Διδάκτωρ της φιλοσοφίας και προσανατολισμένος στη λογοτεχνία και τη ψυχολογία ενώ υπηρέτησε ως στρατιώτης στο μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ο Μούζιλ παρουσιάζει εδώ μία συγγραφική κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης φύσης, με επίκεντρο κυρίως την αρσενική. Όπως και ο Άλφρεντ Ντέμπλιν περίπου την ίδια εποχή με μια παρόμοια ιστορία του «Οι δύο φίλες και η υπόθεση φαρμακείας» έτσι και ο Μούζιλ διεισδύει στον κατακερματισμένο ανθρώπινο ψυχισμό 6 χρόνια μετά τη λήξη του αιματηρού και καταστροφικού πολέμου, αυτόν που άφησε πίσω διαλυμένους ανθρώπους και σχέσεις. Ο άνθρωπος και οι αγωνίες του, η απιστία του οι αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις του και οι συναισθηματικές του εξάρσεις για άλλη μια φορά στο επίκεντρο ενός ακόμα κορυφαίου λογοτέχνη της μεγάλης σχολής του μεσοπολέμου. «Το πρόβλημα της αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου στο πεδίο εφαρμογής παραγόντων προωθητικών και διακωλυτικών της προσωπικότητας είναι το θέμα που επανακάμπτει στα έργα του Μούζιλ».

Η γραφή του και στα τρία διηγήματα, στις «εξιστορήσεις» όπως τις ονομάζει καλύτερα ο Γιώργος Κεντρωτής, ο οποίος και επιμελήθηκε τόσο το επίμετρο όσο και τη μετάφραση οδηγεί τον αναγνώστη να αναλύσει στο μυαλό του όλα αυτά που προσλαμβάνει μελετώντας τις τρεις ιστορίες. Και στις τρεις πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες, τρεις διαφορετικές γυναίκες, που όμως θα καταστούν μοιραίες και «θύματα» των αντρών τους οποίους και υπηρετούν. Γυρνώντας από το μέτωπο, ο άνδρας της εποχής του Μούζιλ – καθρεφτίζει λίγο πολύ τον δικό του εαυτό και στις τρεις ιστορίες – έρχεται αντιμέτωπος με τη διαχείριση της μεταπολεμικής του ύπαρξης και προσπαθεί να ορθοποδήσει σε συνθήκες κανονικότητας ύστερα από μια μακρά περίοδο μη κανονικότητας στο μέτωπο ενός άδικου πολέμου. Η γυναίκα θα καταστεί κατά μία έννοια ο αποδιοπομπαίος τράγος που θα συγκεντρώσει όλη αυτή την ένταση που διακατέχει τον άνδρα, η γυναίκα δεν είναι στο προσκήνιο αλλά παρουσιάζεται σαν μία ύπαρξη που θα απορροφήσει όλο αυτό το άγχος που ξεπηδά από την επαναφορά σε μία ασυνήθιστη καθημερινότητα. Αυτή είναι μία πιθανή ανάγνωση αλλά όχι η μόνη.

Σύγκρουση φύλων και ατόμων

Ο Μούζιλ εστιάζει καθαρά τις ιστορίες του και μελετά εκ του σύνεγγυς την υπόθεση ανθρώπινες σχέσεις, τα βάρη και τις χαρές, τις λυτρώσεις και τις παλινωδίες, τις αδυναμίες και τα πάθη σε έναν κόσμο που η σύγκρουση γυναίκας και άνδρα ποτέ δεν έπαψε να υφίσταται. Από την εποχή του Αδάμ και της Εύας και του προπατορικού αμαρτήματος, από το επεισόδιο του Ηρώδη και της Σαλώμης – μια ιστορία που ενέπνευσε τόσους και τόσους – από την περίοδο της Ιουδήθ και του Ολοφέρνη, ο άνδρας και η γυναίκα πασχίζουν να αποκτήσουν τη θέση τους στο θέατρο που λέγεται ζωή. Οι γυναίκες του Μούζιλ, δευτερεύουσες αλλά δυναμικές παρουσίες γεύονται σε κάθε στιγμή μία δυνατή πικρία, αυτοθυματοποιούνται και παραδίνονται, υπομένουν το μένος και την αμφιβολία των ανδρών που υπηρετούν, αποδέχονται να ενστερνιστούν τον ρόλο της υποταγής στην αγάπη που νιώθουν για τον άνδρα. Οι άνδρες και στις τρεις ιστορίες ισχυροποιούν τη θέση τους στην κοινωνία και αποστρέφουν το βλέμμα τους σε αυτές που εκείνοι θεωρούν άπιστες ενώ εκείνες λειτουργούν ως αναχώματα όπου θα ανακουφιστεί ο ανδρικός εγωισμός και η αυταρέσκεια. Οι γυναίκες, τραγικές φιγούρες στον πόλεμο αυτό από τον οποίο κανείς δεν βγαίνει νικητής παρά η χαμένη αγάπη που δεν ξανανιώνει, υποφέρουν, απογοητεύονται, εγκαταλείπουν την προσπάθεια, βιώνουν την προσωπική τους αποδόμηση και πεθαίνουν όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Τόνκα ή εγκαταλείπουν όπως σε εκείνη της Γκρίτζα.

