Ο προβοκάτορας είναι κάποιος που «διεισδύει δολίως σε οργάνωση, διαδήλωση κλπ και δρα υπονομευτικά, στοχεύοντας να προκαλέσει αναταραχές ή να παρασύρει κάποιους σε ενέργειες που θα τους εκθέσουν» (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας).

Η υπόθεση

Η παράσταση ξεκινάει ενώ το κοινό μπαίνει ακόμα στην αίθουσα. Οι προβοκάτορες, οι οποίοι βρίσκονται ήδη στη σκηνή με πράσινες μπαλακλάβες, περιφέρονται στον χώρο, ενώ ένας εξ αυτών κάνει διάλογο με τους θεατές, κλείνοντας το μάτι για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Η παράσταση αρχίζει και η δράση μεταφέρεται σε ένα τηλεοπτικό πλατό. Ο σημαντικός επιστήμονας Σεθ βρίσκεται καλεσμένος στην εκπομπή της εκπάγλου καλλονής τηλεπερσόνας, Ντιάνας. Η συνέντευξη κυλάει με πλείστα χαριεντίσματα στην κάμερα και εκτός, εκ μέρους της τηλεπαρουσιάστριας, μέχρι που ο επιστήμονας κάνει το λάθος να αναφερθεί στην υγεία του Προέδρου. Από εκεί και εξής, το κοινό παρακολουθεί την βιντεοσκοπημένη αυτοκτονία του Προέδρου και όσα ακολουθούν προκειμένου να συγκαλυφθεί ο θάνατός του.

Το έργο του Γ. Αποσκίτη κινείται ανάμεσα στη φαντασία, τη μυθοπλασία και την ακραία πραγματικότητα. Σχολιάζει και καυτηριάζει διαχρονικά φλέγοντα ζητήματα των σύγχρονων κοινωνιών, καθώς και των διακυβερνήσεών τους που τείνουν να γίνουν ολιγαρχικές, μολονότι είναι οιονεί δημοκρατικές. Μέσα από υπερβολές, εννοιολογικές και παραστασιακές, ο συγγραφέας οδηγεί τους θεατές στην συνειδητοποίηση των ακροτήτων και υπερβασιών που συμβαίνουν στο όνομα της εκάστοτε Αρχής. Ο Γ. Αποσκίτης επιτυγχάνει λοιπόν μέσω μιας ονειροφαντασίας να θίξει τα πλέον αληθινά ζητήματα της σύγχρονης ανθρώπινης κοινωνίας. Όπως σημειώνει άλλωστε στο σημείωμά του, «είναι όλα αλήθεια. Τα είδα στην τηλεόραση».

Η παράσταση

Ο Δημήτρης Σταυρόπουλος έστησε μια παράσταση η οποία διατηρεί όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού, αλλά στην ουσία κινείται πέρα από το σουρεαλισμό. Το παράδοξο αυτό άλλωστε αποτελεί το βασικότερο συστατικό της κωμωδίας (ή μήπως τραγωδίας;) που εκτυλίσσεται επί σκηνής. Η έναρξη ακόμα της παράστασης, με ένα ιδιότυπο, αλλά τόσο έξυπνο, προκλητικό και άμεσο stand-up-comedy, παρασύρει τους θεατές σε έναν στροβιλισμό γέλιου. Από εκεί και έπειτα, ο σκηνοθέτης κινείται διαρκώς στα όρια, πατώντας στην άκρατη κωμωδία, η οποία ωστόσο είναι εξαιρετικά τραγική.

Καθώς όμως τα όρια μεταξύ κωμικού και τραγικού γίνονται δυσδιάκριτα, ο σκηνοθέτης παρασύρεται και συχνά οδηγείται σε υπερβολές. Η πληθωρικότητα του κειμένου σε συνδυασμό με την ακόλουθη πληθωρικότητα της σκηνοθεσίας, εκτρέπουν το ρυθμό της παράστασης, ο οποίος ενίοτε αναλώνεται σε επαναλήψεις, η περικοπή των οποίων μόνον προς όφελος του συνόλου θα λειτουργούσε.

Οι ηθοποιοί

Ο Σεθ του Λάμπρου Γραμματικού αποτελεί την καλύτερη υποδοχή σε παράσταση. Ωστόσο, το γρήγορο και αυτοσχεδιαστικό ατακάρισμα του ηθοποιού ανεβάζει πολύ ψηλά τον πήχη για την παράσταση, προετοιμάζοντας το κοινό να παρακολουθήσει κάτι εντελώς διαφορετικό από τα συνηθισμένα, προσδοκία η οποία δεν εκπληρώνεται εν τέλει. Πολύ καλός επίσης ο Σίλβο του Κωνσταντίνου Πλεμμένου, ο οποίος ακροβατεί με μαεστρία ανάμεσα στο κωμικό και δραματικό. Εξαιρετικός ο Γιαν του Γιάννη Τσουμαράκη, ο οποίος, παρά το νεαρό της ηλικίας του, καταφέρνει να δημιουργήσει έντονο συναίσθημα στους θεατές, ενώ προηγουμένως έχει πείσει για το κωμικό του ταλέντο. Ο Μπόρις του Χρήστου Κοντογεώργη είναι κοφτός και απόλυτος, στοιχεία από τα οποία πηγάζει η άκρατη κωμωδία. Ωστόσο, οι υπερβολές και οι επαναλήψεις εκτροχίασαν την ερμηνεία του ίδιου του ηθοποιού, ο οποίος θα έπρεπε να διασωθεί σκηνοθετικά με περικοπή επαναλήψιμων υποκριτικά μοτίβων του. Καλή στο ρόλο της ακκιζόμενης τηλεπερσόνας η Εριέττα Μανουρά, όπως και οι Μαργαρίτα Αλεξιάδη, ο Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος και η Ιοκάστη-Αγαύη Παπανικολάου.

Λοιποί συντελεστές

Εξαιρετικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, ακόμα και όταν πέφτει το απόλυτο σκοτάδι. Πολύ λειτουργικό επίσης το σκηνικό (Σ. Μπιρμπίλης), το οποίο αναδεικνύεται και μεταμορφώνεται με τη βοήθεια των φωτισμών. Πολύ ιδιαίτερα και ενδιαφέροντα τα κοστούμια (Όλγα Ευαγγελίδου), τα οποία παντρεύουν την πραγματικότητα με την ψευδαίσθηση, το ρεαλισμό με το σουρεαλισμό, το όνειρο με την ζωή.

Επιλογικά

Οι Προβοκάτορες είναι μια ιδιαίτερη, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα παράσταση. Μιλάει με τον πιο μη ρεαλιστικό τρόπο για τις κοινωνικές αλήθειες της σύγχρονης ανθρωπότητας. Ενδεικτικό το τέλος, μετά από αλλεπάλληλες δολοφονίες, πλεκτάνες και σκευωρίες, με τον Γιαν να χάνεται στις σκιές των ζώντων υπάρξεων, τόσο των ανθρωπίνων, όσο και των ζώων. Άλλωστε, αποδεικνύεται ότι το ζωικό βασίλειο είναι πολύ πιο έντιμο και αγνό από την ανθρώπινη κοινωνία, μολονότι τα ζώα δεν μιλούν στους ανθρώπους, όπως ειρωνεύεται ο Σίλβο.

Με ενδεχόμενη περικοπή αρκετών επαναλήψεων και καλύτερο δέσιμο μεταξύ των υπολοίπων σκηνών, η παράσταση θα μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερη.

Διαβάστε επίσης:

Οι προβοκάτορες, του Γιάννη Αποσκίτη σε σκηνοθεσία Ορέστη Σταυρόπουλου από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου