Μιλήσαμε με τη Νατάσσα Ξύδη για την ταινία της «Χίλιες Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα», που είδαμε στο Φεστιβάλ Δράμας 2025, στο πλαίσιο του Εθνικού Διαγωνιστικού Προγράμματος, και για τον τρόπο που τα όνειρα και η μοναξιά συνυφαίνονται στο έργο της. Από τη δημιουργία μιας φανταστικής γλώσσας έως την υποβρύχια αίσθηση του τίτλου, η σκηνοθέτις μοιράζεται πώς οι διαφορετικοί κόσμοι, οι ανθρώπινες σχέσεις και η ανάγκη για σύνδεση βρίσκουν κοινό έδαφος μέσα από την τέχνη της. Η ταινία θα προβληθεί ξανά στη μεγάλη οθόνη στις φετινές «Νύχτες Πρεμιέρας», το Σάββατο 4 Οκτωβρίου στις 17:00 στον κινηματογράφο Άστορ.
***
-Αρχικά, τι θα έλεγες πως πραγματεύεται η ταινία;
Η ταινία πραγματεύεται τα διαφορετικά επίπεδα της μοναξιάς. Θεωρώ πως η μοναξιά μπορεί να πάρει πολλές μορφές· μπορεί να αφορά κάποιον που έχει απομονωθεί στο σπίτι του και δεν κάνει τίποτα, αλλά μπορεί να αφορά εξίσου και έναν άνθρωπο που είναι υπερβολικά κοινωνικός, ενώ κατά βάθος νιώθει μόνος. Υπάρχουν, μάλιστα, πολλοί που για να ξεγελάσουν τη μοναξιά τους πηγαίνουν σε πολυσύχναστα μέρη – και αυτό, αντί να τη μειώνει, συχνά την κάνει ακόμα πιο έντονη και πιο τραγική. Είναι σαν οι άνθρωποι γύρω τους να φωτίζουν ακόμα περισσότερο το δικό τους κενό. Αυτή η εξερεύνηση διαφορετικών εκφάνσεων της μοναξιάς, το πώς δεν είναι ποτέ ένα και μόνο πράγμα, αποτέλεσε και την αρχική ιδέα της ταινίας.
Μαζί με τον Μάνο Παπαδάκη, με τον οποίο συνυπογράψαμε το σενάριο, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε: τι κάνει κανείς όταν θέλει να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση, χωρίς να ξέρει τον τρόπο, αλλά έχοντας την ανάγκη να κινηθεί κάπου, να κάνει κάτι.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Υπάρχουν άνθρωποι που πηγαίνουν σε τράπεζες ή ταχυδρομεία, παίρνουν έναν αριθμό προτεραιότητας και κάθονται εκεί όλη μέρα, περιμένοντας. Και όταν φτάνει η σειρά τους, τον δίνουν σε κάποιον άλλο, ώστε η αναμονή τους να μη λήξει ποτέ. Άλλοι πηγαίνουν σε μέρη όπως το IKEA, κάθονται στους καναπέδες και στα δείγματα σαλονιών, μόνο και μόνο για να βρεθούν περιστοιχισμένοι από κόσμο.
Από αυτές τις εικόνες ξεκινήσαμε και αναζητήσαμε πού θα ταίριαζε καλύτερα να τοποθετήσουμε την ιστορία. Έτσι προέκυψε η ιδέα με το πλοίο: ένας χώρος που δεν ανήκει πουθενά, που κινείται συνεχώς αλλά χωρίς πραγματικό προορισμό. Η ηρωίδα μας, η Μαίρη, κάνει το ίδιο ταξίδι ξανά και ξανά, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ο Ρικ και κάτι αρχίζει να αλλάζει.

-Οπότε ας το πιάσουμε και από εκεί. Μέσω της Μαίρης βλέπουμε το female gaze; Τι προσπαθεί να βρει στις φαντασιώσεις της;
Η φαντασίωση της Μαίρης δεν αφορά την αναζήτηση ενός συντρόφου ή τη συντροφικότητα· αυτό προκύπτει απρόσμενα στην πορεία. Εκείνη επιθυμεί κυρίως να σπάσει την πλήξη και τη μοναξιά της μέσα από στιγμές χαράς: ποτό, χορό, φλερτ, φίλες, κόσμο.
Έχω παρατηρήσει πως εκεί όπου υπάρχει πλήθος κόσμου και δυνατή μουσική, αν μέσα σου είσαι άδειος, το νιώθεις ακόμη πιο έντονα. Σα να στέκεσαι ακίνητος στο κέντρο, ενώ γύρω σου όλα κινούνται χωρίς εσένα.
Η Μαίρη, λοιπόν, προσπαθεί να γεμίσει αυτό το κενό, κάνοντας τις φαντασιώσεις της όλο και πιο πληθωρικές: περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερος χορός, περισσότερη ζωντάνια.
Ως προς τη γυναικεία ματιά, δεν υπήρχε κάποια συνειδητή πρόθεση να παρουσιαστεί έτσι. Εγώ είμαι γυναίκα και αναπόφευκτα βλέπω τα πράγματα μέσα από αυτό το πρίσμα.

-Σκέφτομαι πως αν έβλεπα στην φαντασίωση μου έναν άγνωστο άντρα, μια μορφή λίγο μυστήρια θα ένιωθα απειλή. Η ηρωίδα σου όμως αποφασίζει να καλοδεχτεί το μυστήριο που ενέχει τελικά και μια πραγματική ανθρώπινη γνωριμία.
Είναι όπως λέμε: όταν η ζωή σου χτυπά την πόρτα, το μόνο που χρειάζεται είναι να την ανοίξεις. Άλλωστε, η Μαίρη θα μπορούσε να τερματίσει αυτή τη συνθήκη οποιαδήποτε στιγμή, απλώς ανοίγοντας τα μάτια της. Κι όμως, μοιάζει να νιώθει πως αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή είναι κάτι διαφορετικό· κάτι που θέλει να δει και να εξερευνήσει.
Γιατί, κακά τα ψέματα… άλλο η φαντασία και άλλο η πραγματικότητα. Κι εκείνη τη στιγμή, αυτό που ζει μοιάζει με πραγματικότητα. Το γεγονός ότι δεν ελέγχει απόλυτα την αλληλεπίδρασή της με τον Ρικ είναι ακριβώς αυτό που το κάνει αληθινό.
-Γιατί τον έκανες να έρχεται από ένα άλλο καράβι;
Γιατί ουσιαστικά κάνει το ίδιο με τη Μαίρη, απλά σε ένα άλλο μέρος του κόσμου, και εξαιτίας αυτού εισέρχεται και στη φαντασίωση της.
-Στο Q&A που ακολούθησε την προβολή της ταινίας σου στο Φεστιβάλ Δράμας, είχες αναφέρει πως αρχικά στο μυαλό σου ο Ρικ ήταν από την Ισλανδία.
Εγώ την Ισλανδία την αισθάνομαι σχεδόν σαν έναν άλλον πλανήτη. Την έχω κάπως μυθικά στο μυαλό μου· είναι ένας τόπος ηφαιστειογενής, αχανής. Οι Ισλανδοί δεν είναι ιδιαίτερα παρόντες στην ευρωπαϊκή ζωή, κι έτσι η χώρα μοιάζει μακρινή και κάπως ανοίκεια. Ήθελα, λοιπόν, να συναντηθούν δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί.
Η Μαίρη είναι ένα πολύ ζωντανό πλάσμα, ένα ηφαίστειο που όμως δεν ξέρει που να διοχετεύσει όλη αυτή την ενέργεια, γιατί γύρω της δεν υπάρχουν άνθρωποι. Ο Ρικ, αντίθετα, είναι πιο μαζεμένος, μετρημένος. Η ένωση τους λειτουργεί καθαρτικά, γιατί ο ένας δίνει στον άλλο αυτό που του λείπει.
-Ο Ρικ όμως δε μιλά Ισλανδικά μιας και επέλεξες τελικά να φτιάξεις μια νέα γλώσσα. Πώς έγινε αυτό; Και με τι ακριβώς σκεπτικό;
Ο ηθοποιός που υποδύεται τον Ρικ είναι Αυστριακός και μιλούσε γερμανικά. Μου άρεσε εξαρχής για τον ρόλο, αλλά δε μου ταίριαζε ο χαρακτήρας αυτός να μιλά ούτε γερμανικά, αλλά ούτε αγγλικά. Κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα της φανταστικής αυτής γλώσσας. Σαν να την κουβαλούσα από πάντα μέσα μου αυτή την ιδέα. Γιατί και τα Ισλανδικά για μένα είναι το ίδιο: μια εντελώς ακατανόητη γλώσσα. Και μάλιστα το γεγονός ότι είναι φανταστική λειτούργησε ακόμα καλύτερα, γιατί έτσι ο Ρικ δεν έχει τόπο προέλευσης.
