Το Μικρό Εθνικό, η ανανεωμένη παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, υποδέχεται τη φετινή σεζόν μια μουσικοθεατρική παράσταση, γεμάτη χιούμορ, χορό, σασπένς, όμορφες εικόνες και ζωντανή μουσική. Ο λόγος για το αριστούργημα του Μίχαελ Έντε, Μόμο, που μεταφέρεται στο θέατρο σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου και διασκευή Σοφίας Ευτυχιάδου, με σκοπό να μεταδώσει σε μικρούς αλλά και μεγάλους πολύ σημαντικά μηνύματα.

Η ιστορία της Μόμο, παρότι γραμμένη στη δύση του προηγούμενου αιώνα, είναι η ιστορία των σημερινών παιδιών: αυτών που μεγαλώνουν σ’ έναν κόσμο που μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς σε αντίστροφη μέτρηση, σ’ έναν κόσμο που δεν έχει χρόνο για παιδιάστικα καμώματα, για άσκοπες περιπλανήσεις, για παιχνίδια και φανταστικές εξερευνήσεις.

Το όμορφο και πολυεπίπεδο παραμύθι του Έντε, έρχεται για να μας υπενθυμίσει, όπως σημειώνει και η σκηνοθέτις Ελένη Ευθυμίου, ότι: «σημασία δεν έχει πόσο θα ζήσεις αν αυτό που ζεις έχει ποιότητα, γιατί η κάθε ώρα που περνάει είναι τόσο πολύ όμορφη αν τη ζήσεις με την καρδιά σου κι αν αυτό που κάνεις το αγαπάς πραγματικά».

Άλλωστε και η ίδια, βλέποντας μέσα από τα μάτια της Μόμο, στην πρώτη παράσταση που δημιουργεί για παιδιά, αναθεωρεί πολλά πράγματα για τον εαυτό της και προσπαθεί να μεταχειριστεί το χρόνο της με διαφορετικό τρόπο.


– Την φετινή θεατρική περίοδο καταπιάνεστε με το αλληγορικό παραμύθι του Μίχαελ Έντε, Μόμο. Ποια στοιχεία του έργου σας ενέπνευσαν και αποφασίσατε να το μεταφέρετε από τις σελίδες στη σκηνή;

Ελένη Ευθυμίου: Η ιστορία της Μόμο μιλάει για μία κοινωνία που έχει χάσει τη χαρά της γιατί οι άνθρωποι τρέχουν ολημερίς, μέσα στο άγχος, να προλάβουν να κάνουν τις δουλειές τους γρήγορα για να κερδίσουν χρόνο, με αποτέλεσμα όμως να αγνοούν τις ανάγκες τους και τον προσωπικό τους ρυθμό και να βάζουν σε δεύτερη μοίρα τα πράγματα που αγαπούν. Ζώντας κι εγώ σε έναν αντίστοιχο φρενήρη ρυθμό του σύγχρονου τρόπου ζωής, ταυτίστηκα με τους ήρωες του βιβλίου, συγκινήθηκα με τα βαθιά νοήματα του παραμυθιού και σκέφτηκα πως έχει πολύ σημαντικά πράγματα να πει, τόσο στους νεαρούς θεατές – στους οποίους απευθύνεται η παράσταση – όσο και στους γονείς των παιδιών αυτών, που βιώνουν καθημερινά κι αυτοί το άγχος και την πίεση της καθημερινότητας.

– Γύρω από ποιον θεματικό άξονα κινείται η διασκευή/δραματουργία της Σοφίας Ευτυχιάδου, και κατ’ επέκταση η παράσταση;

Η διασκευή εστιάζει στη σχέση της Μόμο με τους ανθρώπους της γειτονιάς και στις δοκιμασίες που περνάει η σχέση αυτή όταν εισβάλλει στην πόλη η αρρώστια της “αποταμίευσης χρόνου”.

