Είναι αργά τη νύχτα και ο αφηγητής επιστρέφει σπίτι του με τα πόδια μετά το καθιερωμένο πιόμα στο οποίο επιδίδεται τελετουργικά κάθε Τετάρτη βράδυ στο Φρουμέλ. Ενόσω είναι απορροφημένος από τις σκέψεις του για την τέχνη –τη λογοτεχνία, τη μουσική– ένας άγνωστος του δίνει ένα πάκο χαρτιά. Ο αφηγητής θα ξαποστάσει, θα ξεκινήσει το διάβασμα και, μαζί με τους αναγνώστες, το ταξίδι σε αναζήτηση της Ιφιγένειας, μιας γυναίκας με πάθος για τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία, που περιηγείται στη Λατινική Αμερική με σκοπό να ιχνηλατήσει τους αγαπημένους της συγγραφείς. Ή μήπως για να ξεφύγει από έναν μεγάλο αλλά άτυχο έρωτα; Θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς το βιβλίο «Τετάρτη, μετά το Φρουμέλ» μια ερωτική επιστολή στους μεγάλους παραμυθάδες, όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας, της Λατινικής Αμερικής μέσα από τη σκιαγράφηση του πορτρέτου και της διαδρομής –κυριολεκτικής και μεταφορικής– μιας φανατικής τους αναγνώστριας. Ο Νίκος Βεργέτης μιλά για την αντίστιξη θεωρίας και τέχνης, για τη δική του σχέση με τη Λατινική Αμερική, τη συγγραφική του μέθοδο, αλλά και για το πότε τελειώνει πραγματικά η αναζήτηση.

***

– Κάθε Τετάρτη στο Φρουμέλ γίνεται η καθιερωμένη εβδομαδιαία μάζωξη για ποτό και κουβέντα της παρέας του αφηγητή του τελευταίου σας βιβλίου. Γιατί είναι σημαντικές αυτές οι συλλογικές ιεροτελεστίες που λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο;

Επειδή υπάρχει κώδικας. Και δεν χρειάζεται να γυρνάς πίσω για τα αυτονόητα. Τα σκυλιά μυρίστηκαν, συμφώνησαν ότι ταιριάζουν και από εκεί και πέρα όλα είναι καλύτερα. Η χαρά πολλαπλασιάζεται και ο πόνος διαιρείται. Όσον αφορά στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, έρχεται να θωρακίσει την προηγούμενη συνθήκη. Και για να το κλείσω, είμαι άνθρωπος που αγαπώ τις συνήθειες και τις θεωρώ ευλογημένες. Ίσως και γι’ αυτό το όνειρό μου από μικρός ήταν να γίνω παππούς.

– Ο αφηγητής σας θεωρεί ότι μια ιστορία υπερέχει συγκριτικά με ένα δοκίμιο προκειμένου να πει κάποιος αυτό που θέλει να πει. Εσείς τι γνώμη έχετε για την ίδια την τέχνη; Πότε χρειάζεται να μιλάμε και να συζητάμε για την τέχνη, πότε αρκεί αυτή η ίδια για να πει αυτά που θέλει –ή δεν μπορεί παρά– να πει, και πότε μπορεί ένα έργο τέχνης να αποτελέσει σχόλιο για ένα άλλο έργο τέχνης;

Όλα χρήσιμα είναι. Προφανώς και το θεωρητικό πλαίσιο είναι σημαντικό. Από εκεί και πέρα είναι νομίζω θέμα γούστου. Προσωπικά όταν κάτι με συγκινεί δεν το ψάχνω ιδιαίτερα. Χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι κάτι που δεν με συγκινεί δεν μπορεί να είναι σπουδαίο.

– Μένοντας στην ίδια θεματική, γράφετε “όταν ανατριχιάζεις με κάτι που δεν καταλαβαίνεις, τότε το έχεις καταλάβει στην ολότητά του”. Πιστεύετε ότι υπάρχει κίνδυνος η εγκεφαλική γνώση να αφαιρέσει από την ουσιαστική, εις βάθος βίωση της τέχνης;

Με αυτήν ακριβώς την ατάκα ήθελα να σας απαντήσω στην προηγούμενη ερώτηση.

