Ο «Παραχαράκτης» είναι μια συλλογή κειμένων που ο συγγραφέας τους αποκαλεί «φωταγραφήματα», διηγήματα δηλαδή που συνδιαλέγονται με μια φωτογραφία από ένα μακρινό και απροσπέλαστο πλέον παρελθόν. Κοινό σημείο τόσο των φωτογραφιών όσο και των κειμένων είναι ότι χαρακτηρίζονται από ένα στοιχείο παράδοξο, ανοίκειο ή γκροτέσκο. Η παραδοξότητα αυτή είναι που θα λειτουργήσει υπονομευτικά και ανατρεπτικά, μέσα από ιστορίες που αναδεικνύουν τον παραλογισμό της “κανονικής” ζωής. Ο Αχιλλέας III μιλά για την επανέκδοση του βιβλίου του από τις εκδόσεις Ίκαρος, τη σημασία μίας βράβευσης με κρατικό βραβείο λογοτεχνίας, τον απρόβλεπτο χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τους λόγους που επιμένει στη μικρή φόρμα, αλλά και τον ρόλο του χιούμορ, χωρίς το οποίο δηλώνει ότι ζωή και λογοτεχνία θα ήταν για γέλια.
***
– Ο «Παραχαράκτης» αποκτά νέα ζωή και φλερτάρει με νέους αναγνώστες με την επανέκδοσή του από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πώς νιώσατε όταν είδατε το βιβλίο σας να επανεκδίδεται και να κυκλοφορεί και πάλι;
Είμαι πολύ χαρούμενος που η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου επανεκδόθηκε, και μάλιστα από τις εκδόσεις Ίκαρος με τις οποίες ξεκινήσαμε να συνεργαζόμαστε το 2024, όταν κυκλοφόρησε το «Τέλος Πάντων». Ως «πρωτότοκο» τέκνο, είναι ένα βιβλίο με ιδιαίτερη σημασία για μένα, και εύχομαι να πέσει στα χέρια ανθρώπων που θα το αγαπήσουν. Το γεγονός ότι ο «Παραχαράκτης» φλερτάρει με νέους αναγνώστες επιτρέψτε μου να μην το σχολιάσω, καθώς ‒όπως εκείνος και εγώ έχουμε συμφωνήσει μεταξύ μας‒ για τις ερωτικές του δραστηριότητες δεν μου πέφτει λόγος…
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
– Η σχέση ανάμεσα στις φωτογραφίες και τα κείμενα είναι διαλεκτική. Υπήρχε κάποια σταθερή αφετηρία; Ξεκινούσατε πάντα από τη φωτογραφία ή θα μπορούσε μία ιδέα να σας ωθήσει στην αναζήτηση της κατάλληλης εικόνας;
Ο βασικός κανόνας που επέβαλλα στον εαυτό μου κατά τη συγγραφή αυτών των φωτογραφηγημάτων ήταν ότι δεν ισχύει κανένας κανόνας, κι ότι όλα μπορούν να συμβούν. Αν και υπήρξαν φορές που ξεκινούσα από μια συγκεκριμένη ιδέα και αναζητούσα εκ των υστέρων εικόνα για αυτή, τις περισσότερες φορές άρχιζα παρατηρώντας κάποια παλιά φωτογραφία από τη συλλογή μου, αναζητώντας μια σκιά, έναν κόμπο, μια λεπτή κλωστή που προεξείχε, κάτι πάνω στο οποίο θα μπορούσα να χτίσω. Όταν το εντόπιζα και εστίαζα σε αυτό, οι ιδέες έπιαναν να εμφανίζονται και να σχηματίζουν στοιβάδες γύρω του, αλληλεπιδρώντας με τη φωτογραφία, συνθέτοντας μια ιστορία με αποτελέσματα απρόβλεπτα, αρκετά συχνά ακόμη και για εμένα τον ίδιο. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι πολύ συχνά η συγγραφή μοιάζει με μια βόλτα στο υπόγειο του μυαλού σου. Κατέρχεσαι με έναν φακό στο χέρι για να πάρεις κάτι και να φύγεις, και τελικά ανακαλύπτεις πράγματα που είχες ξεχάσει ότι υπήρχαν, πράγματα των οποίων αγνοούσες την ύπαρξή τους, και κάποια άλλα που αναπτύσσονταν καιρό στο σκοτάδι, και μερικά βράδια τα άκουγες να αναπνέουν κοντά σου, αλλά όσο ήσουν ξύπνιος δεν μπορούσες να τα περιγράψεις.

– Πώς επηρέασε το μετέπειτα λογοτεχνικό σας έργο η βράβευση του «Παραχαράκτη» με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2019;
Πιστεύω ότι ένα Κρατικό Βραβείο δεν επηρεάζει το ίδιο το λογοτεχνικό έργο σου, αλλά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι άλλοι εσένα ως συγγραφέα. Ένα Κρατικό Βραβείο επηρεάζει το λογοτεχνικό σου έργο μόνο εφόσον μεταβάλει τον τρόπο που ο ίδιος αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου και τη λογοτεχνία· αν αποδώσεις σε αυτού του είδους την επιτυχία τόσο μεγάλη αξία ώστε να αρχίσεις να βλέπεις τον εαυτό σου όπως νομίζεις ότι σε βλέπουν εξαιτίας της βράβευσης οι άλλοι, ή όπως θα ήθελες να σε βλέπουν. Να το θέσω διαφορετικά, έχω την άποψη ότι ένα βραβείο καλό είναι να μην επηρεάζει το λογοτεχνικό σου έργο. Προσωπικά, αν και εννοείται πως χάρηκα που ο «Παραχαράκτης» ξεχώρισε ανάμεσα σε τόσα καλά βιβλία, προσπαθώ ακόμη και σήμερα να αστειεύομαι με αυτό όσο περισσότερο μπορώ, επιμένοντας ότι τα διηγήματά μου δεν είναι ιπποπόταμοι να τρέχουν σε κούρσες, ακόμη κι αν μερικές φορές τις κερδίζουν…
Θυμάμαι καλά ότι το καλοκαίρι του 2020 βρισκόμουν στην παραλία του Λούρου, κοντά στο Νεοχώρι Μεσολογγίου, όπου παίζαμε με τον πεντάχρονο τότε γιο μου φτιάχνοντας πύργους στην άμμο, όταν ο καλός μου φίλος ο Βασίλης με πήρε όλο χαρά τηλέφωνο και με ενημέρωσε πως ανακοινώθηκαν τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας. Δυο λεπτά αργότερα είχα επιστρέψει δίπλα στο κύμα και συνέχισα να παίζω χτίζοντας εκεί αυθαίρετα κάστρα. Νομίζω πως ακόμη το ίδιο κάνω.
– Η παρουσία σας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσω της σελίδας σας «Κομπλεξικό» και όχι μόνο, είναι σταθερή και αδιάλειπτη. Πώς βιώνετε την άμεση αλληλεπίδραση με το κοινό, σε σύγκριση με την αναγκαστικά ετεροχρονισμένη αντίδραση των αναγνωστών ενός βιβλίου σας;
Αποτελεί μια πραγματικά παράξενη εμπειρία η κίνηση στο σύμπαν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Δημιούργησα με πολλές επιφυλάξεις τη σελίδα «Κομπλεξικό» το 2016, λίγο μετά την κυκλοφορία του ομώνυμου βιβλίου μου, και ξεκίνησα να την τροφοδοτώ με λογοπαίγνια υπό τη μορφή λημμάτων (στη λογική ενός λεξικού κόμπων) και με αδημοσίευτα διηγήματά μου. Εννέα χρόνια αργότερα, συνεχίζω να δημοσιεύω νέο υλικό και να το στέλνω εκεί έξω, χωρίς να μπορώ να προβλέψω τις αντιδράσεις των αγνώστων αποδεκτών του μηνύματος.
Μια πρώτη διάσταση της εμπειρίας μου από την αλληλεπίδραση με το κοινό έχει να κάνει με μέγεθος του. Ακόμη και σήμερα, το γεγονός ότι ορισμένες από τις αναρτήσεις στο «Κομπλεξικό» φτάνουν σε περισσότερα από ένα εκατομμύριο ζεύγη ματιών μου φαίνεται εξωφρενικό, δεδομένου ότι, κατά βάση, πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα (και μάλλον «λοξά»), και όχι για ειδήσεις σχετικά με τις πικάντικες περιπέτειες της μιας διασημότητας της τηλεόρασης ή της άλλης. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει ποτέ βιβλίο μου το οποίο θα διαβαστεί από ένα εκατομμύριο άτομα, ωστόσο, ώρες ώρες αισθάνομαι ότι μέσω της σελίδας διπλώνω τις ιστορίες μου σε σαΐτες, τις πετάω προς τα εκεί όπου ζουν αναγνώστες, και κάποιοι από αυτούς ανοίγουν τα παράθυρά τους, τις υποδέχονται με χαρά και περιμένουν τις επόμενες, διαβάζοντας σελίδα σελίδα ένα βιβλίο που γράφεται μέρα με τη μέρα.
