Ο Χρίστος Γεωργίου δραστηριοποιείται εδώ και πολλά χρόνια στο σινεμά, αλλά και σε σημαντικές τηλεοπτικές παραγωγές. Παράλληλα, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων βρίσκεται συνεχώς μεταξύ Ελλάδας και εξωτερικού. Κάτι που του χαρίζει μια πιο σφαιρική οπτική πάνω στον κινηματογραφικό -και όχι μόνο- κόσμο.

Προηγούμενες δουλειές του στην μεγάλη οθόνη που γνώρισαν επιτυχία, είναι το «Κάτω από τ’ άστρα» (2001) και το «Μικρό Έγκλημα» (2008). Στις 10 Μαΐου κυκλοφορεί η τελευταία του μεγάλου μήκους ταινία «Happy Birthday», με κεντρικό πυρήνα το ιδιαίτερο επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ ενός πατέρα και μιας κόρης. Μιλώντας με τον σκηνοθέτη, αντιλαμβανόμαστε το λόγο που επέλεξε να αφηγηθεί αυτήν την ιστορία και πώς χτίζει σεναριακά την ιδέα του. Ταυτόχρονα όμως, μάς εξηγεί και ποια θεωρεί ως μεγάλα προτερήματα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής εν γένει.


– Η μεγάλου μήκους ταινία σας με τίτλο «Happy Birthday» παίρνει το δρόμο για τις αίθουσες από τις 10 Μαΐου. Μιλήστε μας αρχικά για την υπόθεσή της και γιατί θελήσατε να διηγηθείτε κινηματογραφικά αυτήν την ιστορία.

Το Happy Birthday είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, με την σύγχρονη Αθήνα ως φόντο. Μια Αθήνα που καίγεται, που κλονίζεται από ταραχές. Μέσα σε αυτό τον χώρο, η Μαργαρίτα (Νεφέλη Κουρή) και ο πατέρας της ο Γιώργος (Δημήτρης Ημελος), βρίσκονται αντιμέτωποι. Εκείνος σαν Ματατζής και εκείνη ανάμεσα στους διαδηλωτές.

Εκείνη την νύχτα βλέπουν ότι κινδυνεύουν να χάσουν την όποια σχέση σαν πατέρας και κόρη είχαν στο παρελθόν. Η μητέρα  (Μυρτώ Αλικάκη) προτείνει στους δυο τους να πάνε για λίγες μέρες στο εξοχικό τους, μήπως εκεί ανάμεσα στις παλιές οικογενειακές χαρούμενες αναμνήσεις καταφέρουν να σώσουν την σχέση τους. Το ότι και οι δύο δέχονται δείχνει ότι θέλουν να κάνουν μια προσπάθεια ακόμα, αλλά ακόμα και στην εξοχή, μακριά από την Αθήνα, δεν θα είναι εύκολο, καθώς το πραγματικό πρόβλημα το κουβαλάνε μαζί τους. Η Μαργαρίτα πιο πολύ πάει στις διαδηλώσεις για να δει το πατέρα της. Δεν μπορεί να καταλάβει πως ο πατέρας της είναι ένας από αυτούς «που βαράνε τον κόσμο στους δρόμους». Στο σχολείο κρύβει την πραγματική του ταυτότητα. Αν την ρωτήσουν λέει ότι είναι δημόσιος υπάλληλος από φόβο ότι κανείς δεν θα θέλει να την κάνει παρέα αν μάθουν ότι είναι κόρη ενός Ματατζή. Και ο Γιώργος για προφανείς λόγους επίσης, προσπαθεί να κρατήσει την δουλειά του μακρυά από την οικογένεια του. Και στην εξοχή μπορεί να ξέφυγαν από τις ταραχές και την Αθήνα αλλά τώρα είναι μόνο οι δύο τους και θα πρέπει να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλο.

