, δεν αναφέρονται άλλα αντικείμενα. Αντιθέτως, το σκηνικό της παράστασης (Βασιλική Σύρμα) έστησε έναν χώρο που θύμιζε αποθήκη, γεμάτο αντικείμενα τα οποία, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, βρίσκονταν στο πάτωμα. Άξιο απορίας επίσης το ότι μεταξύ όλων αυτών των αντικειμένων, υπήρχε και μια φωτογραφία του ίδιου του συγγραφέα. Ο ασφυκτικά γεμάτος αντικείμενα χώρος προκαλούσε σύγχυση, δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες του κειμένου, ενώ μετατόπισε τη στόχευση του έργου.
Εν κατακλείδει
Εύλογα προκύπτει το ερώτημα, για ποιο λόγο να επιλέξει ένας σκηνοθέτης να ανεβάσει Πίντερ, έναν συγγραφέα του οποίου τα κείμενα θα μπορούσαν να συγκριθούν ακόμα και με μουσικές παρτιτούρες, ως προς την δραματουργική τους σαφήνεια και ακρίβεια. Η συγκεκριμένη σκηνοθεσία χρησιμοποίησε προσχηματικά τη γραφή του Βρετανού συγγραφέα, καθώς δεν σεβάστηκε, ούτε ακολούθησε την πιντερική γραφή και τις ατμόσφαιρές της. Επιπλέον, επιφόρτισε το έργο με σκηνοθετικές απόψεις, οι οποίες απέχουν μακράν της δραματουργίας του συγγραφέα.
Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα, να επανεξετασθεί η άποψη των σκηνοθετών αναφορικά με έργα τα οποία δεν γνωρίζουν (ή δεν θέλουν να γνωρίσουν), αλλά τα επιλέγουν προκειμένου να τα «προσαρμόσουν» στα σκηνοθετικά τους οράματα; Ήδη, ο Χάρολντ Πίντερ θεωρείται, από μερίδα του κοινού, ακατανόητος και ασαφής, όχι όμως λόγω της γραφής του, αλλά λόγω της περιπέτειας των κειμένων του στα χέρια σκηνοθετών της χώρας μας.
Διαβάστε επίσης:
Ο Εραστής, του Χάρολντ Πίντερ σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Κοέν στο Μικρό Γκλόρια