Στο Θέατρο Olvio παρουσιάζεται εδώ και λίγο καιρό το βραβευμένο έργο «Δεσμώτης» της Νατάσας Σίδερη. Πρόκειται για μια αλληγορική προσέγγιση της κρίσης χρέους που ξέσπασε πριν από λίγα χρόνια στην Ελλάδα και των δεσμεύσεων –ή δεσμών– της χώρας μας απέναντι στους «φίλους» δανειστές της.

Μέσα από μια φιλική σχέση που μεταβάλλεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της παράστασης, παρακολουθούμε τον Νήφο (Δημοσθένης Ξυλαρδιστός), ο οποίος, έχοντας δανειστεί χρήματα για να καλύψει τη δόση του δανείου του, προσπαθεί να ικανοποιήσει τον Κάλλιο (Στέφανος Κοσμίδης), τον άνθρωπο που τον βοήθησε να σώσει το σπίτι του. Ο Νήφος σκοπεύει να επιστρέψει τα δανεικά, ενώ παράλληλα προθυμοποιείται να αναλάβει ορισμένες εργασίες ανακαίνισης στο σπίτι του φίλου του. Χωρίς να το αντιληφθεί, όμως, θα βρεθεί παγιδευμένος σε ένα άτυπο συμβόλαιο, εξίσου σκληρό και ασφυκτικό με εκείνο της τράπεζας.

***

-Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στο συγκεκριμένο έργο και σας έκανε να πείτε “ναι” στον ρόλο;

Αποδέχτηκα αμέσως, αφού διάβασα το εξαιρετικό νεοελληνικό έργο της Νατάσας Σίδερη, την πρόταση των Πτωχαλαζόνων και του σκηνοθέτη Κώστα Παπακωσταντίνου. Έργο που γράφτηκε το 2015, την περίοδο της κρίσης με αφορμή την οικονομική κατάρρευση της χώρας. Μιας κρίσης που συνεχίζει να μας ακολουθεί μέχρι σήμερα σε αντίθεση με τα αφηγήματα περί ανάπτυξης. Ο μέσος έλληνας είναι χρεωμένος μέσα σε ένα καφκικό σύμπαν. Το χρέος δεν είναι βιώσιμο και κάθε προσπάθεια να αποδεσμευτεί τον οδηγεί ολοένα και πιο βαθιά. Εξάλλου το χρέος αποτελεί ένα εξαιρετικό τρόπο διαχείρισης από πλευρά δανειστή και ο χρεωμένος είναι πάντα δέσμιος της μοναδικής προτεραιότητας του, να αποδεσμευτεί από τα βάρος του δανεισμού του. Ενας φαύλος κύκλος. Αυτός ήταν και ο λόγος που ήθελα να εμπλακώ σε ενα πολιτικό, σύγχρονο νεοελληνικό έργο με συνεργάτες που εκτιμώ την θεατρική τους πορεία.

-Υπάρχει κάποια στιγμή που ο Νήφος συνειδητοποιεί ότι έχει χάσει την ελευθερία του ή αυτό συμβαίνει σχεδόν ανεπαίσθητα, χωρίς ξεκάθαρο σημείο επιστροφής;

Ο Νήφος δεν συνειδητοποιεί ποτέ ότι έχει χάσει την ελευθερία του παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά. Ο Νηφος «αφήνεται» στην εμπιστοσύνη της φιλικής σχέσης που έχει με τον δανειστή του, αλλά και στην υποχρέωση της ανταπόδοσης, που αντιλαμβάνεται ως αυτονόητη. Δεν είναι αφελής, αλλά αποφασίζει να κλείσει τα μάτια του μπροστά στην αναπόφευκτη εξέλιξη των πραγμάτων, ότι ο δανειστής έχει την απαίτηση να αποπληρωθεί το χρέος με οποιοδήποτε τρόπο. Ιδεολογικά δεν απέχουν δανειστής και δανειζόμενος. Θα μπορούσαν θεωρητικά να συζητούν σε κοινές παρέες, αναμασώντας ίδιες απόψεις, αν ο Νυφος δεν είχε βρεθεί στην ανάγκη να δανειστεί.

