Το έργο
Ο Κάρλο Γκολντόνι γεννήθηκε στη Βενετία το 1707, ενώ η Κομμέντια ντελ’ Άρτε βρισκόταν πλέον στη δύση της. Η γραφή και οι ιστορίες του Γκολντόνι όμως έμελλαν να της δώσουν το φιλί της ζωής και να την αναστήσουν, έστω και για λίγο. Ο Ιταλός συγγραφέας έπλασε ιστορίες με πρωταγωνιστές ήρωες οι οποίοι έμοιαζαν βγαλμένοι από την Κομμέντια, όπως ένα από τα πιο γνωστά του έργα, ο «Υπηρέτης δύο Αφεντάδων».
Ωστόσο, ο Γκολντόνι είναι κυρίως γνωστός για την κωμωδία χαρακτήρων, καθώς έδωσε βάθος και εξέλιξη στα θεατρικά του πρόσωπα. Ένας τέτοιος ρόλος είναι και αυτός της Μιραντολίνα, της ηρωίδας του έργου του με τίτλο «Λοκαντιέρα». Γραμμένο το 1753, ο συγγραφέας έπλασε μια ηρωίδα η οποία, με τη συμπεριφορά της, ανατρέπει πολλά από τα δεδομένα της εποχής.
Η Μιραντολίνα είναι μια όμορφη νέα γυναίκα, η οποία διευθύνει μια λοκάντα (=πανδοχείο) μόνη της. Μολονότι έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με το φλερτ πολλών ανδρών που επισκέπτονται τη λοκάντα της, η ίδια καταφέρνει να μένει αμέτοχη, χωρίς ωστόσο να ζημιώνεται η επιχείρησή της. Όταν όμως φτάνει στο πανδοχείο της ο Ιππότης Ριπαφράττα, η Μιραντολίνα μπαίνει στον πειρασμό να τον υποβάλλει σε μια σειρά δοκιμασίες. Ο Ιππότης ισχυρίζεται ότι αντιπαθεί συλλήβδην τις γυναίκες και ότι δεν επιθυμεί επαφή με καμία από αυτές. Και ενώ στην αρχή είναι εχθρικός και απότομος απέναντι στην Μιραντολίνα, σταδιακά αλλάζει γνώμη και καταλήγει να την ερωτευτεί.

ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Η παράσταση
Ο Γιάννης Κακλέας έστησε μια παράσταση η οποία ακολούθησε το πνεύμα του συγγραφέα, μεταφέροντας επί σκηνής τη διάθεση χαράς, κεφιού και γλεντιού της «Κομμέντια ντελ’ άρτε». Παράλληλα, ανέδειξε τους προβληματισμούς τους οποίους εγείρει το κείμενο του Γκολντόνι, οι οποίοι είναι όχι μόνον πρώιμοι, αλλά και αρκετά προοδευτικοί για την εποχή τους. Συγκεκριμένα, το έργο αναδεικνύει την ανεξαρτησία και το δυναμισμό μιας ελεύθερης γυναίκας, η οποία κατορθώνει να βιοπορίζεται και να πορεύεται χωρίς να προδίδει τις αρχές της σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Ο Γ. Κακλέας «διάβασε» το κείμενο στη σημερινή του εποχή και παρόλο που διατήρησε το συνολικό δραματουργικό πλέγμα του κειμένου, αποτύπωσε συνολικά το πνεύμα και όχι απολύτως πιστά το γράμμα του Γκολντόνι. Έτσι, κατέστησε, εξ αρχής, σαφές ότι η σκηνοθετική γραμμή συνδεόταν άρρηκτα με τη σημερινή εποχή. Τα σύγχρονα κοστούμια και το σκηνικό, η μουσική, καθώς και η συνολική κινησιολογία και υποκριτική των ηθοποιών το αποδείκνυαν περίτρανα.
Ως συνέπεια, ο σκηνοθέτης βρέθηκε αναπόφευκτα αντιμέτωπος με την παραδοξότητα του τέλους του έργου. Ο Γκολντόνι θέλησε να δείξει ότι η Μιραντολίνα, από την αρχή έως το τέλος, έμεινε πιστή στις αρχές και τα πιστεύω της, χωρίς να επιτρέψει να καμφθούν οι αντιστάσεις και η ηθική της. Κατά συνέπεια, καταλήγει να παντρευτεί τον υπηρέτη της, Φαμπρίτσιο, όπως όριζε η επιθυμία του πατέρα της. Είναι γεγονός ότι σε μια σύγχρονη μεταφορά του έργου, το συγκεκριμένο τέλος θα ξένιζε, καθώς θα έμοιαζε έως και ουτοπική μια τέτοια έκβαση. Στην παράσταση όμως, ο σκηνοθέτης επέλεξε να αφήσει ελεύθερη την Μιραντολίνα του να αποφασίσει, παραμένοντας ωστόσο πιστή στην ειλικρίνεια, τις απόψεις και την ηθική της. Εγείρεται ωστόσο αναπόφευκτα το ερώτημα, κατά πόσο το κείμενο αυτό συνεχίζει να ανήκει στον Γκολντόνι ή πρόκειται για μια διασκευή.