Στη διασκευή έχει κρατηθεί μεγάλο μέρος από τα στοιχεία του βιβλίου, ενώ έχει δοθεί ιδιαίτερη φροντίδα στο να αναδειχθεί το πώς επηρεάζονται και αντιδρούν τα παιδιά-οι νεαροί φίλοι της Μόμο- στην κολλητική αυτή ασθένεια. Ο λόγος που επιδιώξαμε να εστιάσουμε στα παιδιά είναι για να αναγνωρίζουν στους ήρωες οι νεαροί μας θεατές δικά τους στοιχεία και αναφορές και να είναι απολύτως φανερό σε αυτούς ότι το σύγχρονο αυτό πρόβλημα μας αφορά τελικά όλους. Από το βιβλίο επίσης έχει κρατηθεί το στοιχείο της περιπέτειας και της έντονης δράσης καθώς και η περιήγηση της Μόμο σε μαγικούς-φανταστικούς τόπους.

– Από σκηνοθετικής πλευράς, με ποιους άμεσους ή έμμεσους τρόπους προσπαθείτε να κερδίσετε την προσοχή και να κρατήσετε αμείωτο το ενδιαφέρον των παιδιών, που ως γνωστόν είναι ένα αρκετά δύσκολο αλλά και “αυστηρό” κοινό;

Η παράσταση προσφέρει στα παιδιά την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με ένα πολύ σπουδαίο κείμενο με πολλά επίπεδα ανάγνωσης και ωραία μηνύματα. Έχοντας αυτό σαν αφετηρία επιδιώξαμε να φτιάξουμε όμορφες και γοητευτικές εικόνες, δημιουργώντας ένα πλούσιο οπτικό περιβάλλον με τη σκηνογραφία, τα κοστούμια, τα φώτα και τα βίντεο της παράστασης και να κρατήσουμε υψηλή ενέργεια και έντονο ρυθμό, κίνηση και χορό στις σκηνικές δράσεις. Εμπλουτίσαμε τις σκηνές τόσο με κωμικές στιγμές όσο και με στιγμές συγκίνησης. Τέλος επιλέξαμε σαν γλώσσα τη ζωντανή μουσική η οποία συνομιλεί με τη δράση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, άλλοτε συνοδεύοντας την ιστορία κι άλλοτε παίρνοντας τον κύριο λόγο.

– Πώς είναι η εμπειρία του να δημιουργείς μια παράσταση για παιδιά;

Είναι η πρώτη φορά για εμένα να καταπιαστώ με αυτό που ονομάζουμε “παράσταση για παιδιά”. Είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και συγχρόνως ένα συναρπαστικό ταξίδι το να βρεις τρόπους να επικοινωνήσεις με ένα τόσο ευαίσθητο και απαιτητικό κοινό χωρίς να πέσεις σε ευκολίες ή σε απλοϊκές λύσεις. Είμαστε τυχεροί με αυτή την ευκαιρία που μας δόθηκε γιατί η παράσταση αυτή μας κρατάει σε καθημερινή εγρήγορση καθώς, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ βρίσκουμε νέους τρόπους να εμβαθύνεται αυτή η επικοινωνία. Επίσης είναι μεγάλη χαρά για εμάς να αποτελούμε το άνοιγμα ενός πολύ σπουδαίου εγχειρήματος του Εθνικού Θεάτρου, το Μικρό Εθνικό που, με καλλιτεχνική υπεύθυνη τη Σοφία Βγενοπούλου, θα δημιουργήσει ένα νέο θεατρικό χώρο ειδικά αφιερωμένο στα παιδιά.

– Το Μόμο, μεταξύ άλλων, θίγει πολλά από τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, ενώ αναδεικνύει έννοιες όπως αυτές της φιλίας, της αγάπης και της αλληλεγγύης. Η δική σας σκηνική ανάγνωση ποια μηνύματα επιθυμεί να μεταδώσει στους μικρούς – αλλά και μεγάλους – θεατές;

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία είναι η δύναμη του να “ακούς”. Η Μόμο έχει ένα σπουδαίο χάρισμα: μπορεί να ακούει πραγματικά τους συνομιλητές της και να τους δίνει αληθινό χρόνο να εκφραστούν. Στην πορεία του έργου όμως καταφέρνει να ακούσει κάτι ακόμα πιο σημαντικό: την καρδιά της. Είναι αλήθεια πως το να ακούμε τους άλλους αλλά και τον εαυτό μας δεν είναι καθόλου δεδομένο πια και προσωπικά το θεωρώ ένα από τα πιο ωραία μηνύματα.

Άλλο δυνατό μήνυμα είναι η αγάπη και η αλληλεγγύη με την οποία η γειτονιά αγκαλιάζει τη Μόμο και της προσφέρεται ως οικογένεια μιας και η ίδια είναι μόνη. Και βλέπουμε μέσα στο έργο πώς η αγάπη αυτή φθείρεται όταν οι άνθρωποι δε δίνουν πια χρόνο σε αυτήν.

Η παράσταση, επίσης, αναδεικνύει τη δύναμη της φαντασίας που έχουν τα παιδιά, το πώς μπορούν -χωρίς κανένα μέσο- να δημιουργήσουν κόσμους ολόκληρους με τη φαντασία τους. Παράλληλα παρακολουθούμε πώς οι Γκρίζοι Κύριοι προσπαθούν να απομακρύνουν μεταξύ τους τα παιδιά προσφέροντάς τους υλικά αγαθά και αυτόματα παιχνίδια και δημιουργώντας τους την ανάγκη να πάνε σε “μάθημα παιχνιδιού” και να ξεχάσουν πως αυτά ξέρουν να παίζουν καλύτερα απ’ όλους χωρίς να χρειάζονται κανένα τέτοιο μάθημα. Κι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους της εποχής μας είναι κατά τη γνώμη μου το να χάσουν τα παιδιά τη φαντασία τους. Στην παράσταση επιλέξαμε τα ρολόγια χειρός, που φοράνε όλοι οι “άρρωστοι” άνθρωποι, να μοιάζουν με μεγάλα κινητά τηλέφωνα, θέλοντας έτσι έμμεσα να κάνουμε μία αναφορά στο σύγχρονο και επικίνδυνο αυτό ρολόι που μας προγραμματίζει πια τη ζωή.

– Τί συμβολίζει για σας προσωπικά η ιστορία της μικρής Μόμο;

Η ιστορία της Μόμο συμβολίζει τη σχέση μας με το χρόνο και το πόσο ο χρόνος είναι σχετικός με το πώς τον περνάμε. Ο Έντε προκειμένου να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι προσβάλλονται από αυτή την κολλητική αρρώστια μας αφήνει να καταλάβουμε πως πίσω από όλα βρίσκεται ο φόβος του θανάτου. Οι άνθρωποι, φοβούμενοι το θάνατο αγχώνονται με τη σταθερή μείωση του χρόνου που τους αναλογεί κι αρχίζουν να κάνουν ό, τι περνάει από το χέρι τους για να χάνουν όλο και λιγότερο από αυτόν. Φυσικά καταφέρνουν το αντίθετο γιατί δε τους μένει ποιοτικός χρόνος. Και βέβαια έρχεται η υπέροχη απάντηση- από τον Μαστρο-Ώρα- ότι σημασία δεν έχει πόσο θα ζήσεις αν αυτό που ζεις έχει ποιότητα, γιατί η κάθε ώρα που περνάει είναι τόσο πολύ όμορφη αν τη ζήσεις με την καρδιά σου κι αν αυτό που κάνεις το αγαπάς πραγματικά.

– Υπάρχει κάποιο σημείο στο έργο που σας συγκινεί περισσότερο και αν ναι γιατί;

Για κάποιο λόγο η σκηνή που με συγκινεί περισσότερο είναι και η πιο σκληρή μέσα στο έργο: είναι η στιγμή που ένας γκρίζος κύριος επισκέπτεται τον Φούζι τον κουρέα, έναν ανέμελο και χαρούμενο άνθρωπο, και του δημιουργεί την ανάγκη να αρχίσει αποταμιεύει χρόνο. Του δίνει τις πιο κακές συμβουλές: να σταματήσει να χαμογελάει στους πελάτες του, να σταματήσει να ονειροπολεί, να μη βλέπει τη γυναίκα που αγαπά, να βάλει τη μητέρα του σε γηροκομείο κτλ. Όλη αυτή η σκηνή μου φαίνεται πως καθρεφτίζει το άγχος των σύγχρονων ανθρώπων να καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στις αυξανόμενες εργασιακές και κοινωνικές απαιτήσεις, αφήνοντας πίσω τα πράγματα που οι ίδιοι αγαπούν. Με συγκινεί και με ξυπνά γιατί ταυτίζομαι, βλέπω κι εγώ μέσα στον κύριο Φούζι τις δικές μου γκρίζες σκέψεις και αφυπνίζομαι, γίνομαι πιο συνειδητή και προσπαθώ να μεταχειριστώ το χρόνο μου με διαφορετικό τρόπο.

– «Και ο χρόνος που κυλά, είναι ο μεγαλύτερος πλούτος μας, είναι η ζωή και η ζωή ζει μέσα στην καρδιά». Από πού αντλείτε δύναμη ώστε να αντιμετωπίζετε καθημερινά τους “κλέφτες του χρόνου”;

Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολύ τη δουλειά μου και όλος ο χρόνος που “χάνω” για αυτήν ουσιαστικά μου επιστρέφεται. Αυτό δε σημαίνει ότι μία δημιουργική δουλειά βέβαια δεν σε γεμίζει με τεράστιο άγχος σε καθημερινό επίπεδο. Αυτό που προσπαθώ λοιπόν είναι να δημιουργώ καλές βάσεις για συνεργασία, να δουλεύω ομαδικά και να προτείνω συνθήκες που ενισχύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων ώστε να νιώθω κι εγώ πιο ήρεμη και ελεύθερη μέσα στη δουλειά αλλά να αισθάνομαι ότι και οι συνεργάτες μου είναι καλά μέσα σε αυτό που κάνουν. Άλλωστε ο χρόνος είναι ουσιαστικός όταν τον μοιραζόμαστε.

Πέρα από τη δουλειά προσπαθώ να θυμάμαι και να σχετίζομαι με τους ανθρώπους που αγαπώ, να κάνω ταξίδια, να τραγουδάω, να μη σταματάω να αναζητώ νέα ερεθίσματα, να κάνω παρέα με τον γάτο μου, να κοιτάζω το ταβάνι και να ονειροπολώ, να πιάνω κουβέντα με αγνώστους και να μην φέρνω τον εαυτό μου στη δύσκολη θέση να κάνω κάτι απλώς για να το κάνω. Τα λέω έτσι με σιγουριά αλλά είναι πολύ δύσκολη η πράξη, είναι ένας καθημερινός αγώνας. Η Μόμο στάθηκε μία πολύ καλή αφορμή να αναθεωρήσω πολλά πράγματα για τον εαυτό μου.

– Μέσα από την ενδιαφέρουσα και ιδιότυπη Χορωδία Ανέργων που παρουσιάζεται για δεύτερη σεζόν στο θέατρο Πόρτα, τί επιδιώκετε να εκφράσετε;

Θέλουμε να μιλήσουμε για το πώς οι άνθρωποι μπορούνε να είναι εξίσου δημιουργικοί όταν είναι έξω από το πλαίσιο της μισθωτής εργασίας, για το ότι οι άνθρωποι δεν οριζόμαστε μόνο από την εργασιακή μας ταυτότητα αλλά και για το πώς ένα πρόβλημα μπορεί να ανοίξει τις πόρτες σε σκέψεις και καταστάσεις που δεν είχαμε ποτέ φανταστεί, πώς δηλαδή με αφορμή ένα πρόβλημα μπορούμε να ενωθούμε και να δημιουργήσουμε πράγματα από κοινού.

Κατά κάποιο τρόπο η παράσταση Χορωδία Ανέργων συνομιλεί με την ιστορία της Μόμο. Αναφέρομαι κυρίως στο θέμα του χρόνου και στο πώς εμείς επιλέγουμε να τον αξιοποιήσουμε ποιοτικά.

– Έχετε κάποια άλλα σχέδια για το άμεσο μέλλον, σε καλλιτεχνικό επίπεδο;

Στο άμεσο μέλλον θα ξεκινήσουμε έρευνα με την ομάδα Εν δυνάμει ώστε να δημιουργήσουμε τη νέα μας παράσταση, που θα ανεβεί την ερχόμενη χρονιά.


Διαβάστε επίσης: