Λίγες ημέρες πριν την έξοδό της στις αίθουσες από τη Weirdwave, η νέα ταινία του Luis Ortega, «Σκοτώστε τον τζόκεϊ» (Kill the Jockey), το CultureNow συνομίλησε με τον χαρισματικό ηθοποιό Nahuel Pérez Biscayart (120 Χτύποι το Λεπτό, Μαθήματα Περσικών).

Στην ταινία, ο Nahuel υποδύεται έναν θρυλικό τζόκεϊ που έχει βυθιστεί στις καταχρήσεις και έχει χάσει την παλιά του αίγλη, όταν, ύστερα από ένα ατύχημα, ξεκινά μια ιδιότυπη εξερεύνηση μιας νέας ταυτότητας.

Το φιλμ απέσπασε το Βραβείο Οριζόντες στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, καθώς και την Ειδική Μνεία Premio CinemaSarà και το Βραβείο Edipo Re στο Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ έχει ταξιδέψει και στα φεστιβάλ Τορόντο και Θεσσαλονίκης.

Ο Nahuel θα βρίσκεται στην Αθήνα για να παρουσιάσει την ταινία και να συνομιλήσει με το κοινό, το Σάββατο 1 Νοεμβρίου (19:45), στον κινηματογράφο Newman.

Τον συνάντησα διαδικτυακά για το CultureNow, σε μια βιντεοκλήση που ξεκίνησε με τον Nahuel να με χαιρετά στα ελληνικά: «Γεια σου, τι κάνεις;». Περάσαμε περίπου σαράντα λεπτά μιλώντας για μια ταινία που, όπως είπε ο ίδιος, «δεν είναι φτιαγμένη για να την καταλάβεις, αλλά για να τη νιώσεις».

Η συζήτησή μας, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στο “Kill the Jockey”. Μιλήσαμε για τη γενοκτονία στη Γάζα και την εθνοκάθαρση στην Παλαιστίνη – ένα θέμα που ο Nahuel συνέδεσε με κάθε μορφή αποικιοκρατίας, υπογραμμίζοντας πως επιλέγει να στέκεται πάντα στο πλευρό των περιθωριοποιημένων. «Αυτή είναι η πλευρά που ανήκω», είπε χαρακτηριστικά.

Προς το τέλος, η κουβέντα γύρισε στην Αθήνα, που φαίνεται να γνωρίζει καλά, αφού περνά μέρος του χρόνου του εδώ – και σχολιάσαμε διάφορα σινεμά της πόλης. Κάπου εκεί ανακαλύψαμε και κάτι ακόμα κοινό: πηγαίνουμε στο ίδιο μπαρ (που, προς το παρόν, θα κρατήσουμε μυστικό).

***

Σύνοψη ταινίας: Ένας νεαρός αλλά ήδη θρυλικός τζόκεϊ έχει πάρει την κάτω βόλτα: αλκοόλ, καταχρήσεις και ατυχήματα τον έχουν φέρει στα πρόθυρα της καταστροφής, αλλά και αντιμέτωπο με τον μαφιόζο χρηματοδότη του– ενώ μάλιστα η σύντροφός του, επίσης διάσημη τζόκεϊ, περιμένει το πρώτο τους παιδί. Την μέρα της σημαντικότερης κούρσας της ζωής του, μιάς ιπποδρομίας που θα τον ξελάσπωνε, ένα σφοδρό ατύχημα θα τον ρίξει σε κώμα. Όταν όμως ξυπνήσει τίποτα δεν θα είναι το ίδιο – και πρώτα απ’ όλα ο ίδιος, που σταδιακά μεταμορφώνεται σε γυναίκα. Απελευθερωμένος από την ταυτότητά του, αρχίζει να διερευνά το ποιός πραγματικά είναι…

Στιγμιότυπο από την ταινία “Kill the Jockey”

– Η ταινία ένιωσα πως είναι ένα ταξίδι προς την αγάπη — μέσα σε έναν ατελή κόσμο, ως ένας ατελής άνθρωπος. Για εσένα, τι κυριαρχεί έως και σήμερα; Υπάρχει κάποια αίσθηση που σου επανέρχεται μέχρι σήμερα για το “Kill the Jockey”;

Μου αρέσει η λέξη που μόλις χρησιμοποίησες: «ταξίδι». Γιατί και για μένα, η ταινία ήταν ένα ταξίδι να τη φτιάξω κι ένα ταξίδι να την παρακολουθήσω. Και αυτό είναι που αγαπώ περισσότερο στον κινηματογράφο — και γενικότερα στην τέχνη: τη μεταμόρφωση, την εμπειρία, το ταξίδι. Όλα αυτά που δεν περιγράφονται εύκολα, αλλά τα νιώθεις αμέσως.

