Κοιτάζω το «μενού» στο Studio Μαυρομιχάλη, που δεν είναι τίποτε άλλο από το πρόγραμμα της παράστασης. Κάθομαι στη θέση μου για να με σερβίρουν θέαμα πάνω σε ένα θέμα πλέον γνωστό: το gentrification — ή, στα ελληνικά, εξευγενισμός, ένας όρος που μεταφράζεται σε ακριβότερα ενοίκια, απώλεια γειτονιάς, τουριστικοποίηση και μια γενικευμένη… υποβάθμιση για τους κατοίκους μιας περιοχής.
Κι όμως, το Taniko δεν καταλήγει εκεί όπου νομίζεις ότι θα καταλήξει. Διαθέτει μια σπάνια ποιητικότητα, που διαπερνά την κοινωνική του ορμή. Και το έργο τελικά ξαφνιάζει: όχι μόνο με όσα λέει, αλλά κυρίως με τον τρόπο που τα λέει. Ένα κοινωνικό δράμα για το ολοένα αυξανόμενο κόστος της υγείας, το gentrification και την κοινωνική ασφυξία, με φόντο έναν μύθο που κατάγεται από το ιαπωνικό θέατρο Nō και τa έργa του Bertolt Brecht Αυτός που λέει ναι / Αυτός που λέει όχι.
Ο κωνσταντίνος αβράμης (εσκεμμένα γραμμένο με πεζά) μίλησε στο CultureNow για την παράσταση, για τις γυναίκες που μεταμορφώνονται σε χορό, για τη βία που μας περικυκλώνει σε μια απομαγεμένη Αθήνα, αλλά και για την ανάγκη το θέατρο να παραμένει «τραχύ» – ένα μέρος όπου το κοινό δεν ξέρει ακριβώς πώς πρέπει να αντιδράσει, εντοπίζοντας ενδιάμεσους χώρους.
***
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
-Θα ήθελα να ξεκινήσω από τον τίτλο της παράστασης. Πώς προέκυψε το “Taniko” και τι σας έκανε να επιλέξετε έναν ιαπωνικό μύθο του 8ου αιώνα ως αφετηρία για μια σύγχρονη ελληνική ιστορία;
Ο τίτλος κυοφορεί ήδη τη διπλή καταγωγή του έργου, φέροντας τη σημασία «η τελετή της κοιλάδας» στα ιαπωνικά, ενώ στα ελληνικά η ίδια λέξη σημαίνει το κρασί που έχει πολλές τανίνες. Όπως αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, παρά την τεχνολογική πρόοδο, η βία ανακυκλώνεται, αλλάζει μορφές και συνεχίζει να κυριαρχεί αμείωτη και ανεμπόδιστη στην ανθρώπινη ιστορία. Έτσι, ένα έργο του θεάτρου Νο για έναν θρησκευτικό νόμο που επιβάλλει τη θυσία ενός παιδιού εκκοσμικεύεται από τον Μπέρτολτ Μπρεχτ σε ένα έργο για την συνειδητή αναγκαιότητα και την επιλογή να θυσιαστεί ένα παιδί. Εμείς, με τη σειρά μας, κάναμε ό,τι κάνει η δραματουργία από τον Αισχύλο και τον Σαίξπηρ: πήραμε μια παλιά ιστορία και την περικυκλώσαμε με τις παροντικές μας ανησυχίες.
-Στο Taniko συναντάμε αποκλειστικά γυναικείους χαρακτήρες. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για αυτή την επιλογή;
Αυτό είναι το θεμελιώδες στοίχημα του έργου. Στο Tanikō βλέπουμε τρεις κοπέλες που εκκινούν από τις προσωπικές τους ταυτότητες και, κατά τη διάρκεια του έργου, τις υπερβαίνουν για να σχηματίσουν έναν χορό. Υπό αυτό το πρίσμα, το ότι είναι γυναίκες αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για να μπορούν να ενωθούν και να ξεπεράσουν τα εγώ τους ― κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί εύκολα σε άλλη περίπτωση. Εξ άλλου, σε κάποιο βαθμό η απουσία αντρών στιγματίζει το έργο: αναζητούν διαρκώς έναν αδερφό που έχει χαθεί, μιλούν για τον γιό της Λίνας που χρειάζεται φροντίδα και δεν μιλούν ποτέ για τον πατέρα τους, ο οποίος φαίνεται να μην υπάρχει. Η κοινωνία τους μοιάζει με τις εμπόλεμες κοινωνίες, όπου ―λόγω της στράτευσης των αντρών― όλες οι κοινωνικές λειτουργίες αναλαμβάνονται από τις γυναίκες.

