Και τα δύο έργα αφηγούνται τη Σταύρωση του Θεανθρώπου συμβάλλοντας σημαντικά στην ήδη φορτισμένη παρουσία της τέχνης στο κορυφαίο θρησκευτικό επεισόδιο της Δύσης.

Η ζωή και ο θάνατος του Ιησού είναι βέβαια ένα μεσογειακό δράμα, όπως τα περισσότερα ιστορικά επεισόδια της προχριστιανικής εποχής. Με αυτή την έννοια ένας συγγραφέας σαν τον Καζαντζάκη που έχει στα μάτια του το φως της Μεσογείου και το σκηνικό με τη θάλασσα, το αμπέλι και την ελιά πλεονεκτεί σαφώς έναντι ενός βορειοευρωπαίου όπως ο Μπαχ.

Ο γίγαντας της παγκόσμιας μουσικής έχει βέβαια τεράστιο εκτόπισμα ως δημιουργός αλλά το βιωματικό στοιχείο του Κρητικού συγγραφέα είναι καθοριστικό στο τελικό δημιούργημα. Εκεί που «Ο Τελευταίος Πειρασμός» μοιάζει με κιβωτό γεμάτη φως, το ορατόριο του Μπαχ με τις μουσικές κορυφογραμμές του και τα ουράνια χορωδιακά μέρη εισφέρει μια αριστουργηματική θλίψη που στερείται ωστόσο το φως και το μεσογειακό τοπίο.

Στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη ο Χριστός μοιάζει με κυκλαδίτικο εκκλησάκι, στα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ υψώνεται σαν πελώριος καθεδρικός. Από τη μια το Μεσογειακό Μέτρο και από την άλλη ο Γοτθικός Κολοσσός. Αξίζει να συνθέσει κανείς τα δύο έργα και να απολαύσει μια διττή, σφαιρική θέαση του θείου πάθους. Θα διαπιστώσει, δίχως άλλο, πως όσα δεν κατάφερε να αποκαλύψει η λογοτεχνία, τα τυλίγει μέσα της η συμπαντική μουσική.

Μυθιστόρημα θεολογικό όσο και φιλοσοφικό «Ο Τελευταίος Πειρασμός» του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια εκτενής και επιτυχημένη αλληγορία. Ο Καζαντζάκης, αν μη τι άλλο, έδινε πάντα ένα προβάδισμα στη φιλοσοφία. Στην πραγματικότητα οι μεγάλες αφηγήσεις του ήταν περισσότερο αφηγήσεις ιδεών και λιγότερο προσώπων ή γεγονότων. Διακατεχόταν επίσης ως άνθρωπος από βαθύ θρησκευτικό αίσθημα. Ήθελε ωστόσο να ορίσει ο ίδιος τον τρόπο με τον οποίο θα πιστέψει και θα υμνήσει τον Θεό.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Καζαντζάκης επιστρατεύει την ευαγγελική αφήγηση, φροντίζοντας να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις στους πρωταγωνιστές ενός δράματος που παίζεται δυο χιλιετίες τώρα, μη εξαιρώντας τον ίδιο τον Χριστό. Με τη λογική ιστορικού μυθιστορήματος ο συγγραφέας αξιοποιεί κάθε δοσμένη σπιθαμή ιστορικής αλήθειας. Κατά ένα τρόπο με τους ερανισμούς από τα ιερά κείμενα, ερανισμούς που ο Κρητικός συγγραφέας μεταποιεί και αφομοιώνει στο δικό του κείμενο, ο Καζαντζάκης γίνεται κι ένας όψιμος θιασώτης του κινήματος του μοντερνισμού.

Ας σταθούμε καταρχάς στους χαρακτήρες που αλλάζουν διαρκώς πρόσημο, αποδεικνύοντας την ανατρεπτική διάθεση του δημιουργού τους, ο οποίος ωστόσο δεν συντάσσει βέβηλο κείμενο. Ο Καζαντζάκης είναι μυθιστοριογράφος και πρέπει να κάνει τη δουλειά του, να εκλαϊκεύσει και να εξορθολογίσει την αφήγησή του περιορίζοντας όσο γίνεται τα υπερβατικά στοιχεία. Αυτό σημαίνει άλλωστε ρεαλισμός.

