«Μένγκελε ή η ιστορία ενός ανθρώπου χωρίς φραγμούς και με παγωμένη καρδιά, τον οποίο έρχεται να πετύχει διάνα μια δηλητηριώδης και φονική ιδεολογία που ξεφυτρώνει μέσα σε μια κοινωνία σαστισμένη από την εισβολή του μοντερνισμού. Δεν δυσκολεύεται διόλου να γοητεύσει τον φιλόδοξο νεαρό γιατρό, να καταχραστεί τις μέτριες κλίσεις του, τη ματαιοδοξία, τον φθόνο, τα χρήματά του, σε σημείο που τον παρωθεί να διαπράξει φρικτά εγκλήματα και να τα δικαιολογήσει». Αυτή είναι μία εκδοχή και μια ερμηνεία που δίνεται από τον συγγραφέα για το πρόσωπο του εγκληματία πολέμου Γιόζεφ Μένγκελε. Ένας αδίστακτος και φιλόδοξος γιατρός ενσαρκώνει στο πρόσωπό του όλα εκείνα τα σκοτεινά και απάνθρωπα που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Αφανίζει ενήλικες, παιδιά, ηλικιωμένους, Εβραίους και παρείσακτους σύμφωνα με τη δική του θεώρηση και όταν ρωτάται ακόμα και μετά από χρόνια από τον γιο του αρνείται να παραδεχτεί πως διέπραξε το οποιοδήποτε έγκλημα, δεν αναγνωρίζει επ’ ουδενί τις άνομες και ολέθριες πράξεις του, απλά ξεδιπλώνει την αρρωστημένη του σκέψη και υπερασπίζεται τον εαυτό του, η απόλυτη παράνοια στο πρόσωπο αυτού του «αγγέλου του θανάτου» όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν.

Σκιαγραφώντας έναν πανούργο δαίμονα

Ο Olivier Guez δίκαια έλαβε για αυτό το βιβλίο το βραβείο Renaudot 2017, είναι τέτοιες οι περιγραφές του και η μυθοπλαστική αφήγησή του που προκαλούν θυμό, οργή αλλά και απορία για το πώς αυτός ο άνθρωπος ποτέ δεν έμελλε να αντιμετωπίσει το πρόσωπο της δικαιοσύνης έτσι ώστε να απολογηθεί για τις πράξεις του και να καταδικαστεί ως ένοχος. Κατάφερε να διαφύγει στην Αργεντινή και να περιδιαβεί, αν και πολλάκις καταζητούμενος και κυνηγημένος, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής πάντα καλυμμένος πίσω από πλαστές ταυτότητες και διαβατήρια. Η ζωή του μετά τη διαφυγή του από την Ευρώπη θυμίζει ταινία κατασκοπείας και δεν είναι τυχαίο πως πολλά βιβλία και ταινίες εμπνεύστηκαν ή επικεντρώθηκαν στον βίο αυτού του περήφανου και πονηρού τυχοδιώκτη με την αμύθητη περιουσία. Ακόμα και στην Αργεντινή όπου κατέφυγε τα πρώτα χρόνια μετά το πέρας του πολέμου και παρέμεινε έως και τα μέσα της δεκαετίας του ’50 υποστηριζόμενος σθεναρά από το απεχθές καθεστώς του Περόν, δεν θα λησμονήσει την «τέχνη» του και θα προβεί σε εκτρώσεις και άλλες επεμβάσεις βάζοντας και επιβεβαιώνοντας με το νυστέρι του τη φήμη του δολοφόνου γιατρού αφού πράξεις και παραλείψεις του θα στοιχίσουν τη ζωή σε μεγάλο αριθμό γυναικών που δεν είχαν ιδέα σε ποιον εμπιστεύονταν την τύχη τους. Στα χρόνια του πολέμου αλλά και αργότερα ήταν ανένδοτος στον αγώνα του για εξάλειψη των δυνάμεων που απειλούσαν τη βόρεια φυλή. Αναφέρει χαρακτηριστικά με ωμότητα: «Εμείς οι Γερμανοί, ως ανώτερη φυλή, οφείλαμε να δράσουμε. Οφείλαμε να εμφυσήσουμε μια νέα ζωτικότητα προκειμένου να υπερασπιστούμε τη φυσική κοινότητα και να διασφαλίσουμε τη διαιώνιση της βόρειας φυλής».

