Το αναδρομικό αφιέρωμα στον Ντίκο Βυζάντιο αποτελεί έναν οφειλόμενο φόρο μνήμης στον διακεκριμένο ζωγράφο της διασποράς, ο οποίος επί μισό και πλέον αιώνα διέπρεψε στο εικαστικό καλλιτεχνικό προσκήνιο του Παρισιού.

Γιος του ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου ανατράφηκε σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον το οποίο επηρέασε ποικιλοτρόπως (στις μετέπειτα επιλογές του) τους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς του προσανατολισμούς. Σε ηλικία 16 ετών έγινε δεκτός στην ΑΣΚΤ.

Τον Δεκέμβριο του 1945, αναγκάστηκε στον εκπατρισμό προκειμένου να αποφύγει τη δίνη του αδελφοκτόνου εμφυλιακού διχασμού. Ήταν ο νεότερος μεταξύ των διακοσίων Ελλήνων επιβατών του θρυλικού μεταγωγικού Ματαρόα που οι δυο φιλέλληνες του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών Octave Merlier και Roger Milliex με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης του άνοιξαν τον δρόμο προς την ελευθερία της σκέψης.

Στο Παρίσι, που έμελλε να γίνει η άλλη του πατρίδα, από την πρώτη στιγμή γνώρισε τη θαλπωρή και την καθοδήγηση στο φιλόξενο περιβάλλον του Δημήτρη Γαλάνη. Σύντομα συνδέθηκε με φιλία με τον Alberto Giacometti και προϊόντος του χρόνου με καλλιτέχνες όπως τους P. Soulage, S. Poliakoff, Vieira da Silva και άλλους.

Ο επιμελητής της έκθεσης και διευθυντής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, Κυριάκος Κουτσομάλλης σημειώνει μεταξύ άλλων για τον καλλιτέχνη:

“Το σύνολο του έργου του Ντίκου Βυζάντιου χαρακτηρίζεται από μια παλίνδρομη σχέση ανάμεσα στα αφαιρετικά κρατούντα της εποχής του και στην ακαταμάχητη θέλησή του να παραμείνει πιστός στη ζωγραφική του τελάρου αντλώντας στοιχεία από το παρελθόν της ζωγραφικής, χωρίς ωστόσο να παραμένει εξαρτημένος από δεσμευτικά ακαδημαϊκά πρότυπα. Μια αναδρομή, συνεπώς, στα διαδοχικά στάδια της συνεχούς αναθεώρησης της εικονοπλαστικής του πορείας αποτελεί έναν συναρπαστικό ανάπλου σ’ ένα έργο που αναπτύσσεται μεταξύ του επιβαλλόμενου από τις συγκυρίες ανεικονισμού και της ιδιοσυγκρασιακής του προδιάθεσης για εμμονή στην παραστατικότητα.

Το αναδρομικό αυτό αφιέρωμα αποτελεί, επιπλέον, φόρο μνήμης στο διακεκριμένο λόγιο ζωγράφο, ο οποίος επί μισό και πλέον αιώνα διακρίθηκε και διέπρεψε στο καλλιτεχνικό προσκήνιο της γαλλικής πρωτεύουσας, όπου, προκειμένου να αποδράσει από τον εμφυλιακό σπαραγμό, κατέφυγε μαζί με τους άλλους διακόσιους της «υποτροφιάδας», της ομάδας δηλαδή των πολλά υποσχόμενων επιστημόνων, καλλιτεχνών, λογίων και φοιτητών οι οποίοι αποφάσισαν την ομαδική έξοδο από το γενέθλιο τόπο, προκειμένου να διεκδικήσουν ελευθερία δράσης και σκέψης και το μερίδιό τους στα πρωτοποριακά τεκταινόμενα των καιρών. Το γεγονός αυτό, της ομαδικής μεταναστευτικής ροής, επόμενο ήταν να προσλάβει ιστορική διάσταση και να αποτελέσει κεφάλαιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο δε επεισοδιακός ρόλος του «Mataroa», του μεταγωγικού τύπου Liberty που τους προσέφερε τον πλου προς την ελευθερία, να αποτελέσει επίσης ιστορική αναφορά αυτής της ψυχικά επώδυνης και βιωματικά επίπονης περιπέτειας.

Ο Βυζάντιος δέχθηκε τη μετανάστευσή του ως αδήριτη ανάγκη απόδρασης από τον εμφυλιακό κλοιό, αλλά ταυτοχρόνως ως τύχη γεωγραφική να είναι ελεύθερος, χωρίς ιδεοληπτικούς εξαναγκασμούς και κοινωνικοπολιτικές προκαταλήψεις. Τις καθημερινές δυσκολίες της επιβίωσης μετρίαζε και απάλυνε η ελευθερία της σκέψης και η χαρά να απολαμβάνει και να μοιράζεται ιδέες πρωτοποριακές, οι οποίες έβρισκαν κλίμα εύκρατο για να ευδοκιμήσουν. Στο Παρίσι, από την πρώτη στιγμή αισθάνθηκε σε χώρο οικείο, ένιωσε πνευματικά αυτόχθονας. Ο Δημήτρης Γαλάνης τού προσέφερε οικογενειακή θαλπωρή και πολύτιμες συμβουλές. Ως ευαίσθητος, οξυδερκής και διορατικός δέκτης όσων συνέβαιναν γύρω του, ήθελε τον εαυτό του πομπό των πνευματικών αρετών που ένιωθε ότι είχαν άμεση συνάρτηση και συνάφεια με αξίες που αποτελούσαν μέρος του αποθεματικού της κληρονομιάς την οποία του κληροδότησε η καταγωγή του.”

Κατά την καλλιτεχνική του διαδρομή τρεις υπήρξαν οι σημαντικοί κύκλοι του έργου του:

1) Η αφαιρετική περίοδος η οποία διήρκησε μέχρι το 1972 και ολοκληρώθηκε με μια αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Galliera. (1945 – 1972)
2) Η περίοδος των μαυρόασπρων σχεδίων σε χαρτί τα οποία εγκωμίασε με ένα εμβριθές και διορατικό κείμενο ο φιλόσοφος Michel Foucault. (1972 – 1981)
3) Η περίοδος των ανθρωποκεντρικών συνθέσεων που άρχισε από το 1981 και διήρκεσε μέχρι το τέλος της ζωής του και παρουσιάστηκαν σε μια πλειάδα εκθέσεων διεθνώς. (1981 – 2007)

Έργα του περιλαμβάνονται στις συλλογές μεγάλων μουσείων της Ευρώπης. Η Γαλλική κυβέρνηση θέλοντας να εξάρει την συμβολή του στην τέχνη και θεωρώντας τον ως ένα σημαντικό εκπρόσωπο της École de Paris τον τίμησε απονέμοντάς του υψηλές διακρίσεις όπως του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (Chevalier de la Légion d’Honneur) και αργότερα του Ιππότη Τεχνών και Γραμμάτων (Officier des Arts et des Lettres)


Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Τα χαρτιά, 1992, Λάδι σε καμβά, 195 Χ 160 εκ., Συλλογή Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή