Στη γωνία του εργαστηρίου του Henry Curchod στο Hackney Wick, στο ανατολικό Λονδίνο, πάνω από έναν απέραντο ασηµένιο καµβά, κρέµεται ένα λευκό σακάκι – από εκείνα που θα φορούσε ένας head chef, sous-chef, commis ή saucier, ή κάθε είδους µάγειρας. Πάνω από την τσέπη του είναι κεντηµένο το έµβληµα ενός εστιατορίου µε το όνοµα Lotteria: το «o» έχει αντικατασταθεί από έναν λαµπερό κίτρινο ήλιο και τα υπόλοιπα γράµµατα αποδίδονται µε πλάγια, κόκκινη γραφή που θυµίζει λογότυπο ιταλικού σπορ αυτοκινήτου της δεκαετίας του 1970. Όλα µαζί συνθέτουν µια αίσθηση ανάλαφρης µεσογειακής κοµψότητας. Όλο µοιάζει απολύτως πειστικό. Το εστιατόριο αυτό – όπου το προσωπικό της κουζίνας θα φορούσε τέτοια σακάκια ως στολή – θα µπορούσε κάλλιστα να υπάρχει. Μόνο που δεν υπάρχει· τουλάχιστον όχι ακόµη. Το Lotteria είναι το εστιατόριο-όνειρο του Curchod, το οποίο έφτασε πολύ κοντά στο να ανοίξει πέρσι, προτού φίλοι του από τον χώρο να τον αποτρέψουν. Είχε καταρτίσει µέχρι και οικονοµικό πλάνο. Το εστιατόριο αυτό – µε τις εσωτερικές του απολαύσεις, το φαντασιακό µενού και το περιπλανώµενο κοινό του – αποτελεί τον πυρήνα της νέας του έκθεσης µε τίτλο «Lotteria», η οποία περιλαµβάνει δέκα έργα σε λινό από λαδοπαστέλ, γκουάς και κάρβουνο, ένα έργο σε καµβά από βαµβάκι, ένα ακόµη σε χαλκό, καθώς και µια µνηµειακή σύνθεση από λαδοπαστέλ πάνω σε ανοξείδωτο πάγκο. Σε αυτή τη δουλειά διακρίνεται µια βαθιά απόλαυση του φαγητού και της σχέσης του µε την κοινότητα, τη φιλοξενία και τη συλλογική εµπειρία του µοιράσµατος – κάτι που ο Curchod γνωρίζει εκ των έσω ως γιος σεφ. Το φαγητό υπήρξε κεντρικό στοιχείο της διαµόρφωσής του, γεγονός που αποµακρύνει τα έργα από την απλή εικονογράφηση µιας ιδέας και τα φέρνει πιο κοντά σε µια σχεδόν αφιερωµατική, «δεητική» ζωγραφική. Υπάρχει όµως και µια δόση παιγνιώδους ασέβειας: όχι ότι ο καλλιτέχνης δεν εννοεί αυτό που κάνει – τα έργα δεν είναι διφορούµενα – αλλά µάλλον λούζεται µέσα στη δική του συνείδηση, στο πεδίο της φαντασίας και της δυνατότητας, συνδέοντας ταυτόχρονα την παιδική του ηλικία µε την ιστορία της ζωγραφικής. Εδώ, ο ίδιος ο καλλιτέχνης ενσαρκώνεται σε έναν χαρακτήρα που αποκαλεί Blueberry Boy, ο οποίος εµφανίζεται σε δύο από τους πίνακες της «Lotteria». Πρόκειται για µια φασµατική παρουσία, ευτραφή – όπως ο ίδιος παραδέχεται– και βαθιά ερωτευµένη µε το φαγητό. Είναι νέος, όπως τον ανακαλεί η µνήµη ενός ανθρώπου που έχει πλέον µεγαλώσει. Ο Curchod δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ex-voto – αφιερωµατικές εικόνες – ιδίως εκείνα των αλιευτικών κοινοτήτων της Κεντρικής και Νότιας Αµερικής, όπου αγιοποιηµένες µορφές εµφανίζονται συχνά σε κάποια γωνία της εικόνας· έργα που δηµιουργούνται για να σηµατοδοτήσουν την εκπλήρωση µιας υπόσχεσης ή ως αφιερωµατικές προσφορές.

