«Λέμε στον εαυτό μας ιστορίες για να ζήσουμε». Η εμβληματική αυτή φράση προέρχεται από την Αμερικανίδα συγγραφέα, δημοσιογράφο και σεναριογράφο Τζόαν Ντίντιον (Joan Didion). Κι ενώ ανήκει στο περίφημο Λευκό Άλμπουμ των εύφλεκτων ’60s, η ίδια έχει καταφέρει να συμπυκνώσει μέσα της ολόκληρο το έργο της. Ακόμη και το πένθος της το διαχειρίζεται αναλαμβάνοντας να πει μια ιστορία – αυτή της Χρονιάς της Μαγικής Σκέψης.

Η «Χρονιά της Μαγικής Σκέψης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε νέα μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά, αποτελεί ένα βαθιά αυτοβιογραφικό έργο. Το 2004, σε ηλικία 70 ετών, η Τζόαν Ντίντιον ολοκληρώνει το χειρόγραφο στο οποίο επιχειρεί να αποτυπώσει τη δική της εκδοχή για τον θρήνο και το πένθος, με αφορμή ένα συγκλονιστικό προσωπικό γεγονός. Λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου, ο σύζυγός της και επίσης συγγραφέας, Τζον Γκρέγκορι Νταν, πεθαίνει ξαφνικά την ώρα του δείπνου. Από εκείνη τη στιγμή, η Ντίντιον βυθίζεται σε μια βαθιά ενδοσκόπηση – εξερευνά τα συναισθήματά της, ανασύρει στιγμές από τη ζωή τους και προσπαθεί να καταλάβει τι φέρνει έναν ξαφνικό θάνατο, ενώ παράλληλα περιγράφει την νοσηλεία της κόρης τους Κιντάνα, λίγα χρόνια πριν πεθάνει και εκείνη.

Το βιβλίο τιμήθηκε με το σημαντικό λογοτεχνικό βραβείο National Book Award το 2005. Κι ενώ η αξία του είναι πλέον αυταπόδεικτη, ας εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους αυτό το έργο έχει εξελιχθεί σε πραγματικό πολιτιστικό φαινόμενο.

Η ζούγκλα του πένθους

Η κατανόηση του θανάτου ενός αγαπημένου και η μετέπειτα διαδικασία πένθους μοιάζει με πορεία μέσα σε μια άγρια, τροπική ζούγκλα – γεμάτη παγίδες, απρόβλεπτους κινδύνους, εξάντληση και στιγμές που προχωράς μόνο με το ένστικτο της επιβίωσης, χωρίς να ξέρεις πότε ή αν θα τελειώσει. Κάποια στιγμή βρίσκεις την έξοδο, σημαδεμένος αλλά ζωντανός.

Κι εδώ ακριβώς είναι που η Ντίντιον μεγαλουργεί. Παρότι διασχίζει τη «ζούγκλα» του πένθους, η γραφή της δεν παρασύρεται από συναισθηματισμούς. Αντίθετα, διατηρεί μια νηφαλιότητα που κάνει ακόμη πιο ισχυρή την εξομολόγησή της. Με ύφος πιο δημοσιογραφικό, πιο κλινικό, επανέρχεται σε εκείνη την μοιραία νύχτα με το νυστέρι της ακρίβειας και διαμαρτύρεται ξανά και ξανά… η ζωή αλλάζει απότομα. Η ζωή αλλάζει στη στιγμή. Κάθεσαι να φας για βράδυ και η ζωή όπως την ξέρεις τελειώνει. Το ζήτημα της αυτολύπησης. Αναλύει τον πιο βασανιστικό χρόνο της ζωής της με αφοπλιστική ειλικρίνεια και η απόσταση που φαίνεται να την χωρίζει από τα καταστροφικά συμβάντα στα οποία είναι πρωταγωνίστρια, μας υπενθυμίζει ότι συνεχίζει να βιώνει το πένθος ακόμα κι όταν γράφει.

Η ζωή μπορεί να αλλάξει με την ταχύτητα που διαρκεί ένας καρδιακός παλμός. Κι όταν αυτός παύει να χτυπάει, ο Ώντεν και ο Ευριπίδης προσφέρουν επικήδειους θρήνους. Η Ντίντιον μας προσφέρει την ανάμνηση της ημέρας που αγόρασε το νυφικό μεταξωτό της φόρεμα στο Σαν Φρανσίσκο, την ίδια ακριβώς μέρα που δολοφονήθηκε ο Τζον Φ. Κένεντι. Μέσα στο βιβλίο, μας δίνει άπειρες τέτοιες εικόνες και ενώ σε πρώτη ανάγνωση, φαίνονται παράξενες επιλογές, η ουσία του βιβλίου έγκειται ακριβώς σε αυτές τις προσωπικές, καθημερινές ιστορίες που φυσικοποιούν τον πόνο και ελέγχουν την συντριβή.

Η μαγική γλώσσα

Στο βιβλίο, η λογική απορρίπτεται και λειτουργεί σαν μια μαγική πύλη από που θα περάσει η οικεία και παρηγορητική γλώσσα που θα επιτρέψει στην Ντίντιον να ξανασυναντηθεί με τον νεκρό σύζυγό της μέσα από τις ιστορίες της κοινής τους ζωής, εκείνες τις ιστορίες που την κάνουν και επιβιώνει. Η πένα της ακολουθεί το ρυθμό της υπαρξιακής της κρίσης και κουβαλάει το βάρος του αλάθητου των ιατρικών φακέλων, προσπαθώντας με τη γραμματική και τη σύνταξη να βάλει μια τάξη στο χάος του κόσμου.

Αρχίζει να διαβάζει τα πάντα γύρω από το πένθος. Κι εμείς, ως αναγνώστες, μαθαίνουμε τα πάντα μέσα από εκείνη. Η λίστα είναι μεγάλη: Φρόυντ, τα βιβλία του συζύγου της για τη νεκρή του κόρη, θρησκεία, πίστη, αντικείμενα του τεθνεώτος. Γι’ αυτό φυλάει ευλαβικά τα παπούτσια του εκλιπόντος συζύγου της, καθώς γίνονται η μεταφυσική που χρειάζεται εκείνος για να επιστρέψει. Την μεταφυσική που ο Κωστής Παπαγιώργης περιγράφει στο δοκίμιο του «Ζώντες και τεθνεώτες». Αφού κάθε πράγμα διασώζει κάτι από την παρουσία του χαμένου, ο ζωντανός έχει την ευλαβική ψευδαίσθηση ότι δια των αντικειμένων επαναφέρει κάτι από το αγαπημένο πρόσωπο.

Η διορατική ματιά της πάνω στα ανθρώπινα πεπραγμένα κάνει το βιβλίο μια αυθεντική εμπειρία για τον αναγνώστη και λειτουργεί ως οδηγός επιβίωσης για εκείνον τον δύσκολο πρώτο χρόνο μετά την απώλεια. Στη διάρκεια αυτού του πρώτου χρόνου, η Ντίντιον κινείται σαν αδέσποτη στον έξω κόσμο, αλλά μέσα της ανασκαλεύει αδιάκοπα τις χαρές του βιωμένου χρόνου. Στο τέλος της χρονιάς ο πόνος θα έχει κάπως ξεθυμάνει, όμως δεν θα έχει λησμονηθεί.

Η αφήγηση ως ίαση

Για την Ντίντιον ο πόνος ξεθυμαίνει με την μαγική ιδιότητα της εξιστόρησης. Διαλύει την μελαγχολία της γράφοντας στον υπολογιστή της. Εκθέτει τα ερείπια της μοιράζοντας τις προσωπικές της ιστορίες. Άλλοτε με καθημερινές ιστορίες και άλλοτε με στιγμές που συνέβησαν μόνο σε εκείνη, ανοίγει το παράθυρο της στους αναγνώστες της με διαύγεια και αλήθεια. Ενώ το σώμα αισθάνεται τον πόνο του θανάτου, ο εγκέφαλος προσπαθεί να τον αποκωδικοποιήσει και να τον θέσει στο σωστό πλαίσιο. Η Ντίντιον μας παρακινεί κάποια στιγμή, όταν θα έχει περάσει Η χρονιά της μαγικής σκέψης, να βυθίσουμε τους νεκρούς κάτω από το νερό, να τους αφήσουμε να γίνουν η φωτογραφία πάνω στο τραπέζι. 

Γράφει η Άννα Αγρέβη

Διαβάστε επίσης:

Τζόαν Ντίντιον – Η χρονιά της μαγικής σκέψης: Ένα γοητευτικό και εξομολογητικό βιβλίο ενδοσκόπησης