-Ο δικός σας ρόλος, ο Κάλλιος, γίνεται σε μεγάλο βαθμό αντιπαθής στο κοινό κατά τη διάρκεια της παράστασης. Δεδομένου ότι πολλά από τα ζητήματα του έργου προσεγγίζονται αλληγορικά, τι θα λέγατε ότι συμβολίζει ο χαρακτήρας σας;

Είναι προφανές πως το πρώτο πράγμα που θα σκεφτεί ο θεατής είναι η τράπεζα. Οι τράπεζες πάντα φιλικές με τον πελάτη, όταν θέλουν να πουλήσουν την υπηρεσία τους. Φιλικοί χώροι υποδοχής με μια αισθητική που αποπνέει δύναμη, επιβολή αλλά και τεχνολογική πρόοδο. Χαμόγελα και χειραψίες. Μέχρι τη στιγμή που ο πελάτης θα βρεθεί σε δυσμενή θέση και δε θα μπορέσει να ανταπεξέλθει έστω και για λίγο στις υποχρεώσεις του απέναντι σε αυτήν. Τότε γίνεται απρόσωπη, σκληρή, απειλητική. Δυστυχώς όμως δεν απέχουν πολύ και οι διαπροσωπικές σχέσεις όταν εμπλέκεται ανάμεσά τους το χρέος. Υπάρχει, όσο και αν δεν θέλουμε να το δούμε, πάντα μια σχέση εξουσίας και εξουσιαζόμενου. Ακόμα και αν ο δανειστής δεν επιδιώκει την επιστροφή των δανεικών του,ο πρώτος θα ξέρει για πάντα ότι έχει δανείσει και ο δεύτερος θα θυμάται για πάντα το χρέος του αλλά και την αδυναμία του, απέναντι στον ευεργέτη του.

-Τα ονόματα των ηρώων είναι ιδιαίτερα… Υπάρχει κάποιος συμβολισμός ή δραματουργικός λόγος πίσω από την επιλογή τους;

Ναι, σίγουρα υπάρχει. Η Πύρρα και ο Καλλίος (Δευκαλίων) είναι οι επιζώντες του μεγάλου κατακλυσμού που προξένησε ο Δίας για να καταστρέψει το «διεφθαρμένο» ανθρώπινο γένος. Μετα τον κατακλυσμό στο ζευγάρι δόθηκε η «Θεία» οδηγία να πετάξουν πέτρες πίσω στους και εκεί να αναγεννηθεί μια γενιά νέων ανθρώπων. Έτσι γεννήθηκε και ο Έλληνας, γιος της Πύρρας και του Δευκαλίωνα. Θεωρώ πως η αλληγορία είναι προφανής. Άλλωστε κάθε παιδί θεωρείται χρεωμένο από την σύλληψη.

Photo Credit: Νίκος Βαρδακαστάνης

-Κάποιοι θα μπορούσαν να δουν στο έργο μια αναστροφή της ιδέας της ταινίας «Εξολοθρευτής άγγελος» του Λουίς Μπουνιουέλ. Πώς αλλάζει, κατά τη γνώμη σας, η δυναμική όταν ο εγκλωβισμός δεν αφορά τους προνομιούχους αλλά εκείνον που θεωρητικά “ευεργετείται”;

Το αποτέλεσμα είναι και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο. Ο δεσμώτης έχει τις ίδιες ιδιότητες από όποια αφετηρία και αν έχει ξεκινήσει. Είναι δέσμιος και υποταγμένος. Είναι ηττημένος. Ο χρόνος σταματά να του ανήκει και βρίσκεται στο έλεος του ευεργέτη του. Ο φόβος, η εξάντληση, η πείνα και η δίψα δε διαφέρουν ανάλογα την κοινωνική κάστα. Έχουν ακριβώς την ίδια επίδραση σε κάθε διαφορετική περίπτωση. Το τέλος είναι πάντα το ίδιο. Εδώ μόνο θα ήθελα και πάλι να επισημάνω πως ο Νύφος δεν είναι ο απλός εργαζόμενος, ο τελευταίος τροχός ενός καπιταλιστικού οχήματος. Σε αντίθεση με τους υπηρέτες του Μπουνιουέλ που καταφέρνουν να αποδράσουν, ο Νύφος προέρχεται από τα ίδια σπαργανα που έχει γεννηθεί και ο Κάλλιος. Θα μπορούσε να είναι και αυτός ένας ιδιοκτήτης, «καλός άνθρωπος» όπως πολύ συχνά αναφέρει και υμνεί η Πύρρα. Θα μπορούσε και αυτός να είναι δανειστής αναζητώντας τους δεσμώτες του. Δυστυχώς όμως η μοίρα (την οποία πολύ συχνά επικαλείται ο Κάλλιος, αν και δεν το παραδέχεται) τα έφερε αλλιώς. Ο Νύφος δεν παλεύει για την ανεξαρτησία του, αλλά για την θέση του σε ένα σύστημα, που θα μπορεί να συνυπάρχει με τους ομοίους του. Αυτοί προσδιορίζουν την ύπαρξη του με την αποδοχή τους.