Είναι χρήσιµο να αναρωτιέται κανείς τι προσφέρει η ίδια η διαδικασία της δηµιουργίας στον δηµιουργό· και εδώ η κλίµακα πολλών έργων είναι καθοριστική. Ο Curchod, δουλεύοντας πολύ κοντά στην επιφάνεια, σχεδόν χάνεται µέσα τους. Όλο και περισσότερο αφήνει «ανάσες» ανάµεσα στα µοτίβα και επιτρέπει σε εκρήξεις φαντασίας να αναδυθούν από τις σκηνοθεσίες που γεννά η φαντασία του: ξύλα κοπής και µαχαίρια (Chopping Board on Holiday, όλα τα έργα του 2026)· κρεµµύδια, κόκκινα και λευκά (Mehdi, από το αραβικό «ο καθοδηγηµένος»)· µάγειρες που σκύβουν πάνω από αχνιστές κατσαρόλες (Hierarchy)· ψάρια – άφθονα ψάρια (Monday Fish Special)· και ξύλινες κουτάλες που µοιάζουν να χορεύουν (Lotteria at 1 AM).

Για µένα, η ζωγραφική µπορεί να είναι µια διαδικασία ανακάλυψης, όπως ακριβώς και η γραφή. Η µέθοδος του Curchod ξεκινά µε το σχέδιο και, παρότι τα έργα είναι ζωγραφικά και υλοποιούνται µε λαδοπαστέλ, επιστρέφει εκ νέου στο σχέδιο. Τα πρώτα σχέδια αποτελούν το ξετύλιγµα της συνείδησης, ενώ η δεύτερη εκδοχή λειτουργεί ως επαναδιατύπωση, πάντα σε εγγύτητα µε την επιφάνεια, έτσι ώστε ο εξωτερικός κόσµος να απουσιάζει και να αποµένει µόνο το άµεσο οπτικό πεδίο µπροστά του. Δύσκολα δεν θα φανταστεί κανείς ότι η ίδια η πράξη της δηµιουργίας λειτουργεί ως µια µορφή κάθαρσης.

Ωστόσο, το οικονοµικό ζήτηµα παραµένει κρίσιµο – ιδίως για όποιον επιθυµεί να ανοίξει ένα κατάστηµα στο Λονδίνο, µία από τις ακριβότερες πόλεις στον κόσµο. Εδώ ακριβώς παρεµβαίνει και το όνοµα: το Lotteria, ως υλικό εστιατόριο, θα ήταν εφικτό µόνο αν ο Curchod κέρδιζε το λαχείο. Έτσι, οδηγούµαστε στην ιδέα ότι η ζωγραφική είναι το µέσο που διαθέτει· µέσω αυτής µπορεί να οικοδοµήσει µια ζωντανή και πολυτελή εκδοχή του ονείρου του, χρησιµοποιώντας το λινό ως τόπο προορισµού.

Στο έργο Mehdi, ένα υπερήφανο λευκό κρεµµύδι δεσπόζει στο οριζόντιο κάδρο, ενώ µικρότερα κόκκινα κρεµµύδια υποχωρούν στο βάθος, κυκλώνοντας τον πρωταγωνιστή. Τα κόκκινα µοιάζουν να συνωµοτούν εναντίον του λευκού σε µια σκηνή που θυµίζει το West Side Story, όµως το λευκό στέκει αγέρωχο στο κέντρο, σε µια ανορθόδοξη αναφορά στον Ιρανό παππού του καλλιτέχνη.

Στο Chopping Board on Holiday, ένα χαλαρά τοποθετηµένο µαχαίρι αναπαύεται δίπλα σε ένα καταπονηµένο ξύλο κοπής, σηµαδεµένο από µια µακράς διάρκειας ζωής στην προετοιµασία τροφίµων. Στο βάθος, ένα µοναχικό λεµόνι περιµένει, σαν να αγνοεί ακόµη τη µοίρα του. Αλλού, στο Weighing Spice, ένα γουδί και γουδοχέρι στέκουν αγέρωχα. Πρόκειται για έργα που θα µπορούσε κανείς να εντάξει στην κατηγορία νεκρή φύση· διατηρούν σαφή σχέση µε την ιστορική παράδοση του είδους, ωστόσο ο Curchod κατορθώνει να εµψυχώσει το άψυχο – ως θεατής, δεν µπορείς παρά να νιώσεις µια ανεπαίσθητη συµπόνια για το λεµόνι.