Εκτιμώ επίσης το οτι η ταινία επιτρέπει πολλές διαφορετικές αναγνώσεις. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να δεις τους χαρακτήρες της ή το νόημά της. Γι’ αυτό συνεχίζουμε να μιλάμε για ταξίδι, εμπειρία — λέξεις πιο πλατιές, πιο βαθιές από μια απλή ιστορία.

Γιατί, παρότι υπάρχει αφήγηση, η ταινία στην ουσία μιλά για τη διάλυση των βεβαιοτήτων — για το τι πιστεύουμε ότι είμαστε, ως χαρακτήρες, ως άνθρωποι, ως θεατές ή καλλιτέχνες.

Έτσι, τα πράγματα που επιστρέφουν μέσα μου είναι αυτά. Το αίσθημα της απώλειας…

-Της αίσθησης του εαυτού;

Θα έλεγα, γενικότερα, της ιδιοκτησίας. Αυτό σχετίζεται βέβαια με την ταυτότητα, αλλά όχι αποκλειστικά. Υπάρχει μια αίσθηση δύναμης που δεν πηγάζει από ιεραρχίες ή εξουσιαστικά μοντέλα, αλλά από την άνθιση, την έμπνευση, την ελευθερία. Αυτή τη δύναμη μπορούμε να την αισθανθούμε μόνο όταν αποκοπούμε από την ανάγκη της ιδιοκτησίας – της ταυτότητας, των ρόλων που πιστεύουμε ότι μας ανήκουν ή μας αξίζουν. Όταν αρχίζουμε να κόβουμε τους ψεύτικους δεσμούς. Νομίζω πως η ταινία μιλά γι’ αυτό: να ζεις με έναν τόσο ελεύθερο τρόπο, που να μην είσαι ο πρωταγωνιστής της ίδιας σου της ζωής.

Ο Remo είναι τόσο ελεύθερος, γιατί είναι αρκετά θαρραλέος ώστε να φτάσει ως το τέλος της διάλυσης του εγώ. Βουτά βαθιά μέσα στην ιδέα της απώλειας του ελέγχου, της απώλειας της ιδιοκτησίας.

Νομίζω είναι ιδιαίτερα συγκινητικό το ότι αυτή την ιστορία την αφηγούμαστε μέσα από μια ταινία, σε μια εποχή που η βιομηχανία φοβάται τόσο πολύ την απώλεια του ελέγχου. Υπάρχει αυτή η εμμονή να «μη χαθεί το κοινό», να καθοδηγούμε τι θα νιώσει, πού θα κοιτάξει, πώς θα σταθεί απέναντι στους χαρακτήρες και την ιστορία.

Η δική μας ταινία είναι διαφορετική. Είναι απολαυστική να τη βλέπεις, αλλά δεν είναι φτιαγμένη για να την καταλάβεις αμέσως. Είναι μια ταινία που πρέπει να τη νιώσεις. Μετά μπορείς να τη συζητήσεις, να τη θεωρητικοποιήσεις, όμως την ώρα που τη βλέπεις σου δίνει χώρο να χαθείς, να βουτήξεις, να βρεις τη δική σου διαδρομή μέσα της.

-Σου δίνει μια ποιότητα ελευθερίας.

Ακριβώς. Και αυτό, ξέρεις, μπορεί να είναι πολύ τρομακτικό.

(Σε αυτό το σημείο, παραδόξως, και οι δύο γελάμε.)