Ένα δεύτερο στοιχείο που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι η έρημος, που εκτός από δεσπόζουσα γεωγραφική συνθήκη στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής αποτελεί συνθήκη ζωής, για όποιον αισθάνεται ότι πρέπει να αποσυρθεί από τα εγκόσμια για να διεκδικήσει την προσωπική του ισορροπία. Ο Καζαντζάκης παίζει επιτυχώς με αυτό το στοιχείο. Η έρημος γίνεται καθαρτήριο και δοκιμασία για τον αμφιταλαντευόμενο Ιησού.

Ο Τελευταίος Πειρασμός έχει μια οικουμενική διάσταση που λίγα νεοελληνικά μυθιστορήματα διαθέτουν στον 20ο αιώνα. Με το έργο του αυτό ο Καζαντζάκης εγκαινιάζει μια καινοτόμο διαχείριση των ευαγγελικών αφηγήσεων και το παράδειγμά του ακολουθούν στη συνέχεια συγγραφείς όπως ο Ρόμπερτ Γκρέηβς, ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Ζοζέ Σαραμάγκου, συσχετίζοντας τον Χριστό με κεντρικούς μύθους της Ανατολικής Μεσογείου και με τις πολιτικές και δυναστικές διαμάχες των Εβραίων.

Ο Καζαντζάκης επιλέγει συχνά να φιλοσοφήσει, όταν για παράδειγμα επισημαίνει πως «Αρρώστια είναι η νιότη, περνάει», δοκιμάζοντας έτσι μια ερμηνεία του χρόνου σε σχέση με τον άνθρωπο και την ζωή του. Στην αρχή του 19ου κεφαλαίου αναδεικνύει την ανεπίλυτη σχέση Θεού και ανθρώπου: Πώς ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να συνεχίσει τη δημιουργία και πώς ο άνθρωπος εξαρτάται από τα πλεονεκτήματα που του πρόσφερε ο πλάστης για να επιβιώσει. Κι αυτά τα σκέφτεται, υποτίθεται ο Ιησούς, ενώ στοχάζεται την θεανθρώπινη φύση του. Καθώς το μυθιστόρημα οδηγείται προς τη λύση του δράματος διαβάζουμε κάπου πως ο θάνατος είναι η πόρτα της αθανασίας, άλλη πόρτα δεν υπάρχει.

Ο Καζαντζάκης όμως δεν δίνει μόνο αποφθέγματα, φροντίζει σε όλο το μυθιστόρημα να αναδημιουργεί το σκηνικό μέσα στο οποίο δρουν οι ήρωες του. Το 27ο κεφάλαιο ξεκινά με μια έξοχη περιγραφή της γης που με τη χλωρίδα της μεταμορφώνεται μέσα σε μια νύχτα χάρις στη διαδοχή των εποχών.

Ο συγγραφέας πασχίζει, στο όνομα της μυθιστορηματικής τέχνης του, να απομυθοποιήσει τα πρόσωπα. Στο τέλος του τρίτου κεφαλαίου αναφερόμενος στη Θεοτόκο γράφει: «Έδεσε σφιχτά την μπολίδα της, μαντάλωσε την πόρτα και πήρε κι αυτή το ανηφόρι να πάει να δει τη σταύρωση, να περάσει η ώρα της…» Το πέμπτο κεφάλαιο τελειώνει ως εξής: «Πήρε θάρρος η Μαρία, άναψε το λυχνάρι, ζύγωσε το τζάκι σήκωσε το καπάκι του πήλινου τσουκαλιού, που έβραζε, να δει αν έχει όσο νερό χρειάζεται, αν θέλει αλάτι…» Σχεδόν όλα τα κεφάλαια τελειώνουν με φράσεις αφοπλιστικές και δεν θα μπορούσε το τέλος να μην είναι εξίσου αριστοτεχνικό: «Έσυρε φωνή θριαμβευτικά –Τετέλεσται. Και ήταν σαν να ‘λεγε: Όλα αρχίζουν».