Έπειτα είναι αυτή η αμεσότητα που αναφέρετε. Σε αντίθεση με ένα βιβλίο, όταν κοινοποιείς ένα διήγημα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν απαιτείται να περιμένεις να προηγηθούν όλα τα απαραίτητα ενδιάμεσα στάδια της έκδοσης και της διάθεσης στο κοινό. Δεν χρειάζεται να τυπωθεί, να αγοραστεί, να διαβαστεί ώστε κάποια στιγμή να βρεθεί κάποιος αναγνώστης να εκφράσει τη γνώμη του για το πόνημά σου ή να γράψει κριτική για αυτό, προκειμένου να πάρεις μια ιδέα για τη γνώμη των αγνώστων αναγνωστών εσύ, ο οποίος όλο το προηγούμενο διάστημα μπορεί να καθόσουν στο σκοτάδι γεμάτος αγωνία για την υποδοχή του έργου σου. Εδώ η ανάδραση (το λεγόμενο feedback) είναι άμεση, και μέσω των αντιδράσεων των χρηστών μπορείς να εξάγεις εξίσου άμεσα και ο ίδιος διάφορα συμπεράσματα, αφενός για το κείμενό σου και αφετέρου για τους ίδιους τους ανθρώπους και την κοινωνία στην οποία ζεις (ή νομίζεις ότι ζεις).
Πέρα από αυτό, μέσω αυτής της σταθερής και αδιάλειπτης δραστηριότητας ‒και ιδίως όταν ο, διάσημος πια, αλγόριθμος φέρεται για τους δικούς του λόγους μεγαλόψυχα προωθώντας τις αναρτήσεις σου σε μεγάλο αριθμό χρηστών οι οποίοι είναι προφανές ότι δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι με τέτοιου είδους περιεχόμενο‒ έχει ενδιαφέρον το πώς μπορεί να βρεθείς αντιμέτωπος με απόψεις, τρόπους έκφρασης και στάσεις ζωής με τις οποίες όχι μόνο διαφωνείς, αλλά και που έως τότε θα δυσκολευόσουν να πιστέψεις ότι υπάρχουν στ’ αλήθεια… Κάπως έτσι, άνθρωποι οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες δεν θα έπιαναν ποτέ ένα βιβλίο με διηγήματά στα χέρια τους, συνηθισμένοι καθώς είναι να εκφράζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άμεσα και χωρίς κανένα φίλτρο την άποψή τους ενάντια σε ό,τι δεν τους αρέσει, δεν διστάζουν να αναλάβουν δράση και να προχωρήσουν σε σχόλια και σε αυτή την περίπτωση, με αποτελέσματα άλλοτε αποκαρδιωτικά, άλλοτε κωμικά, πάντοτε όμως χρήσιμα, όπως κάθε κοινωνιολογικό πείραμα.
Συνήθως δέχομαι ως απαλό άγγιγμα στον ώμο τις θετικές αντιδράσεις όσων αισθάνονται την ανάγκη να εκφράσουν την ικανοποίηση τους με σχόλια ή μηνύματα, νιώθοντας τυχερός που ένα κείμενο-μήνυμα-σαϊτα βρήκε τον αναγνώστη-αποδέκτη-στόχο του. Παράλληλα παρακολουθώ και μελετώ τα αρνητικά σχόλια. Αυτά συνήθως δεν αποτελούν κριτική ως προς την τεχνική, αλλά κατά κύριο λόγο προέρχονται από χρήστες οι οποίοι διαφωνούν με το περιεχόμενο ενός διηγήματος ή με το μήνυμα του, από χρήστες που για κάποιον προσωπικό λόγο αισθάνονται προσωπικά θιγμένοι, και από χρήστες που, παρότι δεν έχουν καταλάβει και πολλά απ’ ό,τι διάβασαν, δεν είναι διατεθειμένοι να το αφήσουν να περάσει έτσι, χωρίς να ενημερώσουν σχετικά την κοινότητα. Μεταξύ όλων αυτών εννοείται πως υπάρχουν αρκετοί που αγνοούν πλήρως τον ρόλο του συγγραφέα (ευτυχώς και εκείνον, θα έλεγα), και πιστεύουν ότι οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι υπαρκτά πρόσωπα. Ως αποτέλεσμα, εκφράζονται με ένταση υπέρ ή κατά φανταστικών προσώπων, όπως έκαναν στο παρελθόν όσοι έβριζαν με οργή στον δρόμο τον Δήμο τον Σταρένιο επειδή στις ελληνικές ταινίες ενσάρκωνε τον δοσίλογο, ή όπως η γιαγιά μου η Ελένη, που τη θυμάμαι να παρακολουθεί ένα απόγευμα παραδίπλα μου τη «Λάμψη» του Φώσκολου στην τηλεόραση, και κάποια στιγμή, μόλις εμφανίστηκε στην οθόνη ο «κακός», την άκουσα να του απευθύνεται μέσα από τα σφιγμένα της δόντια και, σχεδόν με μίσος, να λέει: «Τομάριιιι»!

– Η μικρή φόρμα νιώθετε ότι σας ικανοποιεί πλήρως και τελεσίδικα ως μέσο έκφρασης ή θα δοκιμάζατε και κάποιο άλλο κειμενικό είδος, όπως τη νουβέλα ή το μυθιστόρημα;
Αισθάνομαι πολύ πιο άνετα με τα διηγήματα απ’ ό,τι με τα εκτενέστερα κείμενα. Τα αγαπώ ως αναγνώστης και ως συγγραφέας. Τόσο πολύ τα προτιμώ, ώστε κάποια στιγμή πριν από μερικά χρόνια έγραψα ένα ολόκληρο άρθρο στο οποίο συγκέντρωσα αρκετές απαντήσεις επί του ερωτήματος «πότε/αν θα γράψω ένα μυθιστόρημα. Επιλέγοντας από αυτή τη μικρή δεξαμενή επιχειρημάτων, λοιπόν, θα σας πω ότι το διήγημα μοιάζει με μια φωτογραφία ή μια ταινία μικρού μήκους, στην οποία μπορεί κανείς να εστιάσει σε μια λεπτομέρεια και να αναδείξει την αξία της, χωρίς να πλατειάσει, ενώ από την άλλη ένα μυθιστόρημα φαντάζει στα μάτια μου σαν τον «Μπεν Χουρ» ή τον «Λώρενς της Αραβίας» – ταινίες που δεν έχω ποτέ παρακολουθήσει ολόκληρες, παρότι έχουν παιχτεί άπειρες Κυριακές στην τηλεόραση από τότε που ήμουν παιδί, καθώς ήταν γεμάτες μεγάλα πράγματα και άπειρους τόνους άμμου… Προσωπικά προτιμώ να ασχολούμαι με δυο τρεις κόκκους άμμου, παρά με ένα ολόκληρο σακί ή με μια έρημο.
– Για σας το χιούμορ είναι απλά μια βαλβίδα ασφαλείας και εκτόνωσης ή πιστεύετε ότι μπορεί να λειτουργήσει και ως δύναμη ανατροπής των παράλογων δομών που μας περιστοιχίζουν και ενίοτε μας συνθλίβουν;
Το χιούμορ είναι η ματσέτα που χρειάζομαι, προκειμένου να μπορώ να ανοίγω δρόμο στη ζούγκλα της «κανονικής» ζωής. Θεωρώ ότι πρέπει να το αντιμετωπίζει κανείς με όσο μεγαλύτερη σοβαρότητα μπορεί, καθώς παρέχει τη δυνατότητα να ξεγλιστράς από τις πιο δύσκολες καταστάσεις, να ασκείς σκληρή κριτική και να αφήνεις τους σπόρους της αμφισβήτησης κάθε δυστοπίας να πέσουν στις χαραμάδες που τη διατρέχουν. Χωρίς χιούμορ η ζωή και η λογοτεχνία θα ήταν για γέλια.
Photo Credit: Γεωργία Συριοπούλου
Διαβάστε επίσης:
Αχιλλέας ΙΙΙ – Παραχαράκτης: Συναρπαστικό βιβλίο με «φωτογραφήγηματα μικρού μήκους»