Ο γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Georg Simmel (1858-1918) μέσω της πληθώρας των θεματικών που εξέτασε (μεταξύ άλλων το τοπίο, το χρήμα, ο έρωτας, η μητρόπολη), ανήκει σε όσους πραγματοποίησαν την επιστροφή της φιλοσοφίας σε αντικείμενα και πτυχές της καθημερινής ζωής της νεωτερικότητας. Σύμφωνα με τον Adorno, κατόρθωσε «να αποτελεί τον κανόνα για όποιον δεν έμενε ικανοποιημένος από τα κύμβαλα της γνωσιοθεωρίας και της ιστορίας του πνεύματος». Το ακαδημαϊκό κατεστημένο τον αντάμειψε για το επιστημολογικό του θράσος αλλά και για τη δημοφιλία των κειμένων και των διαλέξεών του κρατώντας τον σταθερά στο περιθώριο, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να μένει σ επαφή με το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του. Με το δοκίμιό του «Η μόδα» ο Simmel ακτινογράφησε φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά το φαινόμενο της μόδας, ένα κατεξοχήν φαινόμενο της νεωτερικότητας, δείχνοντας μέσα από την ανάλυση του δυϊσμού που χαρακτηρίζει το νεωτερικό υποκείμενο, το παράδοξο φαινόμενο να είναι κανείς «εντός μόδας», ακόμη και όταν πασχίζει να είναι «εκτός μόδας».

«Η ουσία της μόδας έγκειται στο εξής: ότι πρέπει πάντα να την υιοθετεί μόνο ένα μέρος μιας ομάδας, ενώ το σύνολο μόνο να τείνει στην υιοθέτησή της. Μόλις η μόδα καταφέρει να γίνει πλήρως αποδεκτή, δηλαδή μόλις εκείνο το οποίο αρχικά έκαναν μόνο ορισμένοι υιοθετηθεί όντως χωρίς εξαίρεση από όλους, όπως είναι η περίπτωση σε ορισμένα στοιχεία της ενδυμασίας και των μορφών κοινωνικότητας, τότε δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως μόδα. Κάθε εξάπλωση της μόδας την ωθεί κιόλας προς το τέλος της, αφού αυτή αναιρεί και τη διακριτότητά της». – Georg Simmel