Το «Happy Birthday» είναι η τρίτη μου μεγάλου μήκους μυθοπλασία και έχει κιόλας συμμετέχει σε φεστιβάλ όπως το Palm Springs, έχει διακριθεί στο Cyprus Film Days με το βραβείο Καλύτερου Κύπριου Σκηνοθέτη και βγαίνει στις αίθουσες στην Ελλάδα από την ODEON στις 10 Μαΐου. Η πρώτη μου ήταν το πολυβραβευμένο «Κάτω από τ’ Άστρα» σε συμπαραγωγή με το British Screen. Η δεύτερη το «Μικρό Έγκλημα» σε συμπαραγωγή με το ZDF/ARTE η οποία έκοψε σχεδόν 200,000 εισιτήρια στην Γερμανία. Η ταινία πουλήθηκε σε πάνω από 20 χώρες με συμμετοχές σε φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο (όπως το Karlovy Vary – Variety’s choice 2010, την Θεσσαλονίκη FF, το Palm Springs IFF, το San Francisco IFF, την Shanghai IFF, κ.α.). Όταν δεν κάνω ταινίες, κάνω επεισόδια στην τηλεόραση σε σειρές όπως «10η Εντολή», «Αστυνόμος Μπέκας», και ντοκιμαντέρ για ελληνικά και ξένα κανάλια.

Ο κινηματογράφος είναι η δουλειά μου, αλλά και η ζωή μου εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν μια πολύ φυσική επιλογή για μένα να διαλέξω αυτό το μέσο για να πω αυτή την ιστορία.

– Υπάρχουν προσωπικά βιώματα μέσα στις δημιουργίες σας ή προτιμάτε να αποτυπώνετε τα γεγονότα περισσότερο ως παρατηρητής;

Όταν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο το 2010 είχα μόλις γίνει πατέρας και ένιωθα μια ευτυχία και μια αγάπη για τα πάντα. Την ίδια στιγμή στην Αθήνα ήμασταν ακόμα στον απόηχο των ταραχών του Δεκεμβρίου του 2008. Αυτό που είχε κολλήσει στο δικό μου το μυαλό, ήταν το πώς είναι δυνατόν, ένας πατέρας, κάποιος που είχε νιώσει τα συναισθήματα που ένιωθα εγώ εκείνη τη στιγμή, να είχε σηκώσει το όπλο του για να σκοτώσει ένα παιδί.

Την επόμενη χρονιά έκανα ένα ντοκιμαντέρ για το Al Jazeera το “Τα παιδιά των ταραχών”, και ένα από τα παιδιά που γνωρίσαμε στην προεργασία και που τελικά δεν συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ ήταν ένα 16χρονο κορίτσι που ο πατέρας της ήταν μπάτσος και που η σχέση τους ήταν ένα εκκρεμές που βάραγε αγάπη μίσος όλη μέρα κάθε μέρα.

Αυτές οι σκέψεις μου έδωσαν την ιδέα να κάνω μία ταινία με κέντρο αυτήν την σχέση. Και αυτό που θεώρησα πολύ σημαντικό, ήταν ότι επρόκειτο για μία ιστορία σχετικά με δύο ανθρώπους που κινδυνεύουν, αλλά δεν έχουν χάσει ακόμα ο ένας τον άλλο. Να μην έχουν χαθεί μέσα στην βία που τους περιτριγυρίζει.

Στην ταινία βλέπουμε τον Γιώργο και την Μαργαρίτα (πατέρα και κόρη) σε μια στιγμή στην ζωή τους που έχουν ακόμα την πιθανότητα να σώσουν την σχέση τους, και να σωθούν και οι ίδιοι.

– Πώς ήταν ο δρόμος προς την ολοκλήρωσή της από τη στιγμή που ξεκινήσατε να υλοποιείτε την ιδέα; Καταφέρατε να φέρετε εις πέρας όλες τις απαιτήσεις ή άλλαξαν πράγματα στην πορεία;

