Ο «αριστοκράτης» όπως τον αποκαλούσε ο Ζαν Κοκτώ, ο ζωγράφος με το ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη συμφωνία με το αισθησιακό ταπεραμέντο του, γεννήθηκε το 1884 στο Λιβόρνο της Ιταλίας από μεγαλοαστούς γονείς εβραϊκής καταγωγής. Στην ηλικία των 12 ετών νοσεί από φυματίωση, μία ασθένεια που θα τον ταλαιπωρήσει μέχρι το τέλος της ζωή του, ενώ στην ηλικία των 14 ετών ανακοινώνει στην μητέρα του πως θέλει να γίνει ζωγράφος. Σπουδάζει ζωγραφική αρχικά στην Ιταλία, αλλά το πραγματικό του όνειρο είναι να ζήσει στο Παρίσι. Το 1905 τα καταφέρνει και εγκαθίσταται στην περιοχή της Μονμάρτρης, και συγκεκριμένα στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir), ένα κοινόβιο για αδέκαρους καλλιτέχνες.

Αμεντέο Μοντιλιάνι

Κόκκινο Γυμνό (Nu Couche)

Ζωγράφιζε κυρίως πορτρέτα και γυμνά, τα οποία είχαν ως βασικό χαρακτηριστικό τους τις ασύμμετρες συνθέσεις, τις επιμηκυμένες μορφές, τα μακρόστενα πρόσωπα και την απλή αλλά μεγαλοπρεπή χρήση των γραμμών. Συνήθως έδινε βάση στα χέρια, τα οποία βρίσκονταν σε πλήρη αρμονία με τους ασυνήθιστα μακριούς λαιμούς και τα έντονα χείλη, ενώ πάντα έλειπε ένα τμήμα του σώματος – συνήθως τα πόδια – στα ολόσωμα πορτρέτα του. Τα γυμνά που ζωγράφισε μεταξύ 1916 και 1920 αποτελούν τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του.

Ένα από αυτά αποτελεί και το «Κόκκινο Γυμνό», το οποίο εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1917 στη μοναδική προσωπική έκθεση του Μοντιλιάνι –όσο βρισκόταν εν ζωή – στην γκαλερί Berthe Weill στο Παρίσι. Η έκθεση θεωρείται διαβόητη στην ιστορία της μοντέρνας τέχνης εξαιτίας της κοσμοσυρροής, αλλά και του σάλου που προκάλεσαν τα γυμνά της, με αποκορύφωμα την τοποθέτηση ενός από αυτά στην κεντρική βιτρίνα της γκαλερί. Η κίνηση αυτή προκάλεσε προσβολή της δημόσιας αιδούς, με αποτέλεσμα η αστυνομία να κλείσει την έκθεση την ημέρα των εγκαινίων της. «Αυτές οι γυναίκες…», αναφώνησαν έκπληκτοι οι αστυνομικοί, «έχουν τρίχωμα του εφηβαίου!». Ωστόσο, η έκθεση συνεχίστηκε, μόλις αφαιρέθηκε από τη βιτρίνα ο πίνακας.

Ποιες ήταν όμως οι μούσες του Μοντιλιάνι, που ενέπνευσαν τα περιβόητα γυμνά του; Ο Ιταλός ζεν πρεμιέ ήταν ιδιαίτερα φιλήδονος και γυναικάς. Υπήρξε, επίσης, γνωστός μέθυσος, χρήστης χασίς και οπίου. Θεωρούσε πως όταν ζωγραφίζεις μια γυναίκα είναι σα να την κατέχεις. Φήμες λένε πως έχει κοιμηθεί με όποια γυναίκα έχει ζωγραφίσει. Τα μοντέλα που συνήθως πόζαραν γυμνά, προέρχονταν από οίκους ανοχής ή ήταν μερικές από τις πολλές ερωμένες του.

Βασανισμένες Μούσες

Από τα πιο γνωστά μοντέλα – ερωμένες του ήταν η Ρωσίδα ποιήτρια Anna Akhmatova. Η σχέση τους κράτησε μόνο ένα χρόνο, καθώς ο καλλιτέχνης είχε αρχίσει να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο χασίσι και στο αψέντι με αποτέλεσμα η απελπισμένη κοπέλα να γυρίσει στον νόμιμο άντρα της. Επόμενη ήταν η εξωτική πόρνη Elvira, με την οποία σύναψε μία ιδιαίτερα τοξική και βίαιη σχέση. Στην διάρκειά της ο Μοντιλιάνι την είχε σύρει πολλές φορές στον δρόμο από τα μαλλιά, ενώ μια μέρα την πέταξε από ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου.

Portrait of Jeanne Hébuterne

Ο μεγαλύτερος, όμως, έρωτας και πηγή έμπνευσής του ήταν η Γαλλίδα ζωγράφος, Jeanne Hebuterne, την οποία λέγεται πως βίασε την πρώτη φορά που την είδε. Παρόλα αυτά, ξεκίνησαν αμέσως μία παθιασμένη και θυελλώδη σχέση. Κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσης, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τα καλύτερα έργα του, μεταξύ των οποίων και το «Κόκκινο Γυμνό».

Το Νοέμβριο του 1918, η Jeanne γέννησε την κόρη τους, που πήρε το όνομά της. Δεν πήρε όμως το επίθετο του πατέρα της, καθώς ήταν νόθα. Ο χαοτικός και έκλυτος βίος των γονιών της, τους οδήγησε να δώσουν το μωρό σε μία νοσοκόμα. Τελικά, ο Μοντιλιάνι δεν πρόλαβε να γνωρίσει πραγματικά την κόρη του. Τον Ιανουάριο του 1920, πέθανε εξαιτίας επιπλοκών της φυματίωσης που τον βασάνιζε από την παιδική του ηλικία. Στο άκουσμα του θανάτου του η Jeanne αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον πέμπτο όροφο. Ήταν εννιά μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

Ένα Ρεκόρ

Ο πίνακας Nu Couche (Κόκκινο γυμνό) πωλήθηκε το 2015 για 158,8 εκατ. δολάρια σε δημοπρασία του οίκου Christie’s, κερδίζοντας μία θέση στους ακριβότερους πίνακες όλων των εποχών.

***

Κεντρικό έργο: Nu couche (Κόκκινο γυμνό), Αμεντέο Μοντιλιάνι, 1917


Διαβάστε Επίσης:

Αμεντέο Μοντιλιάνι: Ο εραστής της ζωής και του πινέλου