Η Βιρτζίνια Γουλφ (ή Βιργινία Γουλφ (Virginia Woolf, πλήρες όνομα Αντελίν Βιρζίνια Στήβεν – Adeline Virginia Stephen), 25 Ιανουαρίου 1882 – 28 Μαρτίου 1941) ήταν Αγγλίδα μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, που θεωρήθηκε πρωτοπόρος και νεοτερίζουσα λογοτέχνις στον 20ό αιώνα και μια από τους μέγιστους καινοτόμους στην αγγλική γλώσσα.

Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου υπήρξε σημαντική μορφή στη λογοτεχνική κοινωνία του Λονδίνου και μέλος της Ομάδας Μπλούμσμπερυ. Τα διασημότερα έργα της είναι τα μυθιστορήματα Η κυρία Νταλογουέι (Mrs Dalloway, 1925), Στο φάρο (To The Lighthouse, 1927), το Ορλάντο: μια βιογραφία (Orlando, 1928), και το δοκίμιο Ένα δωμάτιο ολοδικό σου (A Room of One’s Own, 1929) με τη παροιμιώδη φράση της: «Μια γυναίκα πρέπει να έχει τα χρήματα και ένα δωμάτιο κατάδικό της, εάν πρόκειται να γράψει μυθιστοριογραφία». Τα μυθιστορήματά της διακρίνονται για το ψυχολογικό τους βάθος και το εκφραστικό τους ύφος. Άλλα γνωστά έργα της είναι: «Νύχτα και μέρα», «Τα κύματα», «Τα χρόνια», «Τρεις γκινέες», κ.ά.

Ο κριτικός λογοτεχνίας και μεταφραστής των έργων της Άρης Μπερλής έχει γράψει ότι: «Η Βιρτζίνια Γουλφ βρίσκεται μέσα στη μεγάλη παράδοση της δυτικής λογοτεχνίας και συναριθμείται με τον Προυστ και τον Τζόυς στην τριάδα των μεγάλων καινοτόμων πεζογράφων που άνοιξαν νέους δρόμους στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα τις τρεις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα.»

Βιογραφία

Η Αντελίν Βιρτζίνια Στήβεν γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 25 Ιανουαρίου του 1882, από τους Σερ Λέσλι Στήβεν (Leslie Stephen(D/R)) και την Τζούλια Πρίνσεπ Τζάκσον (πρώην Ντακγουορθ), (Julia Stephen(D/R)). Οι γονείς της που παντρεύτηκαν στις 28 Μαρτίου του 1878 είχαν και οι δυο παιδιά από τους προηγούμενους γάμους τους. Ο πατέρας της ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών με μακρά παράδοση στα γράμματα, και ήταν εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού «Κορνχίλ» (Cornhill) και συντάκτης του «Λεξικού Εθνικής Βιογραφίας» (Dictionary of National Biography). Η μητέρα της, γνωστή για την ομορφιά της, δούλεψε σαν μοντέλο σε γνωστούς ζωγράφους της εποχής, ενώ τον καιρό της γέννησης της Βιρτζίνια δούλευε σαν νοσοκόμα κατ’ οίκον.

Εκτός από τη Βιρτζίνια το ζευγάρι είχε ακόμα την πρωτότοκη κόρη Βανέσα, (μετέπειτα Μπελ) (Vanessa Bell(D/R)) γενν. 1879, τον δευτερότοκο Τόμπυ (Thoby Stephen(D/R)) γενν. 1880 και τον υστερότοκο Άντριαν (Adrian Stephen(D/R)), γενν. 1883.

Εκτός από αυτά τα παιδιά από τον κοινό τους γάμο, στο μέγαρο της οδού Hyde Park Gate, 22, ζούσαν και τα παιδιά από τους προηγούμενους γάμους τους. Η κόρη του σερ Λέσλι, Λώρα (Laura Makepeace Stephen), ένα προβληματικό παιδί που σε λίγα χρόνια κλείστηκε μόνιμα σε ψυχιατρικό άσυλο και τα τρία παιδιά της Τζούλια, ο Τζώρτζ, (George Herbert Duckworth(D/R)), η Στέλλα και ο μετέπειτα, εκδότης Τζέραλντ Ντακγουορθ (Gerald Duckworth(D/R)).