Τώρα, για το πώς τη φτιάξαμε… πρότεινα στον Ντάβιτ την ιδέα της επινοημένης γλώσσας, με τον φόβο ότι μπορεί να με περάσει για τρελή. Αλλά του φάνηκε εξαιρετική ιδέα. Από το πρώτο κάστινγκ κιόλας του ζήτησα να κάνουμε μια δοκιμή, να δούμε αν μπορούσε να το υποστηρίξει. Και είπε κάποιες πολύ ωραίες φράσεις, που ήταν αρκετά κοντά σε αυτό που έχουμε σήμερα. Του εξήγησα ότι ήθελα κάτι που να «σκανδιναβίζει», χωρίς όμως να είναι πραγματικές λέξεις. Στην αρχή να λειτουργεί σαν αίσθηση, και μετά να το δομήσουμε ώστε να αποκτήσει συνέπεια. Έτσι δουλέψαμε μαζί, αξιοποιώντας και την τοπική διάλεκτο από τον τόπο καταγωγής του.

-Πολλή δουλειά δηλαδή…
Ναι, πάρα πολλή δουλειά. Ήταν ένα τεράστιο κομμάτι να τη φτιάξουμε, αλλά και ένα ακόμη μεγαλύτερο κομμάτι να δουλέψουμε πάνω σε αυτήν. Με τον Ντάβιτ κάναμε περισσότερες πρόβες απ’ ό,τι με τη Μαρία, γιατί έπρεπε μόνοι μας να ανακαλύψουμε τη γλώσσα. Αυτό πήρε πολύ χρόνο: περάσαμε όλο το κείμενο, αλλάζαμε πράγματα, και σιγά-σιγά οι λέξεις άρχισαν να αποκτούν για μας συγκεκριμένο νόημα. Έφτασα στο σημείο να καταλαβαίνω τι έλεγε όταν μιλούσε. Κι έτσι όλο αυτό άρχισε να λειτουργεί, εξυπηρετώντας τη σύμβαση του ονείρου.
-Ο τίτλος μοιάζει να φλερτάρει με τον Ιούλιο Βερν, αλλά ξεφεύγει και λίγο. Πώς προέκυψε;
Ήθελα κάτι ονειρικό που να σχετίζεται με τη θάλασσα, με το βάθος και με τη διαδρομή. Μου άρεσε λοιπόν η ιδέα πως ο τίτλος δίνει την αίσθηση μιας υποβρύχιας διαδρομής.
Εγώ το έχω πολύ αυτό στο μυαλό μου: όταν η Μαίρη βλέπει τον Ρικ, είναι σαν να αρχίζουν να βυθίζονται μαζί σε έναν υποβρύχιο δικό τους κόσμο, να κατεβαίνουν όλο και πιο βαθιά. Ο τίτλος λοιπόν βγάζει για μένα έντονα αυτή την αίσθηση του υποβρύχιου. Δεν ήθελα φυσικά να είναι ολόιδιος με του Βερν, οπότε έκανα και αυτή την μικρή αλλαγή.

-Όταν άρχισες να δουλεύεις την ιδέα για τις «Χίλιες Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα», ήταν εξαρχής για μικρού μήκους;
Ναι, εξαρχής ως μικρού μήκους ταινία την επεξεργαζόμουν στο μυαλό μου. Όταν όμως προέκυψαν οι ηθοποιοί και λόγω του τρόπου που δουλεύαμε, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι και μεγάλου μήκους. Είχαμε άπειρο υλικό που δεν μπήκε, κι έβλεπα πως θα μπορούσε να παραχθεί ακόμη περισσότερο, αφού από όλη την ομάδα γεννιούνταν συνεχώς νέες ιδέες.
-Υπάρχει κάποιο άλλο πρότζεκτ σου που θα ήθελες να μοιραστείς με το κοινό του site;
Εκτός από τον κινηματογράφο, ασχολούμαι και με τη σωματική ψυχοθεραπεία, και καθοδηγώ συνεδρίες ονείρων και σχετικά εργαστήρια, που μπορούν να έχουν θεραπευτικό, αλλά και καθαρά δημιουργικό χαρακτήρα. Διότι όταν δουλεύουμε με τα όνειρα, η φαντασία μας διευρύνεται και εμβαθαίνει. Ταξιδεύουμε σε άλλους τρόπους κατανόησης και επικοινωνίας.
Επιλέον, στα όνειρά μας έρχεται τεράστια ποσότητα πληροφορίας· αν ξέρεις πώς να την αξιοποιήσεις, είναι σαν να ανοίγεις έναν διάλογο με την ψυχή σου. Η πληροφορία είναι ήδη εκεί – αρκεί να ανοίξεις το κανάλι επικοινωνίας.
Διαβάστε επίσης:
Νύχτες Πρεμιέρας 2025: Οι 51 ελληνικές ταινίες μικρού μήκους που συμμετέχουν στο Διαγωνιστικό