– Ήθελα επίσης να σε ρωτήσω πώς δουλέψατε τον χαρακτήρα του Remo Manfredini/Dolores “Lola”. Είχατε αναφορές με τον Luis Ortega (σκηνοθέτη) σε άλλους χαρακτήρες του σινεμά ή υπαρκτά πρόσωπα; Διάβασα πως ο ίδιος ζωγραφίζει, και αναρωτήθηκα αν αντλήσατε έμπνευση από κάποια εικαστικά έργα ή καλλιτέχνες για τις κινήσεις, τις εκφράσεις…

Δεν δουλεύω με αναφορές, γιατί νιώθω πως έτσι η προσέγγισή μου χάνει κάτι από την αυθεντικότητα και την έμπνευσή της. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δε δέχομαι επιρροές. Απορροφώ ερεθίσματα και πληροφορίες – τα μετουσιώνω και τα διαχέω μέσα στον χαρακτήρα.

Υπήρχε, ωστόσο, ένας τραγουδιστής, ο Pity Álvarez, Αργεντίνος καλλιτέχνης που αγαπάμε και οι δύο με τον Luis. Έχει μια ενέργεια πολύ κοντά σε εκείνη του Remo, ειδικά στην αρχή της ταινίας.

Ο Álvarez είναι μια αμφιλεγόμενη φιγούρα, αλλά ενσαρκώνει αυτή την ενέργεια της αυτοκαταστροφής, σχεδόν σαν μεταφυσική αναζήτηση. Νιώθω πως η ιδέα της σωματικής αυτοκαταστροφής, αν την προεκτείνεις λίγο, αγγίζει κάτι βαθύτερο – την καταστροφή του ίδιου του εαυτού. Τουλάχιστον, αν το δεις ποιητικά όλο αυτό.

Και ύστερα, στο δεύτερο μέρος της ταινίας, εμφανίζεται αυτό που μεταξύ μας αποκαλούμε “Watermelon-head” – «Καρπούζοκεφαλο».

Στιγμιότυπο από την ταινία “Kill the Jockey”

– Είχες κάτι το σχεδόν μη ανθρώπινο εκεί.

Ήθελα αυτή η παρουσία να μοιάζει λιγότερο ανθρώπινη, να αιωρείται, να επιπλέει. Ο τρόπος που κοιτάζει τα πράγματα, να έχει κάτι το ανανεωτικό στο βλέμμα του… λες και τα μάτια του βιώνουν μια αποκάλυψη. Σκεφτόμουν πολύ τα μωρά, το πώς βλέπουν τον κόσμο όταν γεννιούνται – τη ματιά τους, που είναι ταυτόχρονα εκτός εστίασης και απόλυτα συγκεντρωμένη, γεμάτη διαπερατότητα.

Θα έλεγα πως αντί να «χτίσω» έναν χαρακτήρα, προτίμησα να δουλέψω ενάντια στην ιδέα της κατασκευής του. Επεξεργάστηκα την ιδέα της δεκτικότητας. Κάπως σαν να είχε σπάσει το κέλυφος και ξαφνικά να ήμουν ένα πολύ εύθραυστο πλάσμα. Όπως τα τζιτζίκια ή άλλα έντομα τη στιγμή που αλλάζουν το κέλυφός τους και για λίγο είναι σχεδόν υγρά, άμορφα, μέχρι να ξανασχηματιστεί το καινούργιο τους σώμα. Κάπως έτσι ένιωθα αυτή τη «μη ανθρώπινη, σχεδόν ζωώδη» φύση του ήρωα.

Υπάρχουν φυσικά πολλές αναφορές, αλλά δεν θα έλεγα ποτέ «έπαιξα σαν να ήμουν ψάρι» ή κάτι τέτοιο. Μου αρέσει να «μπερδεύω» το μυαλό μου με πολλές διαφορετικές πηγές έμπνευσης, να αφήνω πολλά πράγματα να συνυπάρχουν μέσα μου. Δεν δένομαι ποτέ με μία και μόνο ιδέα. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα στο σώμα και το μυαλό μου – ακόμη και στους διαλόγους με τον σκηνοθέτη. Και πολλές φορές δεν χρειάζεται καν να τις συζητήσω με τον Luis.

Άλλωστε, αυτό που μετράει είναι ό,τι συμβαίνει στο γύρισμα. Εκεί όλα αυτά αρχίζουν να παίρνουν μορφή από μόνα τους, να αποκρυσταλλώνονται, χωρίς να υπάρχει απόλυτη συνείδηση επιλογών. Αυτή είναι και η μαγεία της δουλειάς μας – του κινηματογράφου, της ηθοποιίας.

