“Χτίζουν μόνοι τους χωρίς να γνωρίζουν το πώς, πώς να το εξηγήσεις; Αν θέλουν παπούτσια πηγαίνουν στον τσαγκάρη, αν θέλουν ρούχα πηγαίνουν στον ράφτη. Αν όμως θέλουν σπίτι για να κατοικήσουν… χτίζουν μόνοι τους παρότι δε γνωρίζουν το πώς – και έτσι διαμένουν άλλοι σε καλύβια, άλλοι σε χαμόσπιτα – και οι περισσότεροι περιπλανιούνται χωρίς καν σπίτι.”
Η παράσταση «Ο Λόγος» επιστρέφει στο Bios, ακριβώς έναν χρόνο μετά την πρώτη της παρουσίαση που είχε γίνει στην Α’ Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών. Από τη διάρκεια των προβών υπήρχε η επιθυμία δύο διαφορετικών χωροταξικών προσεγγίσεων: αυτή που επικεντρώνεται στην αρχιτεκτονική και αυτή που επικεντρώνεται στην απουσία της. Στην πρώτη παρουσίαση (στην εκκλησία), η παράσταση ορίζονταν από τον χώρο. Οι δύο πλευρές καθισμάτων με τον διάδρομο που τις “χωρίζει” να καταλήγει στον υπερμεγέθη φωτισμένο, καθ’ όλη τη διάρκεια, σταυρό, οπτικοποιούσαν αρχιτεκτονικά το έργο. Στην δεύτερη, πιο εσωστρεφή εκδοχή, στόχος είναι η αποστασιοποίηση από τον Χωροχρόνο, προς μία, τόσο θεατρική όσο και αντιθεατρική συνθήκη, που στρέφει αμεσότερα την προσοχή στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων αλλά και του θεατή.
Ήδη η ερμηνεία του Βαγγέλη Στρατηγάκου, έτσι όπως προσεγγίσθηκε και εκτελέσθηκε, αψηφά την έννοια του Χωροχρόνου, μιας και τόσο σωματικά όσο και λεκτικά ή κινησιολογικά, δεν ακολουθεί κάποια γραμμική αρχιτεκτονική. Φέρει τον λόγο 15 χαρακτήρων, που διακόπτει ο ένας τον άλλον παρεμβαίνοντας στη ροή της σκέψης (παράλληλα η χρήση μικροφώνου, ουδετεροποιεί ηχητικά την απόσταση ηθοποιού-θεατή), το σώμα ακολουθεί μια δική του διαδρομή, φέροντας τη μνήμη ενός ανθρώπου, ενώ η κίνηση αποστασιοποιείται για να εκτελέσει μια σειρά “οπτικών” συνθέσεων που καθορίζονται από ένα κινούμενο πλαίσιο που λειτουργεί ως μέσον εστίασης.
Επειτα, η χρήση του φωτισμού, όπως και του σκοταδιού, λειτουργεί αποστασιοποιητικά σε σχέση με τον σκηνικό χώρο, – ο οποίος δεν αποτελείται από ένα συμπαγές σκηνικό, όσο από αντικείμενα που στη σύνθεσή τους οδηγούν σε οπτικές ενώσεις που αποκωδικοποιούν εσωτερικούς αρμούς. Στο φως λοιπόν, μπορείς να δεις επιλεγμένα σημεία, αποκομμένα από το σύνολο του χώρου, ενώ στο σκοτάδι μπορείς να δεις κάτι καθολικότερο ακριβώς γιατί τίποτα δεν αναδεικνύεται ξέχωρα.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Τέλος, η τοποθέτηση φωνητικού συνόλου στις θέσεις ανάμεσα στους θεατές, στοχεύει σε μια οικειοποίηση ενός ερεθίσματος, που αν και συμβολική η σύνδεσή του με το έργο, επικαλείται άμεσα το συναίσθημα που υποβόσκει στον πυρήνα του.
Διαβάστε επίσης:
Ο Λόγος, του Kaj Munk σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Χατζάκη στο Bios