Επιπλέον, μας εξηγεί το πώς η ψυχολογία μα και οι τέχνες επηρεάζουν τη συγγραφή του και μας εισάγει στον κόσμο της υπερρεαλιστικής λογοτεχνίας μέσα από τη δική του οπτική.

«Έχω την πεποίθηση ότι κάθε αναγνώστης μπορεί να μεταβεί και να παραμείνει νοερά σε οποιαδήποτε συνθήκη του παρουσιάζεται σε ένα βιβλίο.»


– Η ψυχολογία και οι νευροεπιστήμες είναι τα τυπικά ακαδημαϊκά σας προσόντα. Βρίσκετε πως η ιδιότητα του ψυχολόγου παρεμβαίνει ενίοτε σ’ εκείνη του μυθιστορηματογράφου, την υπερκαλύπτει, συνυπάρχει ή απλά την προσπερνά;

Προσπαθώ να επιλέγω συνειδητά τις αναφορές μου, από διαφορετικά πεδία. Οι γνώσεις που αποκόμισα από τις επιστήμες νομίζω ότι με βοηθούν να βάζω κάποια όρια κατά τη συγγραφή ενός κειμένου. Μου επιτρέπουν να έχω ένα είδος εκτεταμένης εποπτείας στις μεταβλητές που προκύπτουν.

– Το δεύτερο μυθιστόρημα σας «Αργός Σίδηρος» έχει άμεσες αναφορές όχι μόνο σε σπουδαία λογοτεχνικά έργα αλλά και σε αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου και της μουσικής. Ποια η σχέση σας με όλα αυτά;

Ενώ συνέθετα την αρχική δομή του μυθιστορήματος, μελετούσα το έργο μιας σειράς σκηνοθετών. Είχα ήδη αρκετές γνώσεις από τον κινηματογράφο, αλλά η συστηματική ανασκόπηση για έξι περίπου μήνες μου επέτρεψε να προσεγγίσω τις θεματικές που επέλεξα με πολύ πιο ουσιαστικό τρόπο. Με τη μουσική ασχολούμαι σοβαρά, τουλάχιστον σαν ακροατής, από την παιδική μου ηλικία.

– Η υπερρεαλιστική («δυστοπικό, παραληρηματικό ταξίδι» περιγράφεται στην περίληψη του βιβλίου) Μικρή Ζωή στην οποία περιέρχεται μετά θάνατον ο κεντρικός σας ήρωας βρίθει καλά σκηνοθετημένων λεπτομερειών ενός ανύπαρκτου σύμπαντος. Κατά πόσο πιστεύετε πως μπορεί ο αναγνώστης να μεταβεί νοερά σε μια διάσταση που ίσως και να μην τον αφορά;

Έχω την πεποίθηση ότι κάθε αναγνώστης μπορεί να μεταβεί και να παραμείνει νοερά σε οποιαδήποτε συνθήκη του παρουσιάζεται σε ένα βιβλίο. Το ζητούμενο είναι μάλλον αυτό που με ρωτάτε, δηλαδή το να τον αφορά κάπως αυτή η συνθήκη. Στην περίπτωση του Αργού Σιδήρου έγινε μια εσκεμμένη προσπάθεια να κρατηθεί το επίπεδο των περιγραφών σε όσο το δυνατό πιο ρεαλιστικές, ανθρώπινες συνθήκες, με άμεσο σκοπό να μην παρασυρθεί ο αναγνώστης σε μια φουτουριστική εκδοχή ενός αλλόκοτου νέου σύμπαντος, αλλά να εμπλακεί στις περιστροφές των θεματικών του βιβλίου, δηλαδή τη μνήμη, τον θάνατο και τον χρόνο.

– Αν με κάποιον μαγικό τρόπο μεταβαίνατε εσείς στη Μικρή Ζωή, ποιο βιβλίο θα θέλατε να ανασυστήσετε και γιατί;

Σε μια τέτοια περίπτωση θα προτιμούσα να ακολουθήσω την οδό που προτείνει η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Μποναντέα, δηλαδή θα απέφευγα την ανασύσταση οποιουδήποτε έργου από τη Γη. Θα με ενδιέφερε να προσθέσω κάτι καινοτόμο στο μνημονικό πλέγμα του νέου τόπου όπου θα είχα βρεθεί.

– Διακρίνετε διαφορές ανάμεσα στην ελληνική και κυπριακή βιβλιοπαραγωγή;  Ποια η εμπειρία σας από το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας και ποια από εκείνο της Κύπρου;

Νομίζω πως στην Ελλάδα η γραφή είναι πιο πλούσια, πιο τολμηρή, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια όπου πολλά κείμενα, ακόμα και όταν μιλούν με εντόπιες θεματολογίες, τα διαπνέει ένας οικουμενικός αέρας και συνήθως περιλαμβάνουν μια γόνιμη κριτική του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση πως και στις δύο χώρες οι περισσότεροι αναγνώστες διψούν για κείμενα που τους καλούν σε ένα ουσιαστικό διάλογο.


Διαβάστε επίσης: