Αν μπορούσε κάποιος να αποδώσει ζωγραφικά τα έργα του Κόνραντ και κυρίως το παρόν, το οποίο είναι άμεσα συνυφασμένο με την ίδια την πολυτάραχη του ζωή του Κόνραντ λόγω των διαφόρων ταξιδιών του, σίγουρα θα επέλεγε έναν πίνακα του επίσης πολυταξιδεμένου Γκωγκέν.

Ο μετειμπρεσιονιστής ζωγράφος σκόπιμα επέλεξε την απομακρυσμένη, πρωτόγονη – με την καλή και αυθεντική έννοια του όρου – όσο και εξωτική Ταϊτή για να φωλιάσει τις ζωγραφικές όσο και προσωπικές του ανησυχίες μακριά από την βουή των ανθρώπων. «Από που ερχόμαστε, τι είμαστε, που πάμε» ονομάζεται ένας πίνακάς του του 1897 και ο Κόνραντ με αυτό το βιβλίο που έγραψε στα 1913, δηλαδή στην όψιμη ωριμότητά του, έρχεται να μας το επιβεβαιώσει με έναν ιδιότυπο τρόπο. Λάτρεις και οι δύο του ωραίου φύλου αλλά και παγιδευμένοι από αυτό, θα αναλωθούν και θα ευχαριστηθούν να το αποτυπώσουν. Ο Κόνραντ στην περίπτωσή μας δεν θα διστάσει να μας μιλήσει ανοιχτά για την γυναίκα, αυτό το πλάσμα που καλύπτει με μυστήριο και αμφιβολίες τη ζωή του ανδρικού «δυναμικού» φύλου αλλά τις περισσότερες φορές με μεγάλη δόση σαγήνης και επιρροής πάνω του τον οδηγεί σε λανθασμένες ή και ολέθριες σκέψεις και γιατί όχι πράξεις. Η θρησκεία το έχει επαληθεύσει, η ιστορία το έχει ζήσει και η λογοτεχνία που δεν είναι ξένη αλλά συνοδοιπόρος της ζωής το καταθέτει.

Στον «Άποικο της Μάλατα», ένα όχι και τόσο γνωστό του έργο συμπυκνώνει ή μοιάζει να συμπυκνώνει όλα αυτά που τον απασχόλησαν σε έργα όπως η Καρδιά του σκότους, τα Νιάτα, ο Τυφώνας με την διαφορά πως εδώ η πάλη με τον έρωτα αναδεικνύεται έντονα και υμνείται αυτή η παλινωδία που μαστίζει το ανδρικό μυαλό στην πορεία κατάκτησης του ασθενούς φύλου. Δεν υπάρχει όμως καμία αυταπάτη ή πλάνη, η γυναίκα είναι υπεύθυνη για πολλά δεινά στον κόσμο, πολέμους, καταστροφές, αλύτρωτα μίση ακόμα και θανάτους όπως εδώ που ο Τζέφρι Ρενουάρ οδηγείται σε απρόσμενες καταστάσεις και μη αναμενόμενες αντιδράσεις παρασυρμένος από την μαγευτική Φελίσια, αυτόν τον θηλυκό άγγελο ή διάβολο, αυτό κρίνεται κατά το δοκούν. Είναι όμως και αυτή που τον παθιάζει, τον εξυψώνει στην πορεία προς την πολιορκία της γιατί του ανθίζει το μέσα του, του ξαναγεννά όλα εκείνα τα μύχια συναισθήματα, όλες εκείνες τις μικρές ή μεγάλες διαταραχές του και τις διαλύει μπροστά στον μύθο της. Ίσως η μοίρα του Τζέφρι να είναι τελικά η ίδια η καταδίκη του, ίσως η μοναδική και αδιαπραγμάτευτη φύση του να είναι η συνάντηση με το πεπρωμένο του, το οποίο πια δεν μπορεί να αποφύγει γιατί ο ίδιος επιθυμεί να αναμετρηθεί με αυτό. Εξάλλου όπως αναφέρεται και στο εισαγωγικό σημείωμα: «Αυτό το έργο δεν αποτελεί παρά ένα περιγραφικό και αφηγηματικό δοκίμιο πάνω σε μία δεδομένη ψυχολογική κατάσταση». Και ίσως πάλι η επιλογή του Κόνραντ να δώσει στον πρωταγωνιστή του το επώνυμο Ρενουάρ να μην είναι καθόλου, μα καθόλου τυχαία μιας και ο Ρενουάρ, από τους επιφανέστερους ζωγράφους σύγχρονος των ιμπρεσιονιστών, ήταν επίσης θαυμαστής των γυναικών και πόσο μάλλον εκείνων που απέπνεαν μίαν αναγεννησιακή αύρα. Η Φελίσια μοιάζει μία γυναίκα βγαλμένη από εκείνη την εποχή των κρυφών ερώτων, μία οπτασία στην θέαση της οποίας κανείς δεν αντιστέκεται και κανείς δεν αρνείται ό,τι και αν του ζητήσει. Ο Τζέφρι, αδύναμος αν και δυνατός, ερωτικά ξεβρασμένος αν και θαλασσοδαρμένος, ευάλωτος αν και σκληροτράχηλος, δεν αποτελεί εξαίρεση και μπλέκεται στα δίχτυα ενός έρωτα δίχως αύριο.

