Όταν του πατέρα μου φαλίρισε το κρεοπωλείο στην αγορά των Χανίων στη δεκαετία του ’60, ξανάπιασε την πρώτη του δουλειά που είχε πριν την κατοχή, μπογιατζής.

Τότε, με έπαιρνε μαζί του στις οικοδομές να ξύνω τοίχους, να βάφω κάγκελα σε μπαλκόνια και σκάλες. Θυμάμαι, όταν η κυρία που είχε το σπίτι, το οποίο θα βάφαμε, του ζητούσε να μπογιατίσει με το τάδε χρώμα τον ένα ή τον άλλο τοίχο. Ο πατέρας ήρεμα με καλούσε να ανοίγω τα δοχεία των χρωμάτων. Με το πρώτο κλικ του καπακιού στο άνοιγμα του δοχείου, αποκαλύπτετο ένα βαθύ πηγάδι με πηχτή ύλη, όπου σε λίγα λεπτά μέσα από αυτήν θα συντελείτο το θαύμα. Η κυρία ήθελε π.χ. χρώμα φυστικί ή κουζινί, όπως το έλεγαν τότε. Με βάση λοιπόν το άσπρο σε μεγάλο κουβά, ο πατέρας μου ζητούσε να τα προσθέτω σιγά -σιγά, ένα – ένα.  Ήξερε πολύ καλά ποια χρώματα και πόσο ακριβώς από το καθένα χρειαζόταν. Στο ανακάτεμά τους τα χρώματα εμφανίζονταν στην επιφάνεια με κύκλους, σαν δίνη που σε ρούφαγε… Και στροβιλίζονταν και γινόντουσαν περισσότεροι. Ώσπου κάποια στιγμή, έχοντας προσθέσει λίγο νερό, το χρώμα αποκαλυπτόταν όπως ακριβώς το ήθελε η κυρία.

Στην ηλικία των 11 χρόνων περίπου, αυτό για μένα ήταν μια από τις πρώτες μαγικές στιγμές της ζωής μου. Η επιθυμία να φτιάξεις ένα συγκεκριμένο χρώμα θέλει γνώση και φαντασία. Σαν μάγος που συμβάλλει στην αποκάλυψη της άλλης διάστασης του φωτός, που γίνεται τροφή του βλέμματος, πρώτο μέσο για να διαβάζεις τον κόσμο.

Σημείο αναφοράς στη δουλειά μου είναι επίσης ο τόπος. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στη Σπλάντζια με το μάτι του Θεού στο αέτωμα. Τα νησιά Θοδωρού με το αιώνιο άνοιγμα σαν είσοδο. Και τέλος, το φαράγγι της Σαμαριάς, τρομακτικό, δύσβατο, κακοτράχαλο πέρασμα, τόπος χαοτικός, γκρεμός θανάτου και ελπίδας μαζί. Μεγαλειώδης χώρος, που ιστορεί σπουδαίους αγώνες με κατακτητές και με τους αέρηδες να μπαινοβγαίνουν στο στενό κάθετο φως του. Σ’ αυτά τα μέρη κατοικούν οι εικόνες μου. Αυτά με μεγαλώνουν και με όλα τα άλλα που κουβαλώ, είτε είναι ίχνη άλλων, σκέψεις ή βλέμματα, όπου φιλτράροντάς τα γίνονται λόγος προσωπικός, όπως οι ανάσες μου στο ξέσπασμα της θάλασσας, πάνω στο τοίχος της Πύλης της Άμμου, στο Κουμ Καπι στα Χανιά, στην πόλη μου.

Info: Ο Μιχάλης Μανουσάκης γεννήθηκε το 1953 στα Χανιά Κρήτης. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με καθηγητή τον Δημοσθένη Κοκκινίδη (1979-1984). Παρουσίασε για πρώτη φορά τη δουλειά του το 1979. Έκτοτε έχει οργανώσει δεκαεννέα ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1994 μαζί με τους Μάριο Σπηλιόπουλο, Αντώνη Μιχαηλίδη, Βίκυ Τσαλαματά και Εδουάρδο Σακαγιάν κέρδισαν το βραβείο καλύτερου Εθνικού Περιπτέρου στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας.  Το 2012 παρουσίασε Ατομική έκθεση στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με τίτλο «Ένα μέτρο». Από το 1987 διδάσκει ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και το 2014 εξελέγη Τακτικός Καθηγητής.

* Αναδημσίευση από το περιοδικό Culturenow Mag, τεύχος 32