Αν και σαν βρέφος ήταν χαρωπή και τρυφερή, με το πέρασμα των χρόνων ωστόσο έγινε νευρική, φοβόταν από το σκοτάδι (κοιμόταν πάντα με τη λάμπα αναμμένη) και καθώς και το εξωτερικό θορυβώδες περιβάλλον. Η ίδια όταν θυμόταν τα παιδικά της χρόνια θεωρεί οτι ο φόβος αποτελούσε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής της. Ειδικότερα στις ετήσιες καλοκαιρινές διακοπές στο Σαιντ Άιβς (St. Ives) στην Κορνουάλη ένιωθε θλιβερά και συνάμα τρομαχτικά συναισθήματα και κυρίως ένα αίσθημα απομόνωσης και απεγνωσμένης λύπης με την αναπτυγμένη φαντασία της να δίνει σε αυτά τα συναισθήματα ακόμα πιο έντονα χρώματα.

H Βιρτζίνια μεγάλωσε σε περιβάλλον καλλιτεχνικό με επιρροές από τη βικτωριανή λογοτεχνική κοινωνία: Χένρι Τζέιμς, Τζορτζ Έλιοτ, Τζωρτζ Χένρυ Λιούις, Τζούλια Μάργκαρετ Κάμερον και Τζέιμς Ράσσελ Λόουελ (νονός της Βιρτζίνιας), ήταν μεταξύ των επισκεπτών του σπιτιού της οικογένειας. Συμπλήρωμα αυτών των επιρροών ήταν η τεράστια βιβλιοθήκη του σπιτιού, απ’ όπου οι αδελφές Βιρτζίνια και Βανέσσα διδάχτηκαν τους κλασικούς και την αγγλική λογοτεχνία, σε αντίθεση με τους αδελφούς τους Τόμπυ και Άντριαν που ακολούθησαν την τυπική εκπαίδευση στο Καίμπριτζ (τη διαφορά αυτή η Βιρτζίνια τη θυμόταν με πίκρα). Μετά την εκπαίδευση που έλαβε κατ’ οίκον από τον πατέρα της κυρίως, θα σπουδάσει το 1896 ιστορία, αρχαία ελληνικά και λατινικά στο παράρτημα για γυναίκες του King’s College. Την εκμάθηση των αρχαίων ελληνικών θα τη συνεχίσει κατά τα έτη 1902 και 1903.

Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας της από γρίπη το 1895 όταν ήταν 13 χρόνων, της προκαλεί τη πρώτη νευρική κατάρρευση. Η ετεροθαλής αδερφή της Στέλλα, θα πεθάνει και αυτή ξαφνικά από περιτονίτιδα, ύστερα από 2 χρόνια, το 1897 ενώ και ο θάνατος του πατέρα της το 1904 από καρκίνο στο στομάχι πυροδοτεί τη δεύτερη μεγάλη νευρική κατάρρευση, και την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας (πηδάει από το παράθυρο του σπιτιού τους). Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της επηρεάστηκε από αυτή τη δραστική ταλάντευση διάθεσης.

Αν κι αυτές οι επαναλαμβανόμενες διανοητικές διαταραχές είχαν πολλές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή της, οι λογοτεχνικές δυνατότητές της παρέμειναν άθικτες. Συνηθισμένα συμπτώματα της αρρώστιας της , ήταν οι βαριές ημικρανίες, οι αυπνίες και η έλλειψη όρεξης. Η ανορεξία (ασθένεια που τα συμπώματά της άρχισαν να αναγνωρίζονται ήδη από το 1870) ήταν το κυριώτερο σύμπτωμα που κουβαλούσε από την παιδική της ηλικία. Η μητέρα της, Τζούλια είχε απδεχτεί το γεγονός οτι η μικρή Τζίνια θα ήταν για πάντα ευάλωτη ψυχικά.