– Το εγκιβωτισμένο στο βιβλίο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Υφαίνοντας τον ιστό της Ιφιγένειας» είναι μια σειρά από μαρτυρίες για μια γυναίκα που άφησε την Αθήνα προκειμένου να ακολουθήσει τα ίχνη του αγαπημένου της συγγραφέα, του Ρομπέρτο Μπολάνιο, στη Λατινική Αμερική. Τι ρόλο έχει παίξει στη δική σας ζωή η λατινοαμερικανική λογοτεχνία και η Λατινική Αμερική εν γένει;

H Λατινική Αμερική είναι για εμένα ο μη τόπος πάνω στον οποίο βγάζω τα απωθημένα μου. Δεν έχω πάει ποτέ, οπότε αυτό μου επιτρέπει να τη φτιάξω απ’ την αρχή. Ένας άδειος καμβάς που με προκαλεί να τον ζωγραφίσω με τη φαντασία μου. Και σίγουρα βοηθάει ότι αυτός ο καμβάς κουβαλάει μια ιστορία βαριά και ασήκωτη που με προκαλεί –ίσως λανθασμένα– να την παραποιήσω προς όφελος των ιστοριών μου. 

Η λατινοαμερικανική λογοτεχνία έχει αποτελέσει το μέσο για να γνωρίσω αυτήν την περιοχή. Με λίγα λόγια ό,τι γνωρίζω για την Λατινική Αμερική είναι μέσα από τις αλήθειες και τα ψέματα των μεγάλων παραμυθάδων της.

– Τι πιστεύετε είναι αυτό που κάνει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία τόσο αγαπητή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό εν γένει, παρότι προέρχεται από χώρες τόσο –γεωγραφικά τουλάχιστον– μακρινές;

Ίσως επειδή ο μαγικός ρεαλισμός της μοιάζει υπό μία έννοια με τους μύθους και τα παραμύθια μας. Ή με τις αναμνήσεις που έχουμε από τις γιαγιάδες και τους παππούδες μας. Που δίπλα απ’ το τζάκι θα βάλουν στην ιστορία τους μπόλικο ψέμα και φαντασία προκειμένου να γευτούν την ικανοποίηση απ’ τα γουρλωμένα μάτια των μικρών τους ακροατών. 

Συν το γεγονός ότι, παρ’ όλη την απόσταση των δύο περιοχών (Βαλκάνια – Λατινική Αμερική), υπάρχει μία αίσθηση εγγύτητας (δικτατορίες, διωγμοί, μουσική και χορός, ή ακόμα και το ότι η ψυχολογία μας εξαρτάται από τη νίκη της ομάδας μας…).

– Στο βιβλίο σας γίνεται αναφορά στη συγγραφική μέθοδο “ενώστε τις τελείες”. Πόσο μοιάζει με τον δικό σας τρόπο γραψίματος;

Εντελώς. Αυτός είναι ο τρόπος μου. Δύο προτάσεις/ατάκες ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων που μου έχουν τραβήξει την προσοχή και μία πλοκή που μεσολαβεί για να τις ενώσει. Και ύστερα η ιστορία παίρνει τον δρόμο της.

– Στο τέλος του βιβλίου σας γράφετε με μεγάλα γράμματα ΤΕΛΟΣ. Πότε θεωρείτε ότι τελειώνει πραγματικά η αναζήτηση;

Γενικά πιστεύω ότι όλη η μαγεία κρύβεται στην προετοιμασία, στο πριν. Όταν κάτι επιτυγχάνεται ή κερδίζεται, τότε πεθαίνει. Αν ήμουν ένας δεξιός ηγέτης –μακριά από ‘μενα!– και έβλεπα ένα κίνημα να μεγαλώνει θα τους έδινα ό,τι ζητούσαν. Νομίζω ότι την επόμενη μέρα θα διαλύονταν. Υπό αυτήν την έννοια θα ήθελα η αναζήτηση να μην τελειώνει ποτέ.

Υ.Γ.: ελπίζω να μην δίνω ιδέες ή αν εφαρμοστεί η μέθοδός μου να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα…

Photo Credit: Γιώργος Θωμόπουλος

Διαβάστε επίσης: 

Νίκος Βεργέτης – Τετάρτη, μετά το Φρουμέλ: Ένα βιβλίο – ταξίδι αναζήτησης