Οι Ηθοποιοί
Η Βερόνικα Δαβάκη (Μιραντολίνα) είναι απολαυστική στο ρόλο της. Παίζει, χορεύει, γελάει και αποτελεί μια αληθινή οικοδέσποινα πανδοχείου, ευχάριστη και ικανή να ικανοποιήσει και τον πιο απαιτητικό και δύσκολο πελάτη. Πλάι της ο Ιβάν Σβιτάιλο (Ιππότης Ριπαφράττα), ήταν επίσης πολύ καλός, δημιουργώντας αντίστιξη στο παιχνιδιάρικο παίξιμο της Μιραντολίνα, καθώς ο ίδιος ήταν πιο βαρύς, αψύς και συγκρουσιακός. Απολαυστικός, όπως πάντα, ο Αλέξανδρος Ζουριδάκης (Μαρκήσιος Φορλιπόπολι) απέδωσε με απροσποίητη κωμικότητα το ρόλο του. Πολύ καλός επίσης ο Ντίνος Ποντικόπουλος (Κόμης Αλπαφιορίτα) δημιουργώντας με τον Α. Ζουριδάκη ένα πραγματικά απολαυστικό δίδυμο. Καταπληκτική η Βάσια Λακουμέντα (Ορτένσια), η οποία είναι απολαυστική τόσο όταν παίζει, όσο και όταν παίζει πιάνο ή τραγουδάει. Πολύ καλή επίσης η Μάιρα Γραβάνη (Ντεγιανίρα). Τέλος, καλός ο Φαμπρίτσιο του Σαμψών Φύτρου.
Οι Συντελεστές
Η Δραματουργική επεξεργασία του κειμένου από τον ίδιο τον σκηνοθέτη εκσυγχρόνισε το έργο τόσο γλωσσικά, όσο και σημασιολογικά. Ιδιαίτερα σημαντικός στον εκσυγχρονισμό της παράστασης ήταν ο ρόλος της μουσικής (Πρωτότυπη μουσική σύνθεση & ενορχήστρωση: Δημήτρης Παπαδημητρίου). Με αρκετές σύγχρονες ιταλικές μελωδίες και τραγούδια που θύμιζαν την γεωγραφική καταγωγή του έργου, αλλά και με αρκετά συγχρονα κομμάτια ραπ, η μουσική πάντρεψε τις ιταλικές με τις ελληνικές μελωδίες, αλλά και το τότε με το τώρα. Ιδιαίτερα σημαντική επίσης η συμβολή της επί σκηνής ζωντανής μουσικής (Ανδρέας Κουρέτας, Μιχάλης Βρέττας, Βαγγέλης Ντουμανάς, Ηλίας Σαμαρτζής).
Εξαιρετικά τα πολλά και διάφορα κοστούμια, ενώ πολύ λειτουργικό ήταν το σκηνικό αποπνέοντας το ύφος του έργου και προσδιορίζοντας παράλληλα την εποχή (Σκηνικά-Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη). Τέλος, οι φωτισμοί, αλλά και…το σκοτάδι συνέβαλαν στον παιγνιώδη χαρακτήρα και στις επιμέρους ατμόσφαιρες της παράστασης (Στέλλα Κάλτσου).

Εν κατακλείδι
Η «Λοκαντιέρα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα διαθέτει ζωντάνια, μουσική και χορό βαδίζοντας στα δραματουργικά βήματα του Κάρλο Γκολντόνι. Παράλληλα, ακολουθώντας την δραματουργία του Ιταλού συγγραφέα, ο σκηνοθέτης δόμησε μια κωμωδία χαρακτήρων αντιμετωπίζοντας με έντονα σκωπτική διάθεση τη φεουδαρχική αντίληψη της ανδροκρατούμενης κοινωνίας.
Ο Γ. Κακλέας κατάφερε, διατηρώντας το ύφος, το λόγο, αλλά και το πνεύμα του συγγραφέα, να μεταφέρει το κείμενο στο σήμερα. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα, αφού ο σκηνοθέτης μίλησε με όρους του δέκατου-όγδοου αιώνα για τον εικοστό πρώτο. Δημιούργησε λοιπόν μια παράσταση με έντονο φεμινιστικό άρωμα, καταλήγοντας στο τέλος στη συμφιλίωση των δύο φύλων, γεγονός που υπογραμμίσθηκε ήδη από την αρχή της παράστασης, η οποία, όπως και ο έρωτας, ξεκινάει στα τυφλά… Και μολονότι η σύντομη σκηνή με τις δύο ατάκες που πρόσθεσε άλλαξαν εντελώς το τέλος του έργου, ο Γ. Κακλέας κατόρθωσε με επιτυχία να αποδώσει το πνεύμα του Κάρλο Γκολντόνι.
Διαβάστε επίσης:
Locandiera: Ο Γιάννης Κακλέας σκηνοθετεί Γκολντόνι στο Θέατρο Τέχνης
Βερόνικα Δαβάκη: Είναι δύσκολο να παραδεχτεί και να αφεθεί κανείς άνευ όρων στα μεγάλα συναισθήματα