Ερωτευμένος με την τέχνη του, απολάμβανε μέχρις εσχάτων τις χαρές της ζωής – αν και αυτή του χάρισε λίγες – δημιουργώντας έναν μύθο γύρω από το όνομά του.

Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι, ο Ιταλός πρίγκιπας, ο Μόντι ή Ντέντο όπως ήταν το χαϊδευτικό του στα λίγα χρόνια που έζησε και τα έζησε με πάθος σαν να μην υπήρχε αύριο, έμελλε να αφήσει το στίγμα του τόσο ως ανθρώπου όσο και ως καλλιτέχνη και δημιουργού σε κάθε σημείο του ορίζοντα από το οποίο πέρασε. Άφησε το άρωμα του, την ευαισθησία του, την αριστοκρατική του διάθεση, την κομψότητα του, την γνησιότητα και την αυθεντικότητα ενός μικρού παραμυθένιου ήρωα που ποτέ δεν μεγάλωσε και δεν ξέφυγε από την αθωότητα ενός μικρού παιδιού.

Πνεύμα ζωηρό, άντρας τρυφερός, επίμονος γυναικάς, ακούραστος μέθυσος, ζωγράφος και γλύπτης μαχόμενος και μόνιμα παραδομένος, δεν έπαψε να υπηρετεί τις δύο του αγάπες, την τέχνη και την γυναίκα. Για αυτές γεννήθηκε, για αυτές πάσχισε και πάλεψε, αυτές ύμνησε, για αυτές έσβησε με το χαμόγελο πως δεν τις πρόδωσε ποτέ.

Ο εραστής της ζωής

Αν θέλει να μάθει κανείς τον Μοντιλιάνι δεν έχει παρά να καταλάβει πως η ζωή και η τέχνη για αυτόν ήταν ένα και το αυτό. Έπινε, μεθούσε, κάπνιζε και έκανε έρωτα με μοναδική του σκέψη την τέχνη. Το 1900 μετά τη διάγνωση φυματίωσης οι γιατροί του συνέστησαν να περάσει τον χειμώνα σε ένα πιο ήπιο κλίμα. Έτσι με τη συντροφιά της μητέρας του επισκέπτεται γνωστούς τόπους της Ιταλικής καλλιτεχνικής παραγωγής όπως είναι η Ρώμη, η Φλωρεντία, η Νάπολη και η Βενετία. Ειδικά στη Φλωρεντία θα γευτεί την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα την οποία θα ξαναβρεί εκστασιασμένος λίγα χρόνια αργότερα στο Παρίσι. Η μητέρα του αναφέρει σχετικά: «Ο Ντέντο δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ζωγραφίζει, αλλά το κάνει όλη μέρα, κάθε μέρα, μ’ ένα πάθος που με ξαφνιάζει και με μαγεύει».

Ο Μοντιλιάνι με την ζωή του έχτισε έναν ολόκληρο μύθο για τον καλλιτέχνη flaneur, αυτόν που όπως λέει ο Μπωντλαίρ περιπλανιέται άσκοπα και χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο στο ύπαιθρο. Εκείνος αντλούσε δύναμη και ενέργεια από την είσοδο στα μπαρ όπου κατανάλωνε απίστευτες ποσότητες ποτού, από τις συζητήσεις με φίλους μέχρι πρωίας που πολλές φορές κατέληγαν σε έντονες λεκτικές διαμάχες περί δημιουργίας πάντα υπό την επιρροή ουσιών όπως το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά. Η δύναμη όμως αυτή πήγαζε και από την ανεξάντλητη ερωτική επαφή με τα μοντέλα του και από την περιήγηση μέσα στο Παρίσι που για εκείνον όπως και για πολλούς καλλιτέχνες τις εποχής ήταν άντρο πυρετώδους δημιουργίας, ένα τοπίο «αγριμιών», τα οποία περιφέρονταν στα σοκάκια της πόλης για να εμπνευστούν τα έργα τους.

Η προσωπική όπως άλλωστε και η καλλιτεχνική του ζωή είναι σε αρκετά μεγάλο βαθμό συνυφασμένη και συνδεδεμένη με τον μύθο του «καταραμένου καλλιτέχνη», maudit στα γαλλικά, θύματος του ιερού και αξεπέραστου χαρίσματος της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Ο Μοντιλιάνι στο Παρίσι θα βιώσει μία ανάμεικτη αίσθηση απομόνωσης και αβεβαιότητας. Αβεβαιότητα λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του και της εύθραυστης υγείας του είναι τα σημάδια που θα μείνουν βαθιά χαραγμένα στην ψυχή του και το υποσυνείδητό του.