Ο Κόνραντ θα μας αφήσει να διαβάσουμε και να καταλάβουμε πως «Η υποταγή στη μοίρα του δεν είχε όρια. Έχει αποδεχτεί την τεράστια ατυχία να είναι ερωτευμένος με μία γυναίκα που αναζητούσε έναν άλλον άντρα με μόνη επιθυμία να πέσει στην αγκαλιά του. Με αυτήν την σπαρακτική ακρίβεια προσδιόριζε στο μυαλό του την κατάσταση, και η συνειδητοποίησή της διαπερνούσε σαν αιχμηρό βέλος τις ξαφνικές σιωπές ανάμεσα στις γενικόλογες συζητήσεις. Η μόνη σκέψη που τον έκανε να τρέμει ήταν πως αυτό δε θα διαρκούσε, πως έπρεπε να μπει ένα τέλος. Και το φοβόταν από ένστικτο, όπως ένας άρρωστος φοβάται το θάνατο». Στην πραγματικότητα, ο Τζέφρι είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που μπροστά στα θέλω του δεν οπισθοχωρεί ούτε στιγμή και διαπράττει ό,τι είναι φυσικά δυνατό για να πετύχει τον στόχο του, εδώ δεν είναι άλλος από την γυναίκα που σφόδρα έχει ερωτευτεί και σαν ένας άλλος Ρωμαίος θα έκανε τα πάντα, τα νόμιμα και τα άνομα για να την έχει δική του. Η νουβέλα διαθέτει ιψενικά στοιχεία δράματος που κορυφώνεται και το σκηνικό που στήνει ο Κόνραντ είναι έντονα ποτισμένο από έναν πόλεμο ανάμεσα στην μοναχικότητα και τα εγκόσμια. Αυτός ο άποικος μοιάζει ένας ξένος του καιρού του, ένας ξεχασμένος ήρωας που αποφάσισε να επανέλθει στην σκηνή για το τελικό χτύπημα αδιαφορώντας για τα μελλούμενα. Έτσι με τον αέρα ενός ετοιμοθάνατου σαλπάρει με την σκούνα του για το οριστικό salto mortale. Εξάλλου, αγκαλιά με την θάλασσα, τους κινδύνους της και τα τρομακτικά κύματά της τι μπορεί να φοβηθεί περαιτέρω; Και όμως όπως χαρακτηριστικά και εύστοχα σχολιάζει ο Sylvain Roumette στο επιμορφωτικό επίμετρο που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου: «Οι άνδρες μένουν κυριολεκτικά αποσβολωμένοι μπροστά στην αρχαϊκή γυναικεία εξουσία που ασκείται πάνω τους, και η οποία μάλιστα, δρα από απόσταση (ελάχιστες είναι οι σωματικές επαφές στον Κόνραντ) κυρίως μέσα από το βλέμμα. Έτσι προσθέτει κάπου αλλού: «ο ήρωας του Κόνραντ είναι ένας άνδρας που καλεί σε βοήθεια μέσα στη νύχτα, τη στοιχειωμένη από τη γυναικεία σαγήνη».