-Επί σκηνής στήνεται ένα wine bar στην “εξευγενισμένη” Αθήνα. Ανοίγετε, έτσι, ένα κρίσιμο και επίκαιρο ζήτημα. Τι σας οδήγησε όμως στο να εντάξετε στο κείμενό σας έναν κόσμο που, παρότι παραμένει αόρατος, στοχοποιεί όχι μόνο το μαγαζί αλλά και τις ίδιες τις ηρωίδες;
Ειδικά στην Αθήνα, όπου τα μικροσκοπικά διαμερίσματα επικοινωνούν μέσα από λεπτούς τοίχους και για την διεκπεραίωση οιασδήποτε συνδιαλλαγής με τους φορείς απαιτείται η διαπροσωπική επαφή, γνωρίζουμε πως οι μόνες σχέσεις είναι από άνθρωπο σε άνθρωπο. Δεν πλουτίζουν από τα κόκκινα δάνεια και τις εξώσεις τα funds, αλλά συγκεκριμένοι άνθρωποι πίσω από αυτά. Δεν μου αυξάνει το ενοίκιό μου (σε κερδοσκοπικό βαθμό) η στεγαστική κρίση· ο ιδιοκτήτης του μου το αυξάνει, ο οποίο έχει όνομα και επώνυμο. Είναι πολιτική και κοινωνική μας ήττα αν δεχθούμε το branding που καμουφλάρει την ατομική κερδοσκοπία. Αυτό είναι και το τραγικό δίλημμα των ηρωίδων: δεν είναι υπάλληλοι σε έναν απρόσωπο μηχανισμό, αλλά έχουν φωνή, αναλαμβάνουν ευθύνες ― μόνο που η οικονομική τους ασφυξία τις αναγκάζει να δρουν ενάντια στον αξιακό τους κώδικα.
-Προσωπικά, στο γεγονός πως επιλέξατε να είναι ένα μπαρ χωρίς καθίσματα αναγνώρισα ταυτόχρονα έναν χώρο που με αποκλείει (με την αισθητική να “φωνάζει” πως δεν το σηκώνει η τσέπη μου), αλλά και το δικό μου υπεροπτικό βλέμμα απέναντί του… κάτι που κουβαλά μια δόση πικρού χιούμορ.
Σίγουρα το έργο προσπαθεί να μας κάνει να βρούμε διόδους γέλιου μέσα σε αυτή τη μαύρη πραγματικότητα. Αυτή ακριβώς η φετιχοποίηση του δύσβατου και του άβολου είναι ένας διπλός, αμφίθυμος δεσμός που έχουμε με τα πράγματα: ποθώ αυτό που σιχαίνομαι. Έχουμε αποξενωθεί τόσο από τους εαυτούς μας, έχουμε τόσο πολύ λατρέψει αυτό που δεν είμαστε, που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να πάμε στο μέρος το πιο επώδυνο, να αγοράσουμε το ρούχο το πιο κακοραμμένο. Αυτό είναι προνόμιό μας και πρέπει να το αναγνωρίσουμε.
-Ακριβώς τι σχέσεις και ποιες δυναμικές εξελίσσονται ανάμεσα στις τρεις γυναίκες-ηρωίδες του έργου;
Για μένα αυτή η μετάβαση της δυναμικής που συντελείται επί σκηνής είναι το κίνητρό μου για να δουλεύω σε αυτήν την παράσταση. Είναι ένα έργο μύησης, ένα έργο που μας ξεγελάει. Οι χαρακτήρες στην αρχή έχουν ανθρώπινες δυναμικές και ποιότητες, είναι άτομα: εκνευρίζονται, κοροϊδεύουν και συμπονούν η μία την άλλη. Κάποια στιγμή, όμως, αντιλαμβάνονται πως δεν έχουν απέναντί τους η μία την άλλη. Αντιλαμβάνονται πως βρίσκονται ενώπιον ενός κοινού εχθρού. Και αυτό τις μεταμορφώνει, τις κάνει κάτι παραπάνω από τους μικρούς εαυτούς τους.
-Στο μουσικό κομμάτι της παράστασης, νομίζω, κρύβεται μια ανεξήγητη δόση μαγείας. Θα λέγατε πως αυτή, παρά τα όσα συμβαίνουν, εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την πόλη μας;
Στην Αθήνα επιμένουμε να βλέπουμε μαγεία, επειδή όλοι οι αντικειμενικοί δείκτες τεκμηριώνουν πως δεν υπάρχει καμία. Πως είναι όταν σε μία κηδεία αρχίζει κανείς και γελά ασυνάρτητα και δεν μπορεί να διώξει τις αστείες σκέψεις; Αυτό. Είναι μια άμυνα των οργανισμών, όταν ένα περιβάλλον είναι τρομακτικά θλιβερό να γεννούν κάτι για να ισοσκελίσουν αυτή τη θλίψη. Έτσι προσπαθούμε, όλοι και όλες, να δώσουμε λίγη μαγεία σε μια πλήρως απομαγευμένη χώρα.

-Ως νέος δημιουργός, ποιο είναι η πιο βασική επιδίωξή σας, όταν παρουσιάζετε μια νέα σας δουλειά στο κοινό;
Να είναι τραχιά. Να μην «αρέσει». Θέλω να πω, προφανώς και με ενδιαφέρει να γεννήσει συναισθήματα και σκέψεις, αλλά δεν θέλω να μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, χρειάζομαι να μην ξέρει το κοινό πώς να αντιδράσει σε αυτό που βλέπει. Ζούμε σε μία εποχή πόλωσης όπου αν αναφέρουμε τη λέξη «γενοκτονία» όλοι έχουν μια άποψη και οι μεν με τους δε δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Αν όμως αποφύγουμε τη λέξη; Αν μιλήσουμε σε ενδιάμεσους χώρους όπου δεν έχουν ακόμα κατηγοριοποιηθεί και όπου δεν έχουμε ακόμα σχηματίσει απόψεις; Μόνο εκεί που αισθανόμαστε άβολα, αμήχανα μπορούμε να συναντηθούμε πραγματικά με το κοινό που δεν συμφωνεί εκ των προτέρων μαζί μας.