Η οικογένεια από την πλευρά του πατέρα της εξάλλου, είχε ιστορικό ψυχικών ασθενειών, από σχιζοφρένεια μέχρι και βαριά κατάθλιψη. Ο ίδιος ο πατέρας της, ο Λέσλι Στήβεν είχε υποστεί κάποιου είδους νευρικής κατάρρευσης, καθώς προετοίμαζε το βιβλιο του «Dictionary of National Biography». Η ετεροθαλής αδερφής, Λώρα, τελείωσε τη ζωή της στην ψυχιατρική κλινική όπου την έκλεισαν – (σήμερα ωστόσο θα αποκαλούσαμε την διαταραχή της, αυτισμό.) Αλλά και ο ανιψιός του σερ Λέσλι, Τζεμ Στήβεν ήταν επίσης ψυχικά διαταραγμένος.

Ο θάνατός του πατέρα τους, έκανε τα τέσσερα τελευταία παιδιά του, να φύγουν από το πατρικό σπίτι, και να εγκατασταθούν, από το 1904 ως το 1907, στην καρδιά του Λονδίνου, στην πλατεία Gordon, (Gordon Square), στο Μπλούμσμπερι (Bloomsbury(D/R)). Εκείνη την εποχή η Βιρτζίνια έγραφε και δημοσίευε βιβλιοκριτικές στο λογοτεχνικό ένθετο των «Times» του Λονδίνου (The Times Literary Supplement(D/R))) και παράλληλα δίδασκε ιστορία, και έκθεση στο (Morley College(D/R)), «Morley College for working men and women», όπως ονομαζόταν τότε.

Εκείνη την περίοδο το ενδιαφέρον της για τη λογοτεχνία θα βαθαίνει περισσότερο και μάλιστα θα σχετιστεί με την πρωτοεμφανιζόμενη τότε ομάδα λογίων φοιτητών που έμεινε γνωστή ως Ομάδα Μπλούμσμπερι. Ελπιδοφόροι νεαροί καλλιτέχνες (ποιητές, ζωγράφοι, συγγραφείς, φιλόσοφοι) θα αποτελέσουν έναν κύκλο διανοούμενων που θα θελήσει να φέρει φρέσκο αέρα στις τέχνες στην Μεγάλη Βρεττανία, ουσιαστικά οι εκπρόσωποι του μοντερνισμού στη χώρα αυτή.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τον μυθιστοριογράφο Έντουαρτ Μόργκαν Φόρστερ (E. M. Forster), τον ζωγράφο και τεχνοκριτικό Ρότζερ Φράι (Roger Fry), τον οικονομολόγο Τζων Μέυναρντ Κέυνς (John Maynard Keynes), τον συγγραφέα Λίτον Στράτχι (Lytton Strachey).Με αυτούς, μεταξύ των οποίων ήταν τα αδέρφια της, και ο μελλοντικός της σύζυγος θα συναναστραφεί η Βιρτζίνια και θα πάρει την επιβεβαίωση που χρειαζόταν για να αρχίσει να γράφει. Με αυτούς εξάλου θα συμμετάσχει στην περίφημη πια, φάρσα του Ντρέτνωτ, (Dreadnought hoax) που έστησαν μέλη του κύκλου αυτού, στο Αγγλικό Βασιλικό Ναυτικό και συγκεκριμένα στο πολεμικό Ντρετνωτ, υποδυόμενοι Αιθίοπες βασιλικούς αξιωματούχους.

Τον Ιούνιο του 1906 θα γράψει το πρώτο της διήγημα, «Phyllis and Rosamund», το οποίο ωστόσο δεν εκδόθηκε παρά μετά τον θάνατό της. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου θα κάνει το πρώτο της -και μοιραίο όπως εξελίχτηκε – ταξίδι της στο εξωτερικό. Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1906 θα επισκεφτεί μαζί με τα αδέρφια της, την Κωνσταντινούπολη πρώτα, την Αθήνα και την Εύβοια ύστερα. Σε αυτό το ταξίδι, η Βανέσα και ο Τόμπυ θα ασθενήσουν από τυφοειδή πυρετό, και ενώ η Βανέσσα θα αναρρώσει, ο Τόμπυ θα πεθάνει τελικά στο Λονδίνο, στις 20 Νοεμβρίου του 1906.

Οι εντυπώσεις της από το ταξίδι με τη μορφή αλληλογραφίας και ημερολογιακών εγγραφών θα κυκλοφορήσουν στην Ελλάδα, σε βιβλίο με τίτλο «Ελλάδα και Μάης μαζί», σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου από τον εκδοτικό οίκο «Ύψιλον» το 1996. Το 1907 η αγαπημένη αδερφή της Βανέσα παντρεύεται τον διανοούμενο και τεχνοκριτικό Κλάιβ Μπελ (Clive Bell(D/R)) ενώ η Βιρτζίνια θα αρχίσει τα προσχέδια για τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός της, αυτού που αργότερα θα ονομάσει «Το ταξίδι», (The Voyage Out).[20] Το βιβλίο αυτό θα το δουλέψει σχεδόν 5 χρόνια και η συγγραφή του δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη βοήθεια, την επιβεβαίωση και τον ενθουσιασμό του Κλάιβ Μπελ.

Στις 10 Αυγούστου του 1912 παντρεύεται τον Λέοναρντ Γουλφ, (Leonard Sidney Woolf(D/R)) μέλος και αυτός της Ομάδας του Μπλουμσπμέρι και φίλος του Τόμπυ από τα φοιτητικά του χρόνια. Αμέσως μετά το γάμο θα φύγουν για ένα μεγάλο ταξίδι του μέλιτος σε Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία. Ο Λέναρντ αν και η Βιρτζίνια του είχε εξομολογηθεί την ανικατότητά της να ανταποκριθεί στο σεξουαλικό του πάθος, καθώς επίσης και την πραγματική κατάσταση της υγείας της, ωστόσο ήταν απόλυτα σίγουρος οτι παρόλα αυτα ήθελε να την παντρευτεί.

Και όπως αποδείχτηκε συν τω χρόνω, υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος σε αυτήν, την φρόντιζε και την προστάτευε αγόγγυστα και με τη μεγαλύτερη προθυμία.

Ένα χρόνο αργότερα όμως θα ξεσπάσει ακόμα μια θανάσιμη νευρική κατάρρευση της Γουλφ, κατά τη διάρκεια της οποίας θα επιχειρήσει και πάλι να αυτοκτονήσει καταπίνοντας υπερβολική δόση χαπιών «Βερονάλ». Η κρίση αυτή που κράτησε από το καλοκαίρι του 1913 ώς και το φθινόπωρο του 1915 και κατά τη διάρκεια της οποίας η Γουλφ είχε φτάσει τα 28 κιλά (!!!) ήταν τόσο βίαιη που σύμφωνα με την βιογράφο της Julia Briggs την έφερε κοντά στο θάνατο ή στην καλύτερη περίπτωση σε μόνιμη διαμονή στο ψυχιατρείο.

Virginia Woolf sitting in an armchair at Monk’s House. Before 1942, Source: Harvard University library

Τα χρόνια της δημιουργίας

Το 1914 το ζευγάρι αποφασίζει οτι θα έκανε καλό στη Βιρτζίνια να απομακρυνθεί από το θορυβώδες Λονδίνο, και γι΄αυτό εγκατάστάθηκαν στο Ριτσμοντ , μια πόλη που απέχει περίπου 13 χλμ. από το Λονδίνο, και το Μάρτιο του 1915 αγόρασαν πλέον και εγκαταστάθηκαν στο «Hogarth House».

Στα πλαίσια της ανάρρωσης της συγγραφέως, θεωρήθηκε οτι θα βοηθούσε στην αποκατατάσταση της υγείας της, η ενασχόληση με την τυπογραφία (μάλιστα νεαρή όντας είχε πάρει μαθήματα βιβλιοδεσίας) και έτσι το ζευγάρι αγόρασε τα απαραίτητα για να λειτουργήσει ένα τυπογραφικό πιεστήριο. Το πρώτο τους βιβλίο, από τον δικό τους εκδοτικό οίκο, τον «Hogarth House Press» κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1915, και ήταν ένα κομψό βιβλιαράκι 32 σελίδων που περιλάμβανε το διήγημα της Βιρτζίνια «Σημάδι στον τοίχο» («Mark on the wall») και το διήγημα του Λέναρντ «Τρεις Εβραίοι» («Three Jews»). Ωστόσο πριν από αυτό, είχε προηγηθεί η κυκλοφορία στις 26 Μαρτίου του 1915 του βιβλίου της «Το Ταξίδι» από τον εκδοτικό οίκο του αδερφού της, Τζωρτζ Ντάκγουορθ.

Αυτή τη χρονιά, το 1914 θα αρχίσει να γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά της, το «Μέρα και Νύχτα». Η Γουλφ εξομολογήθηκε πολλά χρόνια αργότερα ότι ήταν τόσο τρομοκρατημένη από την ασθένειά της που έγραψε το «Μέρα και Νύχτα», περισσότερο για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ήταν διανοητικά υγιής. «Το έγραψα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και ασχολιόμουν με αυτό μόνο μισή ώρα την ημέρα.» Το μυθιστόρημα θα εκδοθεί και πάλι από τον εκδοτικό οίκο του ετεροθαλούς αδερφού της, το 1919, χρονιά που το ζευγάρι θα αγοράσει και το περίφημο εξοχικό σπίτι, το Monk’s House(D/R) στο Rodmell του Σάσσεξ, τόπος της οριστικής διαμονής τους.

Το 1920 θα αρχίσει να συγγράφει το μυθιστόρημα «Το δωμάτιο του Ιακώβου» (Jacob’s Room) – ένα σημαντικό έργο στην εργογραφία της, – τομή στην λογοτεχνία της εποχής αφού το μυθιστόρημα συντίθεται από τις αναμνήσεις , τις σκέψεις και τα συναισθήματα της για τον πρόωρα χαμένο αγαπημένο αδερφό της Τόμπυ. Το έργο τελειώνει στις 4 Νοεμβρίου του 1921 και θα εκδοθεί από τον δικό της εκδοτικό οίκο το 1922.

Εν τω μεταξύ ο εκδοτικό οίκος «Χόγκαρθ Πρες», αναπτύσσεται χρόνο με το χρόνο. Παρόλο που δεν θα αποφύγουν τις λάθος επιλογές (χαρακτηριστικά, απορρίπτουν το χειρόγραφο του «Οδυσσέα» του Τζόυς που τότε έψαχνε εκδότη) θα πρωτοεκδώσουν τελικά, σημαντικούς λογοτέχνες της εποχής και της χώρας τους. Το 1923 εκδίδουν την περίφημη «Ερημη Χώρα» του Τόμας Στερνς Έλιοτ, (το βιβλίο στοιχειοθετήθηκε από την ιδια την Γουλφ) και τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσουν με την Κάθριν Μάνσφιλντ (προσωπική φιλη της Γουλφ), τον Ε. Μ. Φορστερ, τη Βίτα Σάκβιλ Γουέστ, τον Ρόμπερτ Γκρέιβς, τον Τζων Μέυναρντ Κέυνς, καθώς και έργα του Σίγκμουντ Φρόυντ.

Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ

Τον χειμώνα του 1922 θα κάνει μια καθοριστική για τη ζωή της γνωριμία. Θα γνωρίσει σε ένα φιλικό δείπνο την κόρη του βαρώνου Λάιονελ Σάκβιλ Γουέστ, Βίτα Σάκβιλ Γουέστ (Vita Sackville-West(D/R)) με την οποία εκτός από τα λογοτεχνικά τους ενδιαφέροντα θα μοιραστεί και μια παθιασμένη ερωτική σχέση. Η γνωριμία που σηματοδοτεί και τα πιο παραγωγικά χρόνια της Γουλφ θα μετατραπεί σε ερωτική σχέση γύρω στο 1925 καρπός της οποίας θα είναι το μυθιστόρημα – βιογραφία της Σάκβιλ «Ορλάντο», που η Γουλφ έγραψε το 1927 και το οποίο ο γιός της Βίτα, Νάιτζελ Νίκολσον χαρακτήρισε ως την πιο μακροσκελέστατη και γοητευτική ερωτική επιστολή στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Με τη Βίτα όλα δείχνουν ότι η Βιρτζίνια ανακαλύπτει άγνωστες μέχρι τότε ηδονές του έρωτα. Σε μία επιστολή της προς αυτήν η Βιρτζίνια γράφει με το χαρακτηριστικό της καυστικό χιούμορ: Σ’ ολόκληρο το Λονδίνο εσύ κι εγώ είμαστε οι μόνες σύζυγοι που είναι ευχαριστημένες από το γάμο τους.