Ιστορίες από το χθες στο σήμερα

Η ιστορία της Τόνκα, που είναι και η πιο πολυσέλιδη, συμπυκνώνει κατά πολύ όλο αυτόν τον παλμό της συγκρουσιακής σχέσης μεταξύ των δύο φύλων. Η Τόνκα προσπαθεί σε αλλεπάλληλες σκηνές της ιστορίας της να αποδείξει πως είναι ταγμένη στον αγαπημένο της ενώ εκείνος βρίσκεται συνεχώς βουτηγμένος μέσα στη θάλασσα της αμφιβολίας που αδυνατεί να αποβάλει. «Έκανε και πάλι για χάρη του το νοικοκυριό στο σπίτι, τον υπηρετούσε – θα λέγαμε – εργωδώς, σαν να ‘θελε έστω και την τελευταία στιγμή να του αποδείξει ότι ζούσε μόνο γι’ αυτόν. Στα μάτια της δεν υπήρχε ούτε σπίθα ντροπής για την ασχήμια και την παραμόρφωσή της, παρά μόνο η επιθυμία να κάνει γι’ αυτόν όσο το δυνατόν περισσότερα, παρ’ όλη της την δεξιότητα». Και η ιστορία όμως της Γκρίτζα όμως δεν είναι παράταιρη. Συναντάμε μια γυναίκα που δίνεται ψυχή τε και σώματι χωρίς να λάβει πίσω την αγάπη που προσέφερε σε έναν άντρα που αμφισβητούσε τα πάντα, ποτέ δεν μπόρεσε να την αγαπήσει πραγματικά και εκείνη με τη σειρά της ποτέ δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την ανάγκη της για τρυφερότητα και στοργή, ποτέ δεν είδε στο πρόσωπο του Χόμο τη θαλπωρή που αποζητούσε. Εκείνος όταν συνειδητοποίησε πως χάνει ό,τι πιο πολύτιμο λύγισε αλλά ήταν πια αργά «παλαιότερα θα πίστευε σίγουρα ότι η αγάπη μέσα σε μια τέτοια – δίχως διαφυγή – φυλακή είναι σαν βαθιά δαγκωματιά ͘ μα τώρα την απολησμόνησε την Γκρίτζα. Του ‘χε ξεγλιστρήσει και είχε πάει τόσο μακριά, που, ενώ θα μπορούσε να πει ότι ήταν εκεί παρούσα, του ήταν αδύνατον πια να την αγγίξει».

Ο Μούζιλ, σκιαγραφεί με το πινέλο του παρατηρητή των ανθρώπινων σχέσεων την αποξένωση και το τέλμα στο οποίο έχουν περιέλθει οι σχέσεις των ανθρώπων επηρεασμένος τόσο από τα δικά του βιώματα όσο και από τις μελέτες του σε διάφορα επιστημονικά πεδία. Η πίστη μεταξύ των ανθρώπων μοιάζει να έχει χαθεί και η ελπίδα για έναν κόσμο αγάπης μαζί, εδώ δεν υπάρχουν μαθηματικά ή φυσική για να επεξηγήσει, η λογική δεν χωρά παρά μόνο το ανεξήγητο και δυσερμήνευτο συναίσθημα. Και τι πιο πρόσφορο πεδίο από αυτό της λογοτεχνίας για να αναπτύξει και να ξεδιπλώσει τις δικές του αγωνίες στο χαρτί, να αποδελτιώσει κατά κάποιον τρόπο και να προσπαθήσει να ερμηνεύσει πρόσωπα και πράγματα που ακόμα και σήμερα παραμένουν επίκαιρα γιατί οι εποχές μπορεί να άλλαξαν, οι άνθρωποι όμως όχι.

Αποσπάσματα:

«Όλες οι εγκόσμιες βλέψεις εβούλιαξαν στον πάτο, όλες οι δυνατότητες πλησμονής, κορεσμού και απιστίας – αφού κανείς δεν θυσιάζει την αιωνιότητα για χάρη μιας δεκάλεπτης επιπολαιότητας ͘ ήταν η πρώτη φορά που εμάθαινε την αγάπη: δεν είχε ενδοιασμούς, όχι, η αγάπη είναι ουράνιο Μυστήριο» Από το διήγημα Γκρίτζα

«…σαν θέλει η μοίρα να ‘ναι σιωπηλή, μην τη βάζεις να μιλήσει με το ζόρι, μόνο καλά θα κάνεις να κάτσεις και ν’ αφουγκραστείς αυτό που ‘ναι να ‘ρθει κι έρχεται» Από το διήγημα Πορτογαλίδα

«…όσο δεν έχει κάποιον άλλο να καθρεφτίζεσαι στο πρόσωπό του, τόσο μα τόσο λιγότερα μαθαίνεις για τον ίδιο τον εαυτό σου». Από το διήγημα Τόνκα


Διαβάστε επίσης:

Τρεις γυναίκες – Robert Musil