Η Αθηνά Χατζηαθανασίου, μετά την επιτυχία της παράστασης «Μικρές Κυρίες», έστρεψε το ενδιαφέρον της σε έναν λογοτεχνικό ήρωα του Μορίς Λεμπλάν. Με το φετινό έργο, «Αρσέν Λουπέν: Το Μυστήριο της Κούφιας Βελόνας», φέρνει στη σκηνή τον αιώνιο αντι-ήρωα του γάλλου συγγραφέα, προσκαλώντας το κοινό να συμμετάσχει ενεργά στην εξέλιξη της ιστορίας. Παράλληλα, συνεχίζει τη συνεργασία της με τους «Αλιγάτορες», μια παράσταση που θίγει κοινωνικά και ηθικά ζητήματα με έντονο δραματικό και σκηνικό στυλ.
***
-Τι είναι αυτό που κάνει, κατά τη γνώμη σας, τόσο διαχρονικά γοητευτικό και επίκαιρο τον αγαπημένο ήρωα του Μορίς Λεμπλάν, τον Αρσέν Λουπέν;
Ο Αρσέν Λουπέν δεν είναι απλώς ένας κλέφτης σε μία ιστορία μυστηρίου. Είναι ένας ήρωας-σύμβολο διεκδίκησης και πάλης απέναντι στην –πάντα επίκαιρη– κοινωνική ανισότητα. Η «αστική» του δράση στο Παρίσι, σε αντίθεση με άλλους αντίστοιχους ήρωες «εξοχής», που συναντάμε στη λογοτεχνία (π.χ. Ρομπέν των Δασών κ.ά.) τον φέρνει ακόμη πιο κοντά στο σήμερα. Κι έτσι ο Αρσέν Λουπέν γίνεται οικείος, είναι πραγματικά σα να κυκλοφορεί ανάμεσά μας και, προβληματισμένος για όλα όσα μας προβληματίζουν. Ίσως θα μπορούσε να ζει δίπλα μας…
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Άλλωστε, η πρεμιέρα της παράστασης συνέπεσε με τη θεαματική κλοπή στο Λούβρο! Τι πιστεύετε πως μας κινεί τόσο το ενδιαφέρον σε τέτοιες “ευφυείς” ληστείες;
Μα το απρόβλεπτο φυσικά! Αυτό που κάνει τέτοιες πράξεις ενδιαφέρουσες είναι ότι είναι κάτι που δε θα μπορούσαμε να το σκεφτούμε εμείς. Ή το ότι δεν το σκεφτήκαμε τέλος πάντων, για όσους δεν θέλουν να παραδεχτούν το πρώτο.
-Πώς γεννήθηκε η ιδέα να συμμετέχει το κοινό στο φινάλε της παράστασης;
Θεωρώ ότι με το πέρασμα των γενεών, με εξαίρεση κάποια μεγάλα γεγονότα τα οποία προκαλούν μια έντονη μεν, προσωρινή δε συσπείρωση, η έννοια του «πολίτη» ως κοινωνικό ον φθίνει. Είτε ως νέα κατεύθυνση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είτε απλώς ως εξέλιξη των γενεών της κρίσης, υπάρχει μία απαξίωση ως προς τη λήψη αποφάσεων. Σα να επικεντρώνεται ο καθένας στον μικρόκοσμό του, αδύναμος να πάρει θέση και να αλλάξει το ο,τιδήποτε από όσα συμβαίνουν γύρω του. Ήθελα να θέσω ευθέως την επιλογή για το μέλλον του ήρωα στους θεατές και κυρίως στα παιδιά. Είναι εύκολο να αποφασίζουμε για τα παιδιά μας και σίγουρα πιο ασφαλές, αλλά, αύριο μεθαύριο, εκείνα θα κληθούν να αποφασίσουν για τον εαυτό τους και να στηρίξουν τις επιλογές τους, να αναλάβουν την «ευθύνη», σε όλες της τις εκφάνσεις, τόσο ως αίσθημα εξουσίας του να αποφασίζει κανείς και να καθορίζει τα γεγονότα όσο και ως υποχρέωση να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που η απόφασή του φέρει.
-Στο δελτίο Τύπου αναφέρεται ότι η παράσταση «συνδυάζει το απρόσμενο του κινηματογράφου με τη μαγεία του θεάτρου». Παίρνει πράγματι στοιχεία από τον κινηματογράφο; Αν ναι, ποια είναι αυτά και πώς ενσωματώνονται στη θεατρική αφήγηση;
Ναι, παίρνει πράγματι στοιχεία από τον κινηματογράφο η παράσταση. Αφενός είναι η χρήση των βίντεο φυσικά, που δεν είναι απλώς ένα background ή υποκατάστατο σκηνογραφικών ελλείψεων, αλλά περισσότερο μια εικαστική/γραφιστική προσθήκη που ενισχύει και κινησιολογικά κάποιες φορές τη δράση και αφετέρου είναι μία προσωπική εμμονή που έχω, να ενισχύω τη σκηνική δράση με κινηματογραφικούς ήχους και ηχοτοπία που, συνδυασμένα με χαρακτηριστική κινησιολογία, αποδίδουν μία θεατρική συνθήκη. Για παράδειγμα στην παράσταση υπάρχει ένα αυτοκίνητο και ακούγονται κανονικά οι πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν, η μίζα, μέχρι και η ασφάλεια που ξεκλειδώνει ο ηθοποιός. Γίνεται δηλαδή πρακτικά ένα sound design που μοιάζει με αυτό του κινηματογράφου κι έτσι παραπέμπει κατευθείαν σε μία κινηματογραφική εμπειρία.

-Ποιο ρόλο παίζουν η μουσική και η κίνηση μέσα στο έργο; Πώς συμβάλλουν στη δημιουργία της ατμόσφαιρας και στη ροή της αφήγησης;
Μεγάλο ρόλο παίζουν η μουσική και η κίνηση στο έργο. Τα αντιμετωπίζω και τα δύο ως στοιχεία ρυθμού της παράστασης, άρρηκτα συνδεδεμένα και με την πλοκή και με την εξέλιξη. Δόθηκε μεγάλη έμφαση στην κινησιολογία, τόσο σε επίπεδο χορογραφικό, όσο και σε επίπεδο κίνησης του κάθε χαρακτήρα χωριστά – με σαφή επιλογή για τα πιο γκροτέσκο και τα πιο ρεαλιστικά στοιχεία του καθενός. Μεγάλη τιμή και χαρά να δουλεύω με τον Αλέξανδρο Κεϊβάναη πάνω σ’ αυτό, που τα επιμελήθηκε όλα με περισσή λεπτομέρεια. Όσο για τη μουσική, παρότι η παράσταση δεν είναι μιούζικαλ, δουλέψαμε σα να ήταν. Και ο εξαιρετικός Βάιος Πράπας έχει κάνει τα μαγικά του… για ακόμη μία φορά.
-Πόσο σημαντικό θεωρείτε το χιούμορ ως εργαλείο για να μιλήσετε για πιο βαθιά, ανθρώπινα θέματα;
Θα έλεγα ότι ο συνδυασμός του χιούμορ με την ουσία είναι ο καλύτερος τρόπος να μιλήσεις για τα «σημαντικά». Μέσα από το χιούμορ ο θεατής μπορεί να χαλαρώσει και να αφεθεί, να μπει σε μία άλλη κατάσταση που πάει πέρα από τη λογική. Αν ο θεατής αναλύει, παρατηρεί με λεπτομέρεια ή ακόμη και θαυμάζει το «πάθος» του ηθοποιού την ώρα που παίζει, θεωρώ ότι αποτύχαμε. Το χιούμορ σε βάζει αναγκαστικά μέσα σ’ αυτό που συμβαίνει. Και παίρνω το ρίσκο της συναισθηματικής εναλλαγής, βάζοντας, για παράδειγμα, μέσα σε μία πολύ δραματική σκηνή μία αρκετά κωμική ατάκα. Ίσως παλιότερα να ήμουν πιο δειλή ως προς αυτό, φοβόμουν μην πετάξει έξω τη συναισθηματική ταύτιση και τη συγκίνηση του θεατή, αλλά τελικά συνειδητοποίησα ότι την ενισχύει. Κάποιες φορές, το παθαίνω αρκετά ως θεατής, βλέποντας μια σκηνή δραματική, νιώθω μια πίεση να νιώσω συγκίνηση, ταύτιση κ.ο.κ. και αυτό με πετάει έξω. Το χιούμορ σε πείθει ότι δεν χρειάζεται να συγκινηθείς κι έτσι βρίσκεις πιο εύκολα την αλήθεια σε ό, τι συμβαίνει μπροστά σου.
-Αν μπορούσατε να “κλέψετε” κάτι από τον Αρσέν Λουπέν, τι θα ήταν και γιατί;
Νομίζω ενστερνίζομαι τη γενικότερη φιλοσοφία του για τη ζωή ήδη. Αυτό που θα ήθελα να κλέψω θα ήταν ίσως η απενοχοποίηση της έννοιας του «κακού παιδιού» που διαθέτει ο Αρσέν Λουπέν. Στηρίζει την ιδεολογία του και τις επιλογές του χωρίς να τον ενδιαφέρει αν παραβιάζει κανόνες ή αν είναι κάποιες φορές το «κακό παιδί». Εγώ έπαιζα πάντα με τους κανόνες. Αλλά τι γίνεται όταν αυτός που θέτει τους κανόνες, δεν παίζει δίκαια;
-Εκτός από το «Μυστήριο της Κούφιας Βελόνας», σας βλέπουμε και φέτος στους «Αλιγάτορες». Πείτε μας λίγα λόγια για αυτήν την παράσταση.
Οι Αλιγάτορες είναι μια πολύ αγαπημένη δουλειά που ξεκίνησε πέρυσι στο θέατρο Γκλόρια και έχουμε την τύχη να συνεχίζουμε και φέτος σε έναν υπέροχο, ολοκαίνουργιο χώρο στο Auditorium (Σίνα 2-4). Μια ακόμη παράσταση που έχει κάτι να πει, που προβληματίζει, που τη συζητάς. Ο καθηγητής Ντάνιελ Τέρνερ κατηγορείται για σεξουαλική κακοποίηση μίας πρώην μαθήτριας του όταν ήταν δεκατεσσάρων. Και από εκεί και μετά αρχίζει ένας κυκεώνας εξελίξεων που δεν μπορούν ούτε οι ίδιοι οι χαρακτήρες να προλάβουν. Με το βλέμμα στο πώς μπορεί μια καταγγελία να ανατρέψει μια ολόκληρη ζωή και στο πώς οι «Αλιγάτορες» αυτής της κοινωνίας σπεύδουν να λοιδορήσουν, να κατηγορήσουν, να κανιβαλίσουν, χωρίς να τους νοιάζει η αλήθεια πίσω από μία ιστορία. Μεγάλη τύχη να δουλεύω με τον Γιάννη Λασπιά, που βλέπει πάντα τα θεατρικά έργα από κοινωνική σκοπιά και τα ντύνει με μία αισθητική που με εκφράζει απόλυτα. Αξίζει νομίζω να δείτε αυτή την παράσταση, μεταξύ άλλων για να δείτε εξαιρετικές ερμηνείες από τους υπέροχους ηθοποιούς με τους οποίους έχω την τιμή να συνυπάρχω στη σκηνή. Το Γεράσιμο Γεννατά, τη Φαίη Ξυλά, την Αναστασία Τσιλιμπίου και την Παναγιώτα Χαϊδεμένου.

-Τι όνειρα κάνετε για την επόμενη θεατρική σας περιπέτεια;
Όπως λέει και ο πολύ αγαπημένος μου Γκανιμάρ στην παράσταση Αρσέν Λουπέν: «Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω κάτι σε αυτό το στάδιο». Τουλάχιστον όχι κάτι συγκεκριμένο, μιας και το ταξίδι μόλις ξεκίνησε για τον «Αρσέν Λουπέν» και ξεκινά σε λίγο για τους «Αλιγάτορες». Υπάρχουν διάφορα που συζητιούνται και ακόμη περισσότερα στο μυαλό. Αυτό που ονειρεύομαι είναι να είναι και η επόμενη θεατρική περιπέτεια το ίδιο δημιουργική και παρέα με τόσο αξιόλογους καλλιτέχνες όσο αυτούς που συνεργάζομαι αυτή τη στιγμή.
Διαβάστε επίσης:
Αρσέν Λουπέν: Το μυστήριο της Κούφιας Βελόνας, από την Αθηνά Χατζηαθανασίου στο θέατρο Αλάμπρα