Το 1928 καινούριοι έρωτες θα τραβήξουν τη Σάκβιλ μακριά από την Γουλφ, και ύστερα από την περίοδο του πόνου για τον χωρισμό η σχέση τους θα μετατραπει σε φιλική αλλά ουσιαστική και θα κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής της Γουλφ.

Τα χρόνια αυτά θα δώσει τα καλύτερα έργα της: το 1925 θα κυκλοφορήσει το διασημότερο έργο της «Η κυρία Νταλογουέι» (Mrs Dalloway), η οποία και θα την καθιερώσει στη συνειδηση κοινού και κριτικών, το 1927 εκδίδεται το αυτοβιογραφικό «Μέχρι το φάρο» (To the Lighthouse), και το 1928 το «Ορλάντο: μια βιογραφία».

Τον Οκτώβριο του 1928 έλαβε την πρόσκληση να μιλήσει στο κολέγιο Νιούμαν του Κέιμπριτζ ενώπιον της «Arts Society» με θέμα «Γυναίκες και μυθιστοριογραφία». Από αυτή τη διάλεξη προέκυψε το διάσημο δοκίμιο «Ένα δικό σου δωμάτιο» (A Room of One’s Own), το οποιο θα εκδοθεί το 1929 -βιβλίο αναφοράς σήμερα στις φεμινιστικές σπουδές.

Το 1930 πάλι τελειώνει τη πρώτη μορφή του μυθιστορήματος της, «Τα Κύματα», (The Waves), το οποίο αποτελεί το ακραίο όριο των λογοτεχνικών πειραματισμών της, αφού το έργο καταγράφει τις σκέψεις έξι χαρακτήρων και μόνο αυτό.

Η τελευταία δεκαετία

Κουρασμένη από το γράψιμο των «Κυμάτων» και σαν αστείο για να χαλαρώνει (όπως συνήθιζε να κάνει) άρχισε να γραφει το καλοκαίρι του 1931, το «Φλας», τη βιογραφια του σκύλου της ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπαρετ Μπράουνινγκ,την οποία εξέδωσε σε βιβλίο το 1933. Σε αυτό το διάστημα θα ταξιδέψει για δεύτερη φορά στην Ελλάδα μαζί με τον άντρα της και τον Ρότζερ Φράι, του οποίου ο ξαφνικός θάνατος το 1934 θα την καταβάλλει πολύ. Το 1935 έχοντας αγοράσει αυτοκίνητο θα κάνουν ένα μεγάλο οδικό ταξίδι στην Γαλλία, στην Ιταλία, επιστρέφοντας μέσω της Γερμανίας του Χίτλερ και της Ολλανδίας.

Το 1937 θα εκδώσει το μυθιστόρημα «Τα χρόνια» -ένα βιβλίο που είχε αρχίσει να δουλεύει από το τέλος του 1932 και το οποίο εξελίχθηκε στο ογκωδέστερο των μυθιστορημάτων της αλλά και ένα από τα προσφιλέστερα στους λογοτεχνικούς κριτικούς.

Όταν ξεσπάει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η διάθεση της Γουλφ αρχίσει να χειροτερεύει και το 1940 ύστερα από την σφοδρή αεροπορική επιδρομή των Γερμανών εναντίον του Λονδίνου (The Blitz(D/R)) – καταστρέφονται το σπίτι και τα γραφεία του εκδοτικού οίκου στο Λονδίνο, και το ζευγάρι μετακομίζει στο Μονκς Χάουζ. Η πιθανότητα οι Γερμανοί να καταλάβουν την Αγγλία και το τι θα σήμαινε αυτό όχι μόνο για τη χώρα αλλά και για τη ζωή του Εβραίου Λέοναρντ, κάνουν τη Γουλφ να ζει σε μια διαρκή ανησυχία και αγωνία.

Τον χειμώνα του 1941 θα ολοκληρώσει το τελευταίο μυθιστορήμα της, το «Ανάμεσα στις πράξεις» και θα περάσει την τρίτη και μοιραία νευρική κατάρρευση της ζωής της. Η κατάθλιψη, η ανορεξία, οι παραισθήσεις θα επιστρέψουν δυνατότερες από κάθε άλλη φορά. Ο Λέναρντ Γουλφ παραδέχεται στην αυτοβιογραφία του ότι το να μην την εμπιστευτεί σε 24ωρη επίβλεψη από νοσοκόμες ήταν μεγάλο λάθος που έφερε την καταστροφή.

Στις 28 Μαρτίου 1941 η Γουλφ εγκατέλειψε το σπίτι της προς άγνωστη κατεύθυνση αφήνοντας δυο σημειώματα, ένα για την αδερφή της και ένα για τον σύζυγό της. Αν και στο σημείωμα έγραφε οτι είχε σκοπό να αυτοκτονήσει, ωστόσο αγνοούνταν για 3 εβδομάδες, μέχρι να βρεθεί πρώτα το καπέλο της και το μπαστούνι της σε μια όχθη του ποταμού Ουζ (Ouse) και αργότερα τρια μικρά παιδιά να ανακαλύψουν το πτώμα της στις 19 Απριλιου του 1941.

Το πτώμα της αποτεφρώνεται την επόμενη μέρα και τα υπολείματα θάβονται στο σπίτι στο Μονκς, κάτω απο μια φτελιά.

Τον Ιούλιο του 1941 ο Γουλφ θα εκδώσει το τελευταίο μυθιστορήμά της, ενώ το 1953 θα εκδώσει και αποσπάσματα από τα ημερολόγια της με τίτλο «A writer’s diary».

Το σημείωμα αυτοκτονίας προς τον σύζυγό της

Αισθάνομαι σίγουρα πως τρελαίνομαι πάλι. Αισθάνομαι ότι δε μπορούμε να ξαναπεράσουμε άλλον ένα σαν εκ τους φοβερούς χρόνους. Και δεν θα συνέλθω ξανά τούτη τη φορά. Αρχίζω ν’ ακούω φωνές και δε μπορώ να συγκεντρωθώ. Έτσι κάνω κείνο που μου φαίνεται καλύτερο για όλους μας. Μου ‘χεις δώσει τη μέγιστη δυνατή ευτυχία. Ήσουν με κάθε τρόπο όλ’ αυτά που κανείς δε θα μπορούσε να ‘ναι. Δε γνωρίζω δυο ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι ευτυχέστεροι, μέχρι που με χτύπησε τούτη η φοβερή αρρώστια.

Δεν μπορώ να την παλεψω άλλο. Ξέρω ότι χαλώ τη ζωή σου, που χωρίς εμένα θα μπορούσες να κάνεις. Και το ξέρεις πως το ξέρω. Βλέπεις δεν μπορώ μήτε να γράψω… ακόμη κι αυτό. Δε μπορώ να διαβάσω. Θέλω να πω πως οφείλω όλη την ευτυχία της ζωής μου σε σένα. Ήσουν ολότελα υπομονετικός μαζί μου και καλός σ’ απίστευτο βαθμό. Θέλω να σ’ το πω αυτό -ο καθένας το ξέρει. Αν κάποιος θα μπορούσε να μ’ είχε σώσει, αυτός θα ‘σουν εσύ. Όλα έχουνε χαθεί για μένα μα βεβαιώνω για την καλοσύνη σου. Δεν μπορώ να συνεχίσω να χαλώ τη ζωή σου άλλο. Δεν σκέφτομαι ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να ‘ναι ευτυχέστεροι απ’ όσο ήμασταν εμείς.


Πηγή βιογραφικού: Wikipedia