Η σύγκριση με τον Γκωγκέν, την οποία επιχείρησα και που για μένα είναι κομβική, πηγάζει από το γεγονός πως ο Κόνραντ, σαν αποκαμωμένος από τον κόσμο, αποφάσισε να δοκιμάσει, ακριβώς όπως και ο Γκωγκέν, την τύχη του ανάμεσα σε ιθαγενείς αναζητώντας εκεί αυτό που δεν του προσφέρθηκε στον κύκλο του. Είναι ένα φιλοσοφικό ταξίδι που πραγματοποίησαν και οι δύο – ο Γκωγκέν εξάλλου έπασχε από κατάθλιψη, ίσως και ο Κόνραντ – σε άλλη γη και σε άλλα μέρη, με διαφορετικούς τρόπους και υπό άλλες συνθήκες αλλά με κοινή αφετηρία, την επιθυμία για την ανακάλυψη νέων οριζόντων σαν οι παρόντες να ήταν ανεπαρκείς. Ο Κόνραντ στο τέλος της νουβέλας γράφει με ένα έντονο μελαγχολικό αν όχι απαισιόδοξο τόνο: «Ένα βαρύ μαύρο σύννεφο έριχνε τη σκιά του πάνω από τον ψηλό βράχο στον μεσαίο λόφο͘  και κάτω από τη μυστηριώδη σιωπή αυτής της σκιάς, η Μάλατα απλωνόταν πένθιμη, σαν να θρηνούσε στο εξωτικό ηλιοβασίλεμα την καρδιά που ράγισε εκεί». Σκοτεινή νουβέλα με κινηματογραφικά πλάνα που προσφέρονται για την έβδομη τέχνη – η καρδιά του σκότους έχει ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο – θα μας θυμίζει πως πνεύματα όπως αυτό του Κόνραντ δείχνουν σε κάθε ευκαιρία το μεγαλείο της αιωνιότητας και της απεραντοσύνης από την μία και την επισφαλή θέση μας στον κόσμο εν γένει από την άλλη.

«Κι όμως, Φελίσια, γυναίκες σαν εσένα και άνδρες σαν εμένα δεν συναντιούνται συχνά σε τούτο τον κόσμο».

«Από πολλές απόψεις, όταν το χρήμα πέσει στα χέρια σου είναι επικίνδυνο όσο το μπαρούτι».

«Δεν ξέρεις τι σημαίνει να ‘χεις ζήσει, να ‘χεις αναπνεύσει, να ‘χεις υπάρξει, ακόμη και να ‘χεις θριαμβεύσει τόσο στον ίδιο τον πυθμένα όσο και στον αφρό της ζωής, στον θεσπέσιο αφρό. Εκεί όπου οι σκέψεις, οι αισθήσεις, οι απόψεις, τα συναισθήματα, κι οι πράξεις επίσης, δεν είναι τίποτε άλλο από μια αναταραχή στο κενό μόνο και μόνο για να κυλάει ευχάριστα η ζωή͘  μια ευγενής ακολασία, συναρπαστική και κουραστική, χωρίς περιεχόμενο, χωρίς σκοπό».

Το βιβλίο του Τζόζεφ Κόνραντ, Ο Άποικος της Μάλατα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές.