Σε μια κωμόπολη κάπου στην ελληνική επαρχία αποφασίζει μέσα σε μια νύχτα να επιστρέψει στα 33 του χρόνια, τα χρόνια του Χριστού, ο Λάμπρος, ο οποίος όμως είχε φύγει από εκεί ως Κική. Η οικογένειά του όχι μόνο δεν είχε αποδεχτεί τότε την αλλαγή φύλου, είχε σκηνοθετήσει και την κηδεία του. Σαν άγνωστος μεταξύ αγνώστων, παρότι στην πραγματικότητα γνωστός μεταξύ γνωστών, ο Λάμπρος θα νιώσει την ασφυξία που νιώθει ένας άνθρωπος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες –λογοτεχνία, τέχνη– ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν τις συμμερίζονται, με τους οποίους θα νιώθει πάντα ξένος. Ταυτόχρονα, θα έρθει αντιμέτωπος με τον έρωτα των παιδικών του χρόνων, τον οποίο δεν ξεπέρασε ποτέ, ενώ άθελά του θα εμπνεύσει και ο ίδιος με τη σειρά του έναν σαρωτικό έως ταπεινωτικό έρωτα στην εντυπωσιακή, πλην κενή περιεχομένου, καλλονή του χωριού, η οποία ορκιζόταν ωστόσο ότι είχε αφήσει κάθε ενδεχόμενο συναισθηματικής εμπλοκής στο παρελθόν. Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης φέρνει στο προσκήνιο φαινομενικά ακραίες καταστάσεις για να μιλήσει για έναν πυρήνα απολύτως οικουμενικό: για την παιδική ηλικία ως πατρίδα, για την τέχνη ως σανίδα σωτηρίας, για την οικογένεια ως τόπο τρυφερότητας και μακελειού, και φυσικά για την απολύτως καταλυτική και τραγική δύναμη του έρωτα.

***

-Πάνε έντεκα χρόνια από την τελευταία φορά που εκδόθηκε βιβλίο σας. Στα χρόνια που πέρασαν ήσασταν καλλιτεχνικά ενεργή, αλλά από άλλο μετερίζι. Τι σας έκανε να επιστρέψετε στην πεζογραφία; 

Υπήρχε το υλικό αυτό για τον Συμβολισμό της λεοπάρδαλης, το είχα ξεκινήσει παλιότερα σαν διήγημα, ή και σαν τίποτα το συγκεκριμένο, σαν ένα προσωπικό στοίχημα να αφηγηθώ κάτι χωρίς να βιαστώ να το τελειώσω και χωρίς να ξέρω σε τι μέγεθος θα οδηγηθεί, αλλά μετά το παράτησα λόγω άλλων γραπτών που έπρεπε να κάνω για το θέατρο. Πέρσι βρέθηκε κενός χρόνος και είπα να το ξαναπιάσω. Ήταν σαν χρωστούμενο μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια, με στοίχειωνε κατά κάποιον τρόπο αυτή η ιστορία της Κικής.

-Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου επιστρέφει στα πατρογονικά εδάφη έπειτα από 13 χρόνια απουσίας. Τι είναι αυτό που κάνει κάποιους να ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους, και άλλους να επιστρέφουν σε τόπους ακόμα κι αν τους πλήγωσαν;

Νομίζω οι έντονοι άνθρωποι ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους, αυτοί που ό,τι κάνουν το κάνουν στο εκατό τοις εκατό, αυτοί που έχουν επενδύσει συναισθηματικά κάπου, χωρίς δικλίδες ασφαλείας και άρα έχουν πληγωθεί. Ο Λάμπρος συγκεκριμένα υπήρξε ως Κική ακραία περίπτωση, προκλητική, ενοχλητική για τον συντηρητισμό της επαρχίας, πρέπει να είχε εισπράξει πολλά αρνητικά σχόλια στην εφηβεία της και πολύ μπούλινγκ. Ο λόγος που επιστρέφει είναι νομίζω αυτή η απότομη αποκοπή που έγινε στο παρελθόν, μία ανοιχτή πληγή, που λόγω του βίαιου φευγιού του, δεν έκλεισε ποτέ.

Λένα Κιτσοπούλου - Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης:

-Ο Λάμπρος, μεταφυτευμένος απότομα από το Βερολίνο στην ελληνική επαρχία, βιώνει ταυτόχρονα την ανάγκη κοινωνικοποίησης και την απελπισία λόγω διαφοράς στα ερεθίσματα με τους νέους του φίλους. Μπορεί να δημιουργηθεί μια κοινότητα, έστω στοιχειωδώς, ακόμα και όταν τα μέλη είναι τόσο ετερόκλητα, ή πρόκειται για προσπάθεια καταδικασμένη εξαρχής;

Πολύ δύσκολα στην ελληνική επαρχία, σε τόσο μικρό μέρος, να ενταχθεί μία τέτοια περσόνα σαν  αυτή του Λάμπρου και να γίνει αποδεκτή, και φανταστείτε ότι μπλέκει και με τους υποτίθεται ανοιχτόμυαλους του τόπου. Βλέπουμε όμως ότι και ο ίδιος δεν θέλει να αποκαλυφθεί. Μπορεί να το θέλει στην αρχή, αλλά από την πρώτη φορά που βγαίνει έξω και αποφασίζει να συναναστραφεί τον κόσμο, να ενταχθεί κι αυτός σε μια παρέα ανθρώπων, καταλαβαίνει ότι μ’ αυτόν τον κόσμο δεν έχει ελπίδες, το παιχνίδι της ειλικρίνειας είναι χαμένο και αμέσως παύει και να τον ενδιαφέρει. Άλλωστε εξαρχής τους αποκαλεί ζώα και εκεί νομίζω αποφασίζει να κρατήσει την αλήθεια του για τον εαυτό του.

-Τόσο στην περίπτωση του Λάμπρου, όσο και στην περίπτωση της Χριστίνας, παρατηρούμε μια άρνηση, που φτάνει στα άκρα, να ενδώσουν, να αφεθούν στο συναίσθημα του έρωτα, αφού τον εκλαμβάνουν ως αδυναμία. Αυτή την αντίσταση τη βλέπετε γενικά γύρω σας, και πού την αποδίδετε;

Στον Λάμπρο αυτός ο φόβος υπάρχει κυρίως λόγω ρατσισμού. Ξέρει ότι δεν θα τον αποδεχθούν λόγω νοοτροπίας. Σαν άνθρωπος δεν φοβάται το συναίσθημα, είναι ένα άτομο που άλλαξε φύλο και δεν τον δέχτηκε ούτε η οικογένειά του. Έχει ήδη δεχτεί την αποστροφή ακόμα κι από την ίδια του τη μάνα. Η οικογένειά του τον έχει για πεθαμένο και του έχει κάνει και κανονική κηδεία. Τον Λάμπρο δεν τον σταματάει ο εαυτός του, τον σταματάει ο κόσμος, η κοινωνία. Η Χριστίνα ανήκει στην κατηγορία ανθρώπων που έχουν πληγωθεί στο παρελθόν και έχουν φοβηθεί το συναίσθημα, είναι σχεδόν ψυχωτική, διπολική προσωπικότητα, φαίνεται ότι είχε εμμονή με τον έρωτα, φαίνεται ότι με υστερία έψαχνε στο παρελθόν άντρες να την αποδεχτούν και σε κάποια στιγμή της ζωής της αποφάσισε να το κόψει τελείως. Βρίσκεται στην απεξάρτηση μέχρι που ερωτεύεται τον Λάμπρο και αναγκάζεται να αντιμετωπίσει και πάλι τον παλιό της εαυτό, τον οποίο μισεί.

-Η Χριστίνα, η «καλλονή» του τόπου, ήταν σύμφωνα με το βιβλίο ένα κορίτσι που «κανένα δώρο δεν του είχε δοθεί ποτέ, τίποτα από τα δώρα αυτά που σχηματίζουνε προσωπικότητες άξιες να ικανοποιούν τον εαυτό τους. Μόνο ομορφιά». Ποια είναι για σας αυτά τα δώρα που απαιτούνται για να σχηματιστεί μια προσωπικότητα άξια λόγου;

Αυτοπεποίθηση, αυτάρκεια, αυτονομία, έλλειψη φόβου, ταπεινότητα, αυτοεκτίμηση. Η Χριστίνα πρέπει να μεγάλωσε στο σπίτι της ως το όμορφο κοριτσάκι που θα παντρευτεί τον καλύτερο, μεγάλωσε ως όμορφη και τίποτα άλλο. Οπότε δεν τη βοήθησε η οικογένειά της να αναπτύξει και να καλλιεργήσει άλλα της χαρακτηριστικά και δεξιότητες. Επίσης κακοποιήθηκε από την οικογένειά της λόγω ομορφιάς, θεωρήθηκε πουτάνα ακριβώς επειδή ήταν όμορφη.

-Λέει ο κεντρικός σας ήρωας κάποια στιγμή: «Τα πράγματα θα γίνονται μυθιστορήματα όταν και εφόσον το χρειάζονται τα ίδια τα πράγματα και όχι εγώ». Πώς αντιλαμβάνεστε, ως συγγραφέας, ποια πράγματα το χρειάζονται να γίνουν μυθιστόρημα;

Τα πολύπλοκα, αυτά που έχουν και πρέπει να πουν πολλά, αυτά που από μόνα τους έχουν ανάγκη να ανοίξουν παρακλάδια και να εξαπλωθούν. Είναι και θέμα γραφής, ύφους. Το δικό μου ύφος έχει μία γρηγοράδα, έχει μία τάση σχεδόν να μη βάζει τελείες, οπότε δεν έχει τόσο πολύ την ανάγκη να αναλύσει, όσο να ξεσπάσει. Αυτό το ύφος, ίσως να μην έχει λόγο να εξαπλωθεί πολύ, του κόβεται η ανάσα κάποια στιγμή και θέλει να τελειώνει. Το επείγον του μάλλον αποζητά και έναν ακαριαίο θάνατο. Έναν πιο σύντομο δρόμο από αυτόν ενός μυθιστορήματος.

-Υπάρχει πιστεύετε, τρόπος να φλερτάρει κάποιος με τα άκρα και να μη χαθεί, και αντίστοιχα να βιώσει τον έρωτα στην ολότητά του και να μην καταστραφεί; Ή μήπως, τελικά, αυτή η καταστροφή είναι το ζητούμενο;

Άμα απλώς φλερτάρεις μπορεί και να γλιτώσεις, μπορεί και να κρατήσεις το κέντρο σου, χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες δημιουργικά, ή για να ενδυναμώσεις τον εαυτό σου, άμα όμως αφεθείς τελείως και μπεις ολόκληρος σε οτιδήποτε ακραίο, παραβατικό, εγκληματικό, νομίζω ότι δεν υπάρχει εύκολα επιστροφή. Βέβαια, οι άνθρωποι που οδηγούνται εκεί δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θέλουν κάπου να επιστρέψουν. Ο έρωτας νομίζω είναι ναρκωτικό, κυρίως για δική μας χρήση, είναι αυτοκαταστροφικός, έχει ναρκισσισμό, έχει θυματοποίηση, είναι ένα είδος δοκιμής με τον θάνατο. Δεν θες απαραίτητα  το άλλο πρόσωπο, άσχετα αν αυτό νομίζεις εκείνη την ώρα, θες τον εαυτό σου σε κατάσταση απόρριψης, για να μπορείς να νιώθεις παντοδύναμος και να έχεις τη δικαιολογία ότι δεν είσαι, επειδή ο άλλος δεν σε αφήνει.

Photo Credit: Elina Giounanli

Διαβάστε επίσης:

Λένα Κιτσοπούλου – Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης: Κουήρ βιβλίο για έναν έρωτα στην επαρχία