Ταγμένος στρατιώτης στο άρμα του ναζισμού

Είναι πασιφανές πως ο Μένγκελε ενστερνιζόταν πλήρως τις απόψεις του και ποτέ δεν αρνήθηκε το ορθό των πράξεών του οδηγώντας σε φρικτό θάνατο μέσω των στρατοπέδων συγκέντρωσης ολόκληρες γενιές ανθρώπων ασκώντας εν πλήρη γνώση του και χωρίς κανένα δισταγμό πειράματα και αδιανόητες χειρουργικές πρακτικές ακόμα και σε υγιή βρέφη σκορπώντας παντού τον θάνατο. Αν τα εγκλήματά του και οι άνθρωποι που τα υπέστησαν μπορούσαν να απεικονιστούν με κάποιο τρόπο, τα εξπρεσιονιστικά πορτρέτα των Νόλντε, Κοκόσκα και Σίλε αλλά και οι φιγούρες του «εκφυλισμένου» από το καθεστώς Μαξ Μπέκμαν είναι εκείνα που αποκαλύπτουν την βαναυσότητα της εξαθλίωσης και των φρικτών εγκλημάτων. Σώματα σε αποσύνθεση, αποστεωμένα στόματα, χέρια και πόδια, άνθρωποι σε πλήρη ένδεια να υπομένουν έναν αργό θάνατο παρασυρμένοι από ένα μαινόμενο τέρας που ήταν αδηφάγο και διψούσε για αίμα και πόνο. Ο Μένγκελε βέβαια, έτσι άλλωστε ισχυρίζεται και ο ίδιος μέχρι τελικής πτώσης του, δεν αποτελούσε παρά ένα άξιο γρανάζι στη μηχανή απομόνωσης και εξολόθρευσης ανθρώπων, ένας ακούραστος στρατιώτης σε αποστολή για χάρη του Φίρερ. Και οι άνθρωποι που διαμελίζονταν στο όνομα κάποιας ιερής σταυροφορίας που μόνοι το καθεστώς μπορούσε να συλλάβει ήταν αυτοί οι οποίοι κατά την κρίση των ναζιστών εγκεφάλων χάραξης αυτής της στρατηγικής δεν είχαν λόγο ύπαρξης, αποτελούσαν υπανθρώπους και βαρίδια. Είναι δε εκπληκτικά ισχυρό το όπλο της προπαγάνδας στην παγίδα και στα δίχτυα της οποίας μπλέχτηκαν τόσοι και τόσοι Γερμανοί, οι οποίοι αγνοούσαν τις φρικαλεότητες που λάμβαναν χώρα οργανωμένες μυστικά από αρρωστημένα μυαλά όπως αυτό του Μένγκελε.

«Ως γιατρός, θεράπευσε το σώμα της φυλής και προστάτεψε τη μάχιμη κοινότητα. Στο Άουσβιτς πάλεψε ενάντια στην αποσύνθεση και τους εσωτερικούς εχθρούς, τους ομοφυλόφιλους και τους ακοινώνητους ͘  ενάντια στους Εβραίους, αυτά τα μικρόβια που επί χιλιετίες απεργάζονται τον αφανισμό της βόρειας ανθρωπότητας: έπρεπε να εξολοθρευτούν, με κάθε μέσο. Έπραξε ως ηθικός άνθρωπος. Θέτοντας όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία της καθαριότητας και της ανάπτυξης της δημιουργικές δύναμης του άριου αίματος, έκανε το καθήκον του ως Ες Ες». Αναρωτιέται κανείς αν ο Μένγκελε δεν ήταν αυτός που ήταν και έθετε μέσω της ιατρικής του δεινότητας – αυτό κανείς δεν το αμφισβητεί – εαυτόν στην σωτηρία ανθρώπων, στην ίασή του και όχι στην καταδίκη τους, πόσο ο κόσμος θα ήταν καλύτερος. Δυστυχώς όμως ο συγγραφέας δικαιώνεται λέγοντας πως «Γρηγορείτε, ο άνθρωπος είναι πλάσμα πειθήνιο, πρέπει να φυλαγόμαστε από τους ανθρώπους». Είθε λοιπόν να ξαναγαπήσει ο άνθρωπος τον άνθρωπο!


Αποσπάσματα

«Η τιμωρία είναι ανάλογη του παραπτώματος: να στερηθείς κάθε χαρά της ζωής, να φτάσεις στο υψηλότερο σημείο αποστροφής για τη ζωή» Κίργκεγκορ

«Απελθέτωσαν αφ’ ημών όνειρα και της νυκτός φαντάσματα. Τίποτε όμως δεν μπορεί να σώσει την ψυχή του και να καθησυχάσει τις αγωνίες του»

«Η ανθρωπότητα είναι ένα μόρφωμα που δεν ξεπερνά σε σκοπό και σχέδιο μια ορχιδέα ή μια πεταλούδα. Υπάρχουν η ανάπτυξη και η γήρανση των λαών και των γλωσσών, όπως υπάρχουν δρύες, πεύκα και λουλούδια, νεαρά ή γερασμένα. Σε όλους τους πολιτισμούς υπάρχει η δυνατότητα νέων εκφάνσεων που κυοφορούνται, ωριμάζουν, μαραίνονται και εξαφανίζονται ανεπιστρεπτί, λέει ο πατέρας που έχει προετοιμαστεί για την ανάκριση του γιου του»