Στο Μονπαρνάς που είχε πλέον μετατραπεί σε κέντρο των καλλιτεχνικών εξελίξεων ακριβώς όπως είχε συμβεί μία δεκαετία πριν με τους Λωτρέκ, Μανέ, Γκωγκέν στην Μονμάρτρη, ζωγράφοι, μουσικοί και ποιητές πειραματίζονταν με πρωτοποριακές ιδέες και τεχνικές και συγκεντρώνονταν εκεί για να συζητήσουν γύρω από τα τραπέζια της «Rotonde», της «Coupole» και της «Closerie des Lilas». Σε αυτήν την συνουσιασμένη ατμόσφαιρα, ο Μοντιλιάνι θα γνωρίσει πλήθος κόσμου ανάμεσα στους οποίους τον Πάμπλο Πικάσο, τον Αντρέ Ντερέν, τον Γκιγιόμ Απολινέρ, τον Ντιέγκο Ριβέρα, τον ποιητή Μαξ Ζακόμπ, τον γλύπτη Ζακ Λιπσίτς. Μάλιστα με τον αντίπαλό του και μόνιμο πολέμιό του Πικάσο καθώς και με τον Χουάν Γκρις, τον Ντερέν και την ζωγράφο και μοντέλο των ιμπρεσιονιστών Σουζάν Βαλαντόν, θα σύχναζαν στο τσίρκο Μεντράνο από όπου ο Μοντιλιάνι θα εμπνεόταν και θα ζωγράφιζε γυμνά, χορεύτριες και ακροβάτες.

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς η ζωή στο πολύβουο και πολυφυλετικό Παρίσι της εποχής ήταν μία συνεχής γιορτή και όλοι οι δρόμοι και τα μπαρ έσφυζαν από δράση και προσωπικότητες όπως αυτές του Κοκτώ, του Μπρανκούζι, της Αχμάτοβα. Αυτό που χαρακτήριζε την μποέμικη συμπεριφορά του Αμεντέο και των φίλων του ήταν το πνεύμα της αδελφικότητας, η περιφρόνηση της κοινωνικής συμβατικότητας και ο έκλυτος τρόπος ζωής. Οι περισσότεροι ήταν άποροι καλλιτέχνες που είχαν μαζευτεί στη γαλλική πρωτεύουσα από διαφορετικά γεωγραφικά, πολιτιστικά και κοινωνικά στρώματα ελπίζοντας να φωλιάσουν σε κάποια γωνιά και να πραγματοποιήσουν τα πιο κρυφά τους θέλω.

Ο Μοντιλιάνι ήταν μόνιμα σε επαφή με κάθε λογής αναξιοπαθούντες, ανέργους, άπορους, πόρνες και αυτούς ήθελε να υμνήσει με το έργο του. Εκεί έγκειται και η μεγάλη του επιτυχία και το όνομά του σήμερα συγκαταλέγεται στους δασκάλους της σύγχρονης ζωγραφικής. Οι πλατείες και τα μπαρ που σύχναζε ήταν κατά μία έννοια η προέκταση του εργαστηρίου του, έτσι όπως οι ιμπρεσιονιστές 40 περίπου χρόνια πριν έβγαιναν στην ύπαιθρο για να έρθουν σε επαφή με τη φύση έτσι και εκείνος ως υπαιθριστής ψυχών κυκλοφορούσε για να νιώσει τον παλμό των ανθρώπων και μετά να ζωγραφίσει τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά χωρίς καμία επιτήδευση ή παρέμβαση. Σε αυτό Βαν Γκογκ και Μοντιλιάνι διάγουν βίους παράλληλους. Ακολουθούσε κατά γράμμα αυτό που ο γλύπτης Μπρανκούζι του είχε διαμηνύσει: «Να δημιουργείς σαν θεός, να διατάζεις σαν βασιλιάς, να εργάζεσαι σαν σκλάβος». Ήταν και εκείνος πιστός στο δίδαγμα αυτό, ένας σκλάβος της ζωής και της τέχνης.