Η ατµόσφαιρα της «Lotteria» είναι δυναµική, γεµάτη ανθρώπους, συναισθήµατα, δραµατικότητα και την ένταση της εξυπηρέτησης. Πουθενά αυτό δεν γίνεται πιο εµφανές από ό,τι στο έργο The Dining Room, που ανακαλεί εικόνες από µεγάλους χρονικογράφους της απόλαυσης και της κατανάλωσης, όπως οι Otto Dix, Chaïm Soutine και Henri Toulouse-Lautrec. Ο Curchod αναφέρει ότι αυτή είναι η τελευταία του καθαρά παραστατική έκθεση – µια γιορτή µε τις δυο µεγάλες του αγάπες: το φαγητό και η ζωγραφική. Ωστόσο, δύσκολα πιστεύει κανείς ότι θα είναι και η τελευταία του λέξη· το έργο του είναι υπερβολικά ζωντανό, πλούσιο και πληµµυρισµένο από ανεξάντλητες ιδέες και µορφές για να αποτελεί απλώς µια παροδική αναλαµπή.

Ο Sean Burns είναι επιµελητής και συγγραφέας µε έδρα το Λονδίνο.

Henry Curchod – Πληροφορίες για τον εικαστικό

Ο Henry Curchod (γεν. 1992) αντλεί από τη δυτική του ανατροφή και την ιρανική του καταγωγή, θέτοντάς τες ως αφετηρία για µια διερεύνηση των σύνθετων όψεων της σύγχρονης ανθρώπινης κατάστασης. Η καλλιτεχνική του πρακτική κινείται ανάµεσα στην παραστατικότητα και την αφαίρεση, µέσα από µια παιγνιώδη όσµωση σχεδίου και ζωγραφικής, αξιοποιώντας τα λαδοπαστέλ για να διερευνήσει επιφάνειες που εκτείνονται από το λινό έως τον ανοξείδωτο χάλυβα. Αυτή η προσήλωση σε ένα διαρκώς διευρυνόµενο υλικό πεδίο του επιτρέπει να προσεγγίζει το υποκείµενο ως µια σύνθετη οντότητα — ταυτόχρονα ενιαία και πολλαπλή — περιδιαβαίνοντας ένα εσωτερικό τοπίο αυξανόµενης πολυπλοκότητας. Πρόσφατες ατοµικές εκθέσεις περιλαµβάνουν: Rome is No Longer in Rome, Clearing, Λος Άντζελες, 2025· Waterplay, Gallery Vacancy, Σανγκάη, 2024· Oh Fortuna!!, Clearing, Νέα Υόρκη, 2024· Safe Spaces, Gallery Vacancy στο Paris Internationale, Παρίσι, 2023· Hugging a tree is like kissing a dog, Shoot the Lobster, Νέα Υόρκη, 2023· Trouble on the Event Horizon, Mamoth, Λονδίνο, 2023· Rice is god’s dandruff, Chauffeur, Σίδνεϊ, 2022. Έχει επίσης συµµετάσχει σε προγράµµατα φιλοξενίας καλλιτεχνών, όπως το Castel Caramel Residency, Castillon, 2024· το Therapeia Residency, Παξοί, 2024· το R&F Residency, Νέα Υόρκη, 2023· και το PPP/Oostmeijer Residency, Άµστερνταµ, 2023. Υπήρξε επίσης φιναλίστ για το Ramsay Art Prize, Αδελαΐδα, 2023, καθώς και για το Sulman Prize, Σίδνεϊ, 2023. Έργα του περιλαµβάνονται σε σηµαντικές συλλογές, όπως η Nixon Collection, Λονδίνο· το Dangxia Foundation, Πεκίνο· το Green Family Art Foundation, Ντάλας· το M Woods Museum, Πεκίνο· το Sifang Museum, Πεκίνο· το Start Museum, Σανγκάη· το Tiantai Museum of Art, Τσινγκντάο· και το X Museum, Πεκίνο.

Κεντρική εικόνα θέματος: Henry Curchod, No idle hands here, 2026 (λεπτομέρεια έργου) © Tom Carter, 2026