«Κάποτε υπολόγισα ότι η γνωστή και αναγνωρισμένη παγκοσμίως ρωσική λογοτεχνική παραγωγή, ποίηση και πεζογραφία, από τις αρχές του 19ου αιώνα και έπειτα, δεν ξεπερνά τις 23.000 τυπωμένες σελίδες κανονικού μεγέθους. Από την άλλη, η γαλλική ή η αγγλική, λόγου χάριν, λογοτεχνία έχει πίσω της ήδη μια ιστορία αρκετών αιώνων και ουκ ολίγων αριστουργημάτων. Καταλήγω, λοιπόν, στο πρώτο από τα συμπεράσματά μου: Με εξαίρεση ένα μεσαιωνικό μείζον έργο, η ρωσική λογοτεχνία μπορεί πολύ εύκολα να χωρέσει στα στενά όρια ενός περίπου αιώνα – ή έστω λίγο περισσότερο, αν συνυπολογίσουμε και κάποια πιο πρόσφατα έργα μιας κάποιας αξίας. Εν ολίγοις, ένας αιώνας, ο 19ος, υπήρξε αρκετός προκειμένου σε μια χώρα δίχως αυτοφυή λογοτεχνική παράδοση να “παραχθεί” λογοτεχνία υψηλής ποιότητας, με παγκόσμια ακτινοβολία, ικανή να συγκριθεί –σε όλα τα πεδία, με εξαίρεση τον όγκο της– με εκείνη της Γαλλίας ή της Αγγλίας, οι ρίζες των οποίων βρίσκονται πολλούς αιώνες πίσω. Αυτή η αξιοθαύμαστη άνθηση θα ήταν αδύνατη αν η Ρωσία δεν είχε σημειώσει ανάλογη πρόοδο, και μάλιστα ταχύρρυθμη, και σε άλλα πεδία της πνευματικής ζωής – τόσο ώστε να μην υπολείπεται ως προς την πρόοδο αυτή των μεγάλων χωρών της Δύσης. Έχω επίγνωση ότι αυτή η αλματώδης πολιτισμική και πνευματική πρόοδος που σημειώθηκε στη Ρωσία του 19ου αιώνα είναι ελάχιστα γνωστή στη Δύση». B. N.

«Χάρη στη φαντασία και στο κομψό ύφος του Ναμπόκοφ, οι πανεπιστημιακές παραδόσεις του υπερβαίνουν σαφώς την απλή διδασκαλία και τη μετάδοση γνώσεων· ανάγονται σε απολαυστική εμπειρία». New Republic

«Όπως έχει γράψει ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, το 1940, πριν ακόμη ξεκινήσει την ακαδημαϊκή του καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, “ευτυχώς μπήκα στη διαδικασία να γράψω εκατό διαλέξεις –περίπου 2.000 σελίδες– με θέμα τη ρωσική λογοτεχνία […] οι οποίες αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμες κατά τη διάρκεια των είκοσι ακαδημαϊκών ετών που δίδαξα στα πανεπιστήμια Wellesley και Cornell”.

Όταν πλέον η εμπορική επιτυχία που είχε η Λολίτα τού επέτρεψε να πάψει να διδάσκει, το 1958, ο Ναμπόκοφ σχεδίαζε να δημοσιεύσει ένα βιβλίο με τις κατά καιρούς παραδόσεις του που είχαν θέμα τη ρωσική, αλλά και γενικότερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το σχέδιό του αυτό δεν προχώρησε ποτέ πέρα από το στάδιο των απλών σκέψεων, αν και ήδη δεκατέσσερα χρόνια πριν είχε δημοσιεύσει σε μορφή βιβλίου ένα σύντομο κείμενο για τον Γκόγκολ, το οποίο περιλάμβανε και μια αναθεωρημένη εκδοχή των παραδόσεών του με θέμα τις Νεκρές ψυχές και το Παλτό. Επίσης, κάποτε είχε σκεφτεί να επιμεληθεί μια έκδοση του Άννα Καρένινα για σπουδαστές, αλλά και αυτό το σχέδιο σύντομα εγκαταλείφθηκε. Ο ανά χείρας τόμος περιλαμβάνει ό,τι έχει σωθεί από τις σημειώσεις του που αφορούν Ρώσους συγγραφείς […]». Από την εισαγωγή του FredsonBowers

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1899, από αριστοκρατική οικογένεια. Όταν οι Μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία στη Ρωσία, η οικογένειά του εγκατέλειψε τη χώρα. Σπούδασε γαλλική και ρωσική λογοτεχνία στο κολέγιο Τρίνιτι του Κέιμπριτζ και το 1922 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου ο πατέρας του εξέδιδε τη ρωσόφωνη εφημερίδα «Rul».

Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία οδήγησε το Βλαντιμίρ, τη γυναίκα του Βέρα και το γιο τους Ντμίτρι στο Παρίσι, το 1938, και η νίκη του Χίτλερ τους οδήγησε οριστικά στην Αμερική, το 1940, όπου έζησε και δίδαξε λογοτεχνία στο κολέγιο Γουέλεσλι, στο Στάνφορντ, στο Κορνέλ και στο Χάρβαρντ. Από το 1959 αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή. Ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα, έγραψε στα ρωσικά και στα αγγλικά. Το 1973 τιμήθηκε με το Αμερικανικό Μετάλλιο Λογοτεχνίας.

Ανάμεσα στα έργα του που έγραψε στα ρωσικά (και απέδωσε, αργότερα, ο ίδιος στα αγγλικά), ξεχωρίζουν τα: «Γέλιο στο σκοτάδι», «Mashenka/Μαίρη», «Η άμυνα του Λούζιν», «Απόγνωση», «Πρόσκληση σ’ έναν αποκεφαλισμό», «Το μάτι», «Το δώρο» και «Ο γητευτής» (ένας πρόδρομος της «Λολίτας»), και ανάμεσα σ αυτά που έγραψε στα αγγλικά, «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ», «Χλομή φωτιά», «Άντα», «Επικίνδυνη στροφή», «Ο αξιοπρεπής κύριος Πνιν», «Διαφανή αντικείμενα», «Μίλησε μνήμη», «Λώρα» (ημιτελές μυθιστόρημα, που έδωσε εντολή να καταστραφεί), και φυσικά το αριστούργημά του, «Λολίτα», που μεταφέρθηκε αρκετές φορές στον κινηματογράφο.

Πέθανε το 1977 στην Ελβετία, από επιδείνωση της υγείας του ύστερα από ένα πέσιμο στις πλαγιές του Νταβός, όπου ασκούσε το χόμπι του της συλλογής πεταλούδων.