Στην αγάπη του για την ζωή κυρίαρχο και καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο έρωτας. Η πλήρης αφοσίωση τουλάχιστον στην αρχή της ζωής του στο πρόσωπο της 19χρονης νεαρής σπουδάστριας Ζαν Εμπιτέρν, την οποία είχε ερωτευτεί σφόδρα παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της που ήταν καθολικοί και συντηρητικοί, είχε χαρακτηριστικά ενός Ρωμαίου και μιας Ιουλιέτας που η κοινωνία τους αρνείται πεισματικά την συμπόρευση. Εκείνη ταλαντούχα στη ζωγραφική και εκείνος άγνωστος ακόμα θα ακολουθήσουν κοινή πορεία ζώντας κάτω από απελπιστικές συνθήκες. Εκείνος πνίγει στο ποτό τις επαγγελματικές του αποτυχίες και εκείνη στο προσκέφαλό του, υφίσταται πολύ έντονη ψυχολογική πίεση αλλά αναγκάζεται από έρωτα κεραυνοβόλο για εκείνον να τον συντροφεύσει για πάντα σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Η γλυκύτητα και η αφοσίωση της Ζαν απέναντι στον Αμεντέο είναι από τα πιο αξιοπρόσεκτα χαρακτηριστικά της ερωτικής τους σχέσης. «Αργά τη νύχτα μπορούσε κανείς να τον δει πλάι στη Ζαν Εμπιτέρν, σιωπηλή, εξαντλημένη, καχεκτική, με τις μακριές της κοτσίδες της στην πλάτη, αγνή, τρυφερή, μία αληθινή Παναγία δίπλα στον θεό της» θα γράψει ένας κοινός τους φίλος. Η αποφασιστική επιμονή με την οποία η Ζαν θα υπερασπιστεί μέχρι τέλους τον έρωτα της θα αποβεί μοιραία.

Ο εραστής του πινέλου

Σε κάθε διαγραφόμενη σταδιοδρομία ανεξαιρέτως αντικειμένου τα πρώτα βήματα είναι αυτά που καθορίζουν το χτίσιμο και την πορεία της. Τα πρώτα καλλιτεχνικά χνάρια του νεαρού Μόντι και οι επισκέψεις του θα επηρεάσουν την μετέπειτα πορεία του. Ο Μοντιλιάνι όπως είπαμε το 1900 θα ταξιδέψει στη Φλωρεντία, τη Ρώμη, την Βενετία και τη Νάπολη. Εκεί θα έρθει σε επαφή με τη σιενέζικη τέχνη του 14ου αιώνα και ιδιαίτερα τον γλύπτη Τίνο ντι Καμάινο, υπέροχο διακοσμητή των ναπολιτάνικων εκκλησιών όπως επίσης με τον Σιμόνε Μαρτίνι, τον Σάντρο Μποτιτσέλι. Θα γνωρίσει όμως και την κλασική τέχνη καθώς η παραμονή του στη Ρώμη ήταν αυτή που τον ώθησε να διεισδύσει στην καρδιά του κλασικισμού και της αναγεννησιακής επανάληψης των αισθητικών και ανθρωπιστικών ιδανικών των αρχαίων.

Εν τω μεταξύ, η μητέρα του και η θεία του τον μυούν στην ποίηση του Ντ’ Ανούντσιο και στην φιλοσοφία του Νίτσε αντίστοιχα. Για τον πρώτο θα γράψει στον φίλο του Όσκαρ Γκίγλια: «Να τρέφεις ιερή λατρεία προς όλα εκείνα που μπορούν να ενθουσιάσουν και να ερεθίσουν τη διάνοιά σου. Συνήθισε να θέτεις τις αισθητικές ανάγκες σου πάνω από τα καθήκοντα προς τους ανθρώπους». Η θεία του θα του διδάξει αυτό που ο Γερμανός φιλόσοφος είχε εκφράσει περίπου είκοσι χρόνια πριν: «Ο άνθρωπος είναι μία τεντωμένη χορδή ανάμεσα στο κτήνος και τον Υπεράνθρωπο». Η μελαγχολική του περιπλάνηση άλλωστε είχε κάποιες ρίζες στον Νίτσε, σε αυτήν την απώλεια του «εγώ» που ο ίδιος ο Μοντιλιάνι αναγνώριζε ως ιδιαίτερα περίπλοκο.