Στον αντίποδα της Καζαντζακικής αφήγησης στέκεται ένας Τιτάνας, που ακούει στο όνομα Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο πιο επιδραστικός συνθέτης της Δύσης. Ας σκεφτούμε τι θα ήταν σήμερα η κλασική μουσική χωρίς το Καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο, τις Γαλλικές Σουΐτες, τα Βραδεμβούργια κονσέρτα και τα κατά Ματθαίον Πάθη. Ο Μπαχ δεν μας πρόσφερε μόνο ένα ρωμαλέο και ανεξάντλητο απόθεμα συνθέσεων πάσης φύσεως. Είναι κατά κύριο λόγο ο δημιουργός που διέσωσε μέσα στο δικό του πρωτότυπο έργο, μουσικές και λόγια άλλων δημιουργών που θα είχαν χαθεί από προσώπου γης. Ο Μπαχ ακμάζει στις αρχές του δεκάτου ογδόου αιώνα αλλά λησμονείται μετά το θάνατό του για ογδόντα ολόκληρα χρόνια. Στην πιο ώριμη φάση της σταδιοδρομίας του, στα χρόνια της Λειψίας, για να είμαστε ακριβέστεροι, επιλέγει την κατά Ματθαίον αφήγηση των παθών του Χριστού ως βάση για ένα ορατόριο μεγάλων διαστάσεων. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που ασχολήθηκε με τα πάθη του Χριστού. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Μπαχ συνέθεσε τέσσερα ή πέντε πάθη από τα οποία όμως διασώθηκαν μόνο τα κατά Ιωάννη και τα κατά Ματθαίον. Την εποχή εκείνη ο Μπαχ υπηρετεί ως Κάντορας στην σχολή του Αγίου Θωμά ενώ εκτελεί και χρέη μουσικού διευθυντή σε τέσσερις εκκλησίες της πόλης. Έτσι επέλεξε να ζήσει τη ζωή του αυτή η μουσική μεγαλοφυΐα, μέσα σ’ ένα εκκλησιαστικό περιβάλλον, μετακινούμενος από πόλη σε πόλη, αναρριχώμενος κάθε φορά στην ιεραρχία μιας θεοκρατικής κοινωνίας. Η ζωή του είναι εντελώς διαφορετική από τον κοσμοπολίτη Χέντελ τον οποίο ο Μπαχ θαύμαζε απεριόριστα χωρίς φυσικά να είναι κατώτερός του, το αντίθετο μάλιστα.

Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1727 (κατά άλλους το 1729) κλείνοντας 4 χρόνια στη Λειψία, ο Μπαχ παρουσίασε τα Κατά Ματθαίον Πάθη. Οι εξωπραγματικές διαστάσεις του έργου που θύμιζε όπερα έφεραν σε δύσκολη θέση τον δημιουργό του, δεδομένου ότι τα δραματικά και λυρικά στοιχεία ήταν απαγορευμένα στην εκκλησιαστική μουσική. Η χρονική έκταση του έργου, με τις δύο χορωδίες και τις δύο ορχήστρες, καθώς και οι εκτελεστικές του δυσκολίες δεν άρεσαν στο κοινό της πόλης, γι αυτό και τα Κατά Ματθαίον Πάθη δεν παρουσιάστηκαν ξανά παρά μόνο το 1740, ύστερα από γενναίες περικοπές και τροποποιήσεις. Οι κάτοικοι της Λειψίας φαίνεται ότι εκτίμησαν περισσότερο τη νέα μορφή –ίσως μάλιστα άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι ζούσε ανάμεσά τους μια μουσική ιδιοφυία. «Ο Σεμπάστιαν είχε τη λαμπρή ιδέα να συνοδεύσει τα λόγια του Ιησού σε αυτά τα Πάθη μόνο με έγχορδα, έτσι ώστε ο Κύριός μας να μοιάζει λουσμένος στο φως», δήλωσε κάποιος μουσικοκριτικός της εποχής εκείνης. Σαν να αντιλαμβανόταν δηλαδή ο Μπαχ την απουσία του μεσογειακού φωτός και να προσπάθησε να αναπληρώσει την έλλειψή του αυτή με τη λάμψη των εγχόρδων.

Τα κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ είναι εμπνευσμένα από την αφήγηση του Ματθαίου και συγκεκριμένα από τα κεφάλαια 26 και 27 σε μετάφραση Μαρτίνου Λούθηρου. Η ευαγγελική αφήγηση εξυπηρετείται από ρετσιτατίβα, δηλαδή γρήγορες μουσικές απαγγελίες, τις οποίες αναλαμβάνει ο ευαγγελιστής τενόρος. Τα ρετσιτατίβα διακόπτονται άλλοτε από άριες με λόγια του Ιησού, των μαθητών, των Αρχιερέων και του Πιλάτου και άλλοτε από χορικά που εκτελούν δύο οκτάφωνες χορωδίες. Το λιμπρέτο ενισχύθηκε και εμπλουτίστηκε από τα ποιητικά κείμενα ενός ταχυδρομικού υπάλληλου της πόλης της Λειψίας, του Κρίστιαν Φρίντριχ Χένριτσι, του γνωστού μας Πικάντερ. Ο Πικάντερ εκτός από τους δικούς του στίχους διάνθισε το τελικό αποτέλεσμα με εκκλησιαστικά χορικά, δημιουργίες παλαιότερων συνθετών, χορικά που ήταν γνωστά στο εκκλησίασμα και τα τραγουδούσε μαζί με την χορωδία. Η δομή του έργου με τους έντονους διαλόγους, τα ανατριχιαστικά χορικά και τις άριες που σχολιάζουν την δράση, θυμίζει περισσότερο όπερα παρά συμβατικό ορατόριο.

Το μεγαλειώδες μουσικό έργο του Μπαχ, διαρκεί τρεις ώρες και αποτελείται από δύο εκτεταμένα μέρη, καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε τέσσερα επεισόδια. Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνονται οι ενότητες: Στην Ιερουσαλήμ και τη Βηθανία, ο Μυστικός Δείπνος, στο Όρος των Ελαιών και η Σύλληψη του Χριστού, την οποία αποδίδουν με συγκλονιστικό τρόπο οι δύο οκτάφωνες χορωδίες. Με τη λήξη του πρώτου μέρους δίνεται η ευκαιρία στον ιερέα του ναού να προβεί στο καθιερωμένο κήρυγμα, που αναφέρεται στα γεγονότα του θείου δράματος. Το δεύτερο μέρος ανοίγει με τον Ιησού στον Καϊάφα και τον Πιλάτο, στην κατάληξη του οποίου ακούγεται η περίφημη άρια Erbarme dich, mein Gott, η πιο εμβληματική έκφραση εσωτερικής μετανοίας στη δυτική μουσική, ένας εσωτερικός μονόλογος που αποδίδεται με σόλο φωνή και συνοδεία βιολιού. Αναφέρεται βέβαια στην τριπλή άρνηση του Πέτρου, ουκ οίδα τον άνθρωπο, που επιβεβαιώνει τα λόγια του Ιησού, πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις απαρνήση με. Ακολουθεί η καταδίκη και η μαστίγωση του Ιησού που συνοψίζεται με την ετυμηγορία του πλήθους στη λέξη «Σταυρωθήτω», από τις δύο χορωδίες με συνοδεία δύο όμποε και ενός φλάουτου. Στο τρίτο επεισόδιο περιγράφεται η Σταύρωση με την αριστοτεχνική συμμετοχή των δύο χορωδιών και στο τέταρτο και τελευταίο, την Ταφή του Ιησού, η έκσταση κορυφώνεται με το υπέροχο χορικό Wir setzen uns mit Tränen nieder, χορικό που μόνο με την ωδή στη Χαρά από την 9η του Μπετόβεν θα μπορούσε να συγκριθεί.

Ο Μπαχ επιχειρεί να αποδείξει πως και η μουσική είναι μια αφηγηματική τέχνη. Υπό μία έννοια δηλαδή, το ορατόριο γίνεται ένα μουσικό μυθιστόρημα, μια εκτενής αφήγηση σημαντικών γεγονότων. Για να το πετύχει αυτό επιστρατεύει την ανθρώπινη φωνή καθιστώντας την βασικό όργανο σε αυτή την κοσμογονία που έχει επινοήσει. Φυσικά ο λόγος του είναι πολύ αυστηρός και πειθαρχημένος και λόγω του ότι υπηρετεί τη μουσική αλλά κυρίως γιατί γράφτηκε για να πλαισιώσει το κήρυγμα της Μεγάλης Παρασκευής. Όσο μεγαλόπνοο κι αν είναι το έργο του Μπαχ, τα λόγια που συνοδεύουν τη μουσική του δεν μπορούν να έχουν την ελευθερία και τη φυσικότητα του Καζαντζακικού μυθιστορήματος, τις παρεκβάσεις και την τολμηρή γλώσσα του Κρητικού συγγραφέα. Από την άλλη βέβαια ο Μπαχ αποδεικνύει πως η μουσική μάς οδηγεί στη σύλληψη του θείου πολύ πιο άμεσα από τη λογοτεχνία.

Ο Καζαντζάκης από την πλευρά του υιοθετεί ένα παραληρηματικό λόγο, αμφιβάλλει για όλα, ακόμα και για την αξιοπιστία της ευαγγελικής αφήγησης ή και για την ακλόνητη πεποίθηση του θεανθρώπου. Ο «τελευταίος πειρασμός» ανάγεται εντέλει και στον ίδιο τον συγγραφέα, που ενδίδει σε ένα ακραίο σκεπτικισμό τόσο για την αξία των ευαγγελίων όσο και για τη φύση του Χριστού. Η τελική έκβαση βέβαια του μυθιστορήματος επιβεβαιώνει όσα ξέρουμε για το θείο δράμα. Ο Μπαχ δεν μπαίνει σε αυτό τον πειρασμό, δεν αμφιβάλλει για τίποτα, δεν αμφισβητεί τίποτα, η μόνη του έγνοια είναι να δημιουργήσει μια συμπαντική μουσική βασισμένη στον ανθρώπινο λόγο και στη καθαγιασμένη μνήμη. Ωστόσο ο Γερμανός συνθέτης έχει λίγη από την παραβατικότητα του Καζαντζάκη. Οι προϊστάμενοί του ζητούν από αυτόν ένα ορατόριο περιορισμένης διάρκειας που να μην έχει κανένα δραματικό ή λυρικό στοιχείο. Ο Μπαχ δημιουργεί ένα έργο τριών ωρών που φλερτάρει με την όπερα. Επίσης κάποια χορικά αποπνέουν μια ατμόσφαιρα ανεπίτρεπτα ιλαρή και χαρούμενη για μια θρησκευτική μουσική που θα συνοδεύσει τη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής. Ακόμα και η αποκλειστική επιλογή των εγχόρδων που δίνουν φως στην όλη σύνθεση προσθέτει κάτι σε αυτή την παράφωνη ιλαρότητα. Ο ευαγγελιστής επίσης είναι τενόρος και τα ρετσιτατίβα, οι γρήγορες απαγγελίες, ηχούν κάπως ανάλαφρα, δεν έχουν το πένθιμο βάρος που θα μπορούσε να δώσει ένας βαθύφωνος. Τόσο ο Γερμανός συνθέτης όσο και ο Έλληνας μυθιστοριογράφος αψηφούν τις εκκλησιαστικές αγκυλώσεις, και πασχίζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, να βρουν μια ρωγμή ειρωνείας ή χιούμορ, ένα στοιχείο από την ελαφρότητα του είναι. Ξέρουν καλά πως η αντίστιξη στο θείο δράμα δεν μπορεί να είναι παρά αυτή ακριβώς η άναρχη ελαφρότητα, στοιχείο της μεσογειακής επικράτειας, που επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την ιστορική αλήθεια της Σταύρωσης και της Ανάστασης, του θανάτου και της αναγέννησης.

Στην ιδέα μιας παράλληλης ανάγνωσης του Καζαντζακικού μυθιστορήματος θα μπορούσαμε να αντικαταστήσουμε το Χριστό με τον ίδιο τον Μπαχ. Δεν πέρασε λίγα στη ζωή του, παρότι συχνά συμβιβάστηκε, κατά κάποιο τρόπο σταυρώθηκε κι αυτός από τους στενόμυαλους προστάτες του, από το κοινό και τους μουσικοκριτικούς, πέθανε, πέρασε στην αφάνεια και αναστήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, χάρις στον Φελίξ Μέντελσον ο οποίος παρουσίασε ξανά τα Κατά Ματθαίον Πάθη στο Βερολίνο, ένα αιώνα αφότου γράφτηκαν, το 1829 σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Έτσι αναβίωσε το ενδιαφέρον του κόσμου για τη μουσική του Μπαχ.

Απέναντι σε αυτό το ανυπέρβλητο έργο, ο Καζαντζάκης έχει να επιδείξει ένα οικουμενικό μυθιστόρημα, που το χειρίζεται με τον καλύτερο τρόπο, με δράση και λόγο παραληρηματικό αλλά και με απόλυτη φυσικότητα και ρεαλισμό, όπως πρέπει να κάνει ένας καλός μυθιστοριογράφος.

Αν ο Τελευταίος Πειρασμός και τα Κατά Ματθαίον Πάθη είναι εντέλει έργα παραβατικά αυτό συμβαίνει γιατί η τέχνη που λειτουργεί με ανατροπές και με καταστρατήγηση των κανόνων αναδεικνύει τις διάφορες εκδοχές της αλήθειας καλύτερα από οποιαδήποτε επίσημη πηγή. 

Photo Credit: brazil topno, via Pexels