Για τη Dolores, θυμάμαι ότι είχαμε δει μια ταινία του Fassbinder, το «Η χρονιά με τα 13 φεγγάρια», η οποία έχει έναν χαρακτήρα με κάτι το θηλυκό, το κιτς, αλλά και κάτι πολύ τρυφερό – με μια μητρική, στοργική ενέργεια. Σκεφτήκαμε λοιπόν, σε αντίθεση με το πρώτο μέρος της ταινίας και τον «πρώτο» Remo, να αναζητήσουμε πιο λεπτεπίλεπτες χειρονομίες, μια γλυκύτητα, χωρίς να αναγκάσουμε τους εαυτούς μας να «παίξουμε» μια γυναίκα, αλλά να εστιάσουμε στη γυναίκα που υπάρχει μέσα σε κάθε σώμα και πνεύμα.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Dolores τραγουδά, χαϊδεύει, αφηγείται ιστορίες και, κατά μια έννοια, φροντίζει τα «αγόρια» της στη φυλακή. Ήταν μια πιο γλυκιά προσέγγιση, σε αντίθεση με το πρώτο μέρος που ήταν πιο σκληρό, σχεδόν τραγικό.

Αυτά είναι κάποια από τα στοιχεία που μπορώ να ανακαλέσω. Όταν δουλεύω με τον Luis, προσπαθούμε να μη σκεφτόμαστε υπερβολικά. Οι ιδέες, καμιά φορά, είναι εχθροί της δημιουργίας. Μπορεί να μιλάμε πολύ, αλλά να λέμε ελάχιστα. Γιατί στο γύρισμα οι ιδέες σκοτώνουν το ένστικτο και δεν επιτρέπουν να αναδειχθεί αυτή η μεγαλύτερη νοημοσύνη που υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους που φτιάχνουν μια ταινία. Αυτής που δεν ανήκει ούτε σε μένα, ούτε στον Luis, ούτε σε κανέναν· υπάρχει ανάμεσά μας. Και πιστεύω πως αυτό χρειάζεται να το προστατεύεις, χωρίς να το βαφτίζεις απαραίτητα. Για αυτό και δεν λέμε ποτέ «ναι, αυτό είναι, κράτα το έτσι». Είναι πάντα ένα «δοκίμασε». Καλύτερα να μη μιλάς, αλλά να δοκιμάζεις – να ανακαλύπτεις και να επιβεβαιώνεις μέσα από την πράξη.

-Σε μια άλλη συνέντευξη είχες αναφέρει πως δεν κάνατε πρόβες, αλλά πως δουλέψατε με ομαδικές αναγνώσεις.

Μία μοναδική ομαδική ανάγνωση με όλο το συνεργείο. Και με την ηθοποιό Úrsula Corberó ίσως να περάσαμε μερικές ώρες διαβάζοντας κάποιες σκηνές, απλώς για να τις συζητήσουμε, χωρίς να τις «κλειδώσουμε». Οι μοναδικές κανονικές πρόβες που κάναμε ήταν για τη σκηνή με το χορό.

Ούτε εκεί υπήρχε όμως χορογραφία. Ήταν απλώς μια συνάντηση με την Úrsula μέσα από τον χορό. Και νομίζω ότι αυτό ήταν πολύ έξυπνο, γιατί γνωρίσαμε τα σώματά μας, το ένστικτο, την ικανότητα αυτοσχεδιασμού. Ήταν σαν μια γνωριμία μέσα από την πράξη, όχι μια προσπάθεια να «λύσουμε» τις σκηνές.

Από τα γυρίσματα της ταινίας “Kill the Jockey”, με την Úrsula Corberó ως Abril

-Ήταν μια πολύ αξιομνημόνευτη σκηνή για μένα. Ήθελα να σε ρωτήσω και για τη μουσική. Ήταν πάντα αυτό το τραγούδι;

Ναι, ήταν πάντα αυτό. Ο Luis γράφει με τη μουσική. Ακόμη και οι διάλογοι έχουν ρυθμό και μελωδία, χωρίς να είναι επιτηδευμένοι. Υπάρχει ρυθμός στις λέξεις και στη ροή τους. Είμαι σίγουρος πως όταν γράφει μια σκηνή, ήδη σκέφτεται ένα τραγούδι ή έναν ρυθμό που τον εμπνέει. Η δραματουργία των σεναρίων του έχει πάντα μουσική. Αν δεις τις προηγούμενες ταινίες του, υπάρχει ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν – τραγούδια από τα ’70s, τα ’80s, ή και πιο παλιά, κλασικά αργεντίνικα κομμάτια με ρομαντισμό και ποίηση.

-Για τις κινήσεις είχε σχόλια; Έδωσε κάποια καθοδήγηση;

Κάποιες μικρές λεπτομέρειες ήταν ιδέες του Λουίς. Ήταν σαν να χόρευε μαζί μας, με έναν δικό του τρόπο.

-Παρατήρησα ότι εσύ και η Úrsula δεν αγγίζεστε καθόλου κατά τη διάρκεια του χορού.

Αυτό είναι υπέροχο· είσαι η πρώτη που το παρατηρεί. Δεν μας είπε ο Luis να το κάνουμε ή να το αποφύγουμε· νομίζω ότι προέκυψε φυσικά, γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια σκηνή χορού. Είναι ένας διάλογος που εκφράζει ένταση, τριβή, μια φωτιά έτοιμη να εκραγεί – αλλά που τελικά δεν εκρήγνυται.

Λειτουργεί και σαν εισαγωγή της ταινίας. Η Úrsula έχει μόλις κερδίσει την κούρσα, ενώ εγώ δεν κατάφερα καν να την ξεκινήσω. Υπάρχει μια πρόκληση λοιπόν, σχεδόν σαν να λέει: «Σε κρατάω κοντά μου, σε νίκησα, κι εσύ ίσως θες να ξανακερδίσεις κάτι από τη δόξα μου ή από την αγάπη μου». Υπάρχει μια σεξουαλική, σχεδόν εξουσιαστική διάσταση, μια δυναμική σχέσης ισχύος. Και η ταινία το διερευνά, όπως και το γεγονός ότι τα σώματα των δύο τζόκεϊ –και γενικότερα των περφόρμερ– ανήκουν σε άλλους, εν προκειμένω στη μαφία.

– Ένα άλλο στοιχείο που μου έκανε εντύπωση ήταν οι τοποθεσίες. Κάθε σκηνή έμοιαζε με πίνακα ζωγραφικής. Κάθε πλάνο ήταν μια νέα σύνθεση. Από τα μπαρ, τον ιππόδρομο, τις σκηνές στο τούνελ που οδηγούσαν στον αγωνιστικό χώρο… 

Παίρνω διαρκώς πράγματα από το περιβάλλον, από την πραγματικότητα. Αυτή η σήραγγα, που ανέφερες, για παράδειγμα, με ενέπνευσε.Το χτύπημα των μεταλλικών δοκών με το μαστίγιο δεν ήταν γραμμένο στο σενάριο – απλώς προέκυψε. Καθώς περπατούσα, άκουγα ρυθμούς, διαφορετικές υφές, και κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να χτυπήσω το μέταλλο. Δεν θα το χαρακτήριζα καν ιδέα· συνέβη ενώ κάναμε τα πάνω-κάτω για το camera test. Βρίσκεσαι σε μια ατέρμονη επανάληψη, και απλά κάποια στιγμή σηκώνεις το χέρι σου και χτυπάς. Η δράση επιβεβαίωσε τον εαυτό της καθώς συνέβαινε.

Αυτό φυσικά έγινε επειδή γυρίζαμε σε πραγματική τοποθεσία. Αν η σήραγγα ήταν μέρος ενός σκηνικού, οι δοκοί δεν θα ήταν από μέταλλο. Το γύρισμα σε πραγματικά μέρη φέρνει ζωή μέσα σε αυτό που κάνεις. Το ιπποδρόμιο στο Μπουένος Άιρες είναι αληθινό, με υγρασία, παλιά υλικά, ανθρώπους που πηγαίνουν εκεί πραγματικά. Πολλοί από όσους βλέπεις στην ταινία δεν είναι ηθοποιοί, αλλά άνθρωποι που πηγαίνουν εκεί κανονικά.

Το Μπουένος Άιρες είναι σχεδόν ένας χαρακτήρας από μόνο του. Ο τρόπος που το δείχνει ο Λουίς είναι εξαιρετικά ιδιαίτερος. Παρουσιάζει ένα μεταφυσικό, υπόγειο, σχεδόν άχρονο Μπουένος Άιρες, που όλοι το έχουμε δει κάποια στιγμή, αλλά σπάνια το αναγνωρίζουμε.

Μιλώντας με θεατές στο Μπουένος Άιρες, ένιωσαν πολύ εμπνευσμένοι από αυτή τη «μαγική, τραγική, μεταφυσική» εκδοχή της πόλης. Μου αρέσει να δουλεύω με τον Luis γιατί κάθε φορά είναι σαν να ανακαλύπτω ξανά τον τόπο μου.

Από τα γυρίσματα της ταινίας “Kill the Jockey” – Στον Nahuel Pérez Biscayart μιλά ο Luis Ortega

-Είχες κάποια αγαπημένη τοποθεσία στα γυρίσματα;

Η σήραγγα ήταν σίγουρα απίστευτα ενδιαφέρουσα. Είχε κάτι το συμβολικό, σχεδόν σαν μήτρα, σαν αναγέννηση, και ταίριαζε απόλυτα στην ιστορία μας. Αλλά απόλαυσα πολλές τοποθεσίες. Για παράδειγμα, δεν είχα πάει ποτέ στο μπαρ της σκηνής του χορού – ένα παλιό, αγγλικού ύφους, κομψό μπαρ στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, το The New Brighton. Ούτε στον ιππόδρομο είχα ξαναπάει. Είναι τρελό μέρος! Βρίσκεται στην καρδιά της πόλης και ανάμεσα στις κούρσες βλέπεις γρασίδι, λιμνούλες, ζωάκια. Υπάρχει μια ολόκληρη πανίδα εκεί, ένα μικρό βασίλειο ζώων ανάμεσα στα άλογα και τους αναβάτες.

Αυτό αγαπώ στο Μπουένος Άιρες: τίποτα δεν είναι ομοιόμορφο.

-Είδα ένα βίντεο από το San Sebastián Film Festival, όπου τοποθετήθηκες υπέρ της Παλαιστίνης.

Αν χρησιμοποιώ την πλατφόρμα μου για να μιλήσω πολιτικά, όπως για την Παλαιστίνη, το κάνω γιατί έτσι νιώθω ως άνθρωπος. Δεν υπάρχει στρατηγική πίσω απ’ αυτό. Για μένα, το να είσαι καλλιτέχνης και το να είσαι άνθρωπος είναι το ίδιο. Πιστεύω στις συναντήσεις – με ανθρώπους, ζώα, φύση – ως την πιο δυνατή πηγή ίασης και μεταμόρφωσης. Ο πόλεμος, στην ουσία του, είναι η ψευδαίσθηση ότι θα λύσεις τον πόνο σου εξαλείφοντας τον άλλον – το πιο αξιολύπητο πράγμα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Και φυσικά, όλα είναι πολιτικά: όταν βλέπουμε αδικία, καταπίεση, απουσία συνάντησης, πρέπει να μιλάμε.

Πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας στη φύση: τα κύτταρα, τα βακτήρια, όλα συνεργάζονται, συμβιώνουν, ανταλλάσσουν. Εμείς ξεχνάμε ότι υπάρχουμε χάρη στη συνεργασία και προτιμούμε να εμφανίζεται ο Άλλος ως ο Εχθρός. Μπορεί να ακούγεται χίπικο σήμερα, αλλά όλοι στην ουσία μας είμαστε το ίδιο σε βιολογικό επίπεδο.

Σέβομαι τους ανθρώπους που θυσιάζουν προνόμιά τους για να σώσουν τα τελευταία στοιχεία ανθρωπισμού που μας απομένουν. Εγώ, που κάνω τη δουλειά που αγαπώ, δεν αντιμετωπίζω οικονομικά προβλήματα και έχω δύο ευρωπαϊκά διαβατήρια, θεωρώ πως αν δε μιλήσω, θα είναι ένδειξη αγνωμοσύνης προς τον κόσμο, αλλά και προς τον ίδιο μου τον εαυτό.

Όταν βλέπω τον παλαιστινιακό λαό να σφαγιάζεται, να υφίσταται εθνοκάθαρση και εκτοπισμό επί δεκαετίες, δεν μπορώ να σιωπήσω. Και φυσικά, η θέση μου δεν περιορίζεται μόνο στην Παλαιστίνη· μιλάω για όλους τους λαούς που υποφέρουν από αποικιοκρατία, καταπίεση, ιμπεριαλισμό. Προέρχομαι από τη Λατινική Αμερική, μια ήπειρο που γνώρισε πραξικοπήματα και δικτατορίες με τη στήριξη της CIA… Ακόμα κι αν δεν έζησα όλα τα ιστορικά γεγονότα, ως queer άτομο βλέπω τους περιθωριοποιημένους ως δικούς μου ανθρώπους, ως συντρόφους. Είμαι με αυτήν την πλευρά του κόσμου.

Σοκάρομαι που πολλοί που αυτοαποκαλούνται προοδευτικοί δεν μιλούν για την Παλαιστίνη – το λεγόμενο PEP, «Progressive Except for Palestine». Στη Λατινική Αμερική, πολλοί που τοποθετούνται για διάφορα ζητήματα λένε «είναι περίπλοκο» όταν η συζήτηση πάει εκεί. Για μένα, οι καλλιτέχνες που έχουν φωνή και δεν παίρνουν θέση χάνουν τον σεβασμό μου. Το να προστατεύεις τα προνόμιά σου αντί να υπερασπίζεσαι τη ζωή είναι ντροπή.

Η Παλαιστίνη είναι ένα από τα τελευταία ενεργά αποικιοκρατικά σχέδια στον κόσμο, και γι’ αυτό έχει μια συμβολική υπόσταση για όλη τη Δύση. Ευρώπη και ΗΠΑ χρηματοδοτούν και επιτρέπουν την γενοκτονία. Ο πόλεμος είναι βιομηχανία, καύσιμο της δυτικής οικονομίας. Αν αποδεχτούμε αυτή τη λογική, θα εφαρμοστεί παντού.

Βλέπουμε την καταπίεση άλλωστε και στις ΗΠΑ, μέσω του ICE, όπως και τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων στο Λονδίνο, τις συλλήψεις των ατόμων που υποστηρίζουν την οργάνωση Palestine Action…

Όσα περισσότερα αποδεχόμαστε, τόσο χώρο και δύναμη παίρνουν οι καταπιεστές και τόση αξιοπρέπεια χάνουμε ως άνθρωποι.

-Επειδή περνάς μέρος του χρόνου σου στην Αθήνα, αναρωτιόμουν αν έχεις κάποιο αγαπημένο σινεμά εδώ; Και τι σκέφτεσαι για το γεγονός ότι ιστορικές και αγαπημένες αίθουσες κλείνουν για να γίνουν ξενοδοχεία ή σούπερ μάρκετ;

Ναι, ξέρω την κατάσταση, μιλάς για περιπτώσεις όπως το Ideal… Είναι πολύ λυπηρό. Ήταν ένα υπέροχο σινεμά, με ψηλά ταβάνια και ατμόσφαιρα, όχι σαν τα ρηχά multiplex. Ήταν εμπειρία να βλέπεις μια ταινία εκεί.

Έχω πάει επίσης στο Άστορ και στο Άστυ, και μου αρέσει πολύ η Ταινιοθήκη.

Το Vox, η Riviera… όλα τα θερινά σινεμά επίσης είναι υπέροχα.

– Οπότε γνωρίζεις αρκετά σινεμά στην πόλη.

Είναι πολλά που δεν έχω πάει ακόμα βέβαια. Πριν κάποιο καιρό έπαιζε στην Κυψέλη σε ένα θερινό μια ταινία μου, το Σινεμά Στέλλα.

Έχω πάει και στο Τριανόν που ξεκινάει τώρα το Φεστιβάλ Παλαιστινιακού Κινηματογράφου (σ.σ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στις 15/10: μια ημέρα πριν την έναρξη της διοργάνωσης).

– Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που βρήκες να μου μιλήσεις.

Εγώ ευχαριστώ. Ήταν μια πολύ όμορφη συζήτηση.