Οι μορφές των πορτραίτων του έχουν κάτι το αρχετυπικό, είναι μορφές μίας παγκόσμιας και τοτεμικής αντίληψης: από την πρωτόγονη μέχρι την αρχαιοκλασική και από την γοτθική μέχρι την επανάσταση του εικοστού αιώνα. Έτσι όπως οι Αρχαίοι Έλληνες και Αιγύπτιοι έθαβαν τους νεκρούς τους με τα αγαπημένα τους αντικείμενα έτσι μοιάζει και ο Μοντιλιάνι να στολίζει και να ντύνει με κοσμήματα, σκουλαρίκια και καπέλα τα πρόσωπα του σε μία κίνηση να τα απαθανατίσει. Ζωγραφίζει την μοναξιά των ανθρώπων, την αντανάκλαση της ψυχής τους, τα ενδόμυχα συναισθήματά τους που κρύβονται πίσω από αυτό που ο θεατής βλέπει σε πρώτο πλάνο. Και σε αυτά καθρεφτίζει την ανήσυχη και διψασμένη για αγάπη ψυχή του. Μεταφέρει σε καθένα από αυτά την πηγή των πιο μύχιων συναισθημάτων του, την χαρά, τον πόνο, ο ίδιος ο Μοντιλιάνι ζει το μοντέλο, εξερευνά σαν ένας αρχαιολόγος το υποκείμενο και σκάβει βαθιά για να τα δει όλα. Τα περισσότερα μάτια των προσώπων που απεικονίζει είναι κλειστά σαν να αντικατοπτρίζει την δική του κλειστή προσωπικότητα, την μελαγχολία που τον κατέτρεχε. Στα μόνα πρόσωπα που χαρίζει μάτια ανοιχτά, σαν ανοιχτές φλέβες, είναι των παιδιών γιατί εκεί γνωρίζει πως κρύβεται η δική του αθωότητα, η χαμένη του παιδικότητα και σε αυτά τα μάτια «στα γεμάτα ουρανό» βλέπει ένα παράθυρο προς την μυστηριώδη και έξοχη απεραντοσύνη του κόσμου.

Στις γυναικείες μορφές και ειδικά σε αυτή της συντρόφου του Ζαν αποτίει φόρο τιμής στην ιερατική μορφή της Μαρίας καθώς η ζωή της Παναγίας φαίνεται να περιπλανιέται και να επαναλαμβάνεται σε αυτές τις μοντέρνες εικόνες της μητρότητας, παραπέμποντας σίγουρα στη μητέρα του και τη θεία του που υπήρξαν για αυτόν οι μέντορες του όταν ο πατέρας του ήταν απών. Η γυναικεία φιγούρα είναι για τον Μοντιλιάνι η ενσάρκωση της τρυφερότητας, της φροντίδας, της στοργής, στοιχεία που βρήκε αργότερα στην Ζαν, συμπληρώνοντας έτσι το τρίπτυχο των γυναικών της ζωής του. Στα γυμνά του, τα αδύνατα με τα γαλανά μάτια και το αμυγδαλωτό πρόσωπο, ο Μοντιλιάνι διαστρεβλώνει κάθε κατεστημένη ιδέα περί γοητείας και ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα στην ζωγραφική, που ήθελαν το γυμνό απαλλαγμένο από κάθε είδους στολίδια. Εκείνος αποκαλύπτει κυριολεκτικά την γυμνή αλήθεια και απεικονίζει την γυναίκα όπως θα την έβλεπε ένας περαστικός στον δρόμο, με τα κολιέ της, τα βραχιόλια της, το κουρέλικο ένδυμά της. Εκείνος ήταν που εισήγαγε άλλωστε την καθιστή πόζα με μία πρακτική ψυχολογικής εμβάθυνσης στο μοντέλο. Μία ενδοσκόπηση στα χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου που είχε απέναντί του με τέτοια εξουθενωτική και ακτινογραφική ματιά που ο ίδιος δήλωνε πως «κάθε πινελιά μου ρουφάει το αίμα».

Η κληρονομιά ενός ασυμβίβαστου   

Ο Μοντιλιάνι κατάφερε να δημιουργήσει μία ζωγραφική μακριά από πεπατημένες και στερεότυπα έτσι όπως εκείνος την εμπνεύστηκε. Η ζωγραφική του ήταν ικανή να ξαναδιαβάσει την τέχνη του παρελθόντος στρέφοντας την προς μίαν απρόβλεπτη κατεύθυνση. Το σκανδαλώδες στον Λιβορνέζο καλλιτέχνη ήταν αυτό το μαγείρεμα με συστατικά κλασικού και μοντέρνου εμποτισμένο με ένα άρωμα απαράδεκτης για την εποχή συνθετικής συγκρότησης.

Τελικά η μουσική που έγραψε με το πινέλο του ήταν μία ωδή στην αγνότητα. Η υπεροπτική του ψυχή φτερούγισε ανάμεσα μας με τις αντανακλάσεις των ωραίων πολύχρωμων κουρελιών. Θα μείνει για πάντα στις μνήμες μας ως ο δικαιοδόχος ενός θαύματος που διαφύλαξε τη ζωγραφική του από καθετί βρώμικο και ευτελές. Δεν υπάρχει σε αυτόν καμία χυδαιότητα και καμία προστυχιά, αντίθετα μάλιστα μία διαφορετικότητα και μία συγκίνηση, στην οποία είναι αδύνατον να αντισταθεί κανείς. Ο Georges Braque είπε: «Νομίζαμε ότι εκείνα τα σκίτσα, εκείνοι οι καβγάδες, εκείνες οι αγκαλιές θα διαρκούσαν για πάντα».