Για την εύρεση του προϋπολογισμού της ταινίας επέλεξα τον δρόμο της Ευρωπαϊκής συμπαραγωγής. Αυτό μας έδωσε ένα λίγο καλύτερο προϋπολογισμό από αυτόν που θα είχαμε αν στηριζόμασταν σε αποκλειστικά Ελληνικά κινηματογραφικά ταμεία. Αλλά η εύρεση συμπαραγωγών και οι αιτήσεις σε διαφορετικές χώρες πήρε περισσότερο χρόνο, και αυτό ήταν λίγο κουραστικό. Από την στιγμή που ξεκινήσαμε το γύρισμα είχα δίπλα μου πολύ καλούς συνεργάτες. Στην φωτογραφία τον Γιώργο Γιανέλλη, στην σκηνογραφία τον Μιχάλη Σαμιώτη, στο Μoντάζ την Αλίκη Παναγή, στην μουσική τον Κωνσταντή Παπακωνσταντίνου, την Καρολίνα Ζαπατίνα για α’ βοηθό, στον ήχο τον Ντίνο Κίττου και στην παραγωγή τους Ματθαίο Βούλγαρη, Θανάση Καραθάνο και Κώστα Λαμπρόπουλο. Έτσι, όλα όσα έπρεπε να γίνουν, υλοποιήθηκαν και με πολύ όμορφο κλίμα και τρομερή συνεργασία.

– Πώς καταλήξατε στην επιλογή των ηθοποιών οι οποίοι ενσάρκωσαν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους;

Το casting ειδικά για τους δυο πρωταγωνιστές το δουλέψαμε για πολύ καιρό με τα παιδιά από το Athens Casting τον Αλεξ και την Χριστίνα.

Είδαμε και δουλέψαμε με πολλούς και πολύ ικανούς ηθοποιούς και καταλήξαμε ότι για αυτούς τους συγκεκριμένους ρόλους ο Δημήτρης Ήμελλος και η Νεφελη Κουρή ήταν η πιο σωστές επιλογές. Και οι δύο, όπως και όλοι οι ηθοποιοί έχουν κάνει καταπληκτική δουλειά στην ταινία, και ακόμα και τώρα μετά από τις τόσες φορές που την έχω δει, μου κάνει εντύπωση η τόσο δυνατή και ζωντανή παρουσία τους.

– Δεδομένου ότι οι πόροι που προορίζονται για τον ελληνικό κινηματογράφο είναι ελάχιστοι, μιλήστε μας για την εγχώρια προσωπική κινηματογραφική σας εμπειρία, σε αντιδιαστολή με την αγγλική παραγωγή, στην οποία έχετε εξίσου δραστηριοποιηθεί.

Υπάρχει τεράστια διαφορά σε μια παραγωγή σχεδιασμένη στα Αγγλικά πρότυπα από μία στα Ελληνικά. Είναι πολύ λογικό όταν υπάρχει τέτοια διαφορά στην αγορά που απευθύνεται η κάθε χώρα, στους προϋπολογισμούς και στις υποδομές. Εκεί όμως που δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε είναι στους τεχνικούς και στους ηθοποιούς μας. Και όταν ευτυχήσουμε να έχουμε στα χέρια μας ένα καλό σενάριο, οι εξαιρετικοί τεχνικοί και ηθοποιοί μάς επιτρέπουν να κάνουμε ταινίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σε όλες τις άλλες. Ακόμα και στα μεγαλύτερα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου.

– Επιστρέφοντας στο Happy Birthday, ποιες είναι οι επαγγελματικές προσδοκίες για τη συνέχεια, οι οποίες «γεννιούνται» μέσα από αυτήν την παραγωγή;

Τώρα ξεκίνησε το ταξίδι της αυτή η ταινία. Χαίρομαι που η ODEΟN τής δίνει την ευκαιρία να βγει στις αίθουσες και να την δει ο κόσμος. Είμαι σίγουρος ότι όσοι πάνε δεν θα φύγουν απογοητευμένοι. Έχω δει την ταινία να παίζει σε διαφορετικές χώρες, με διαφορετικό κοινό κάθε φορά και καταφέρνει πάντα να τους αγγίξει.

– Ετοιμάζετε ήδη κάτι ως το επόμενό σας βήμα;

Ναι, γράφω ένα καινούργιο σενάριο. Είναι κωμωδία, αλλά είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε ακόμα για αυτό.


Διαβάστε επίσης:

Happy Birthday, του Χρίστου Γεωργίου