-Στην παράσταση αναδεικνύεται έντονα το στοιχείο της τύχης και του ρίσκου. Πώς συνδέεται αυτό με τη σημερινή πραγματικότητα, όπου ο ψηφιακός τζόγος και οι σχετικές διαφημίσεις είναι πανταχού παρούσες; Καλλιεργείται, κατά τη γνώμη σας, μια ψευδαίσθηση ελέγχου ή διεξόδου;

Καμία διέξοδος. Τα τυχερά παίγνια ανθίζουν πάντα σε περιόδους οικονομικής ύφεσης όπου η εργασία δεν είναι αρκετή και ο μόνος τρόπο να βρεις οικονομική διέξοδο είναι η τύχη. Αυτή είναι και η τεράστια παγίδα. Ειδικά όταν τα πάντα βρίσκονται μέσα σε ένα ακριβό περιτύλιγμα δώρου που η διαφήμιση το παρουσιάζει προσιτό και εύκολο στο να το αποκτήσεις χωρίς να γνωρίζεις ότι εγκυμονεί ένας εκρηκτικός μηχανισμός έτοιμος να απασφαλίσει μόλις λυθεί η σατέν κορδέλα από τον ελαφρύ της κόμπο. Σίγουρα όλα αυτά μέσα από τον ψηφιακό τζόγο, γίνονται πιο εύκολα, πιο γρήγορα, πιο απαιτητικά, αφού ο χρόνος αντίδρασης έχει σχεδόν μηδενιστεί.

-Πόσο ελεύθερος είναι τελικά ο ήρωας στις επιλογές του; Και κατ’ επέκταση, πόσο ελεύθεροι είμαστε εμείς μέσα στις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες;

Η ελευθερία είναι μια δύσκολη συνθήκη και διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έχει τίμημα και σκληρές αποφάσεις. Το θέμα είναι πόσο έτοιμοι είμαστε να την αποδεχτούμε και να την ακολουθήσουμε, σεβόμενοι πάντα την ελευθερία του διπλανού μας. Ο τρόπος ζωής μας και οι ανάγκες που επιτρέψαμε να μας δεσμεύσουν, μας κρατούν δέσμιους σε ένα τρόπο ζωής που αν δεν συνειδητοποιήσουμε τα οφέλη αλλά και τις παγίδες του, μπορεί να γίνει ένα βαρίδι που θα μας παρασύρει στην άβυσσο της ανασφάλειας. Δεν διαφωνώ με τα υλικά αγαθά του δυτικού πολιτισμού ούτε θα μπορούσα να ζήσω μια ζωή χωρίς τις ανέσεις που μου προσφέρει η τεχνολογία. Σίγουρα όμως θα πρέπει πάντα να αναλογίζομαι το τίμημα. Τι χάνω και τι κερδίζω. Να έχω την γνώση του δάσους ακόμα και αν θέλω να απολαμβάνω την σκιά του δέντρου.

-Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο στοιχείο στο έργο, όπως εσείς το αντιλαμβάνεστε;

Η τέχνη είναι από μόνη της αισιόδοξη. Ακόμα και αν επιλέξει να μιλήσει μέσα από σκοτεινά, δύσβατα μονοπάτια. Η τέχνη δεν προτείνει λύσεις. Η τέχνη φωτίζει τα σκοτάδια. Είναι στο χέρι μας να αφήσουμε το φως της να μας δείξει τους δρόμους. Τώρα τον ποιο δρόμο θα επιλέξουμε, είναι δικό μας θέμα και ευθύνη. Ναι. Το έργο είναι αισιόδοξο.

-Κλείνοντας, εσείς προσωπικά τι όνειρα κάνετε για το ελληνικό θέατρο σήμερα;

Αυτη είναι μια μεγάλη κουβέντα. Το ελληνικό θέατρο έχει ανάγκη τους καλλιτέχνες του. Οι καλλιτέχνες όμως για να μπορούν να το τιμήσουν και να του δώσουν την αξία που του αναλογεί χρειάζεται να βρίσκονται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου θα νιώθουν πως δεν κλονίζεται η αξιοπρέπεια τους. Το κράτος πρέπει να σταθεί δίπλα στους έλληνες καλλιτέχνες,όπως και σε κάθε εργαζόμενο, και να τους δώσει τα εφόδια να δημιουργήσουν. Το ελληνικό θέατρο στελεχώνεται από επαγγελματίες και ως τέτοιοι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται . Η τέχνη σίγουρα δεν έχει όρια. Έχει όμως το ανθρώπινο σώμα και οι αντοχές.

Διαβάστε επίσης:

Δεσμώτης, της Νατάσας Σίδερη σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου στο Θέατρο Olvio