Κάθε νέα εποχή, κάθε νέα ιστορική περίοδος παρασέρνει στο διάβα της το παλιό και προκαλεί αναστάτωση σε αυτό που επελαύνει. Η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, έφερε το τέλος της μοναρχίας και της περίφημης τσαρικής παράδοσης ανοίγοντας τον δρόμο για κάτι ρηξικέλευθο και άκρως επαναστατικό, κάτι που, επί της αρχής, θα άλλαζε τις ζωές των ανθρώπων προς το καλύτερο. Το αν τελικά το καλύτερο ήρθε το έχει πει η ιστορία και η εξέλιξη των πραγμάτων διότι η ιστορία είναι αμείλικτη και ουδείς μπορεί να την αμφισβητήσει. Αν η βία και η καταπίεση είναι ικανές να προσδώσουν σε μια επανάσταση αυτό που δικαιούται στην νέα τάξη πραγμάτων είναι θέμα των ειδικών να το εξηγήσουν, όλα εξάλλου κρίνονται κατόπιν εορτής και αφού έχει επέλθει κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα. Τα γεγονότα μιας επανάστασης και κυρίως τα αποτελέσματά της μπορούν να ερμηνευτούν με ποικίλους τρόπους και ο ρόλος της λογοτεχνίας και των τεχνών γενικότερα είναι να εκφράσουν τη δική τους άποψη συμμετέχοντας σε μια εναλλακτική οπτική, μια οπτική ανεξάρτητη και ελεύθερη, αδέσμευτη από υποδείξεις και στεγανά. Ο Ολέσα λοιπόν με διαφορετική ματιά και προσέγγιση περιγράφει σε αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα το τέλος μιας καθεστηκυίας τάξης και την έλευση μιας νέας.

Στη δίνη μιας νέας εποχής που ανοίγεται, τι μέλλει να ισχύσει στο νέο κοινωνικό τοπίο ουδείς γνωρίζει

Στο εξαιρετικό επίμετρο της έκδοσης, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από την τοποθέτηση του Γιούρι Ολέσα το 1934 στο 1ο συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων: «Μου είναι δύσκολο να κατανοήσω τον τύπο του εργάτη, τον τύπο του ήρωα-επαναστάτη. Δεν μπορώ να είμαι αυτοί. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου, πέρα από την κατανόησή μου. Γι’ αυτό και δεν γράφω γι’ αυτό». Η σοβιετική προπαγάνδα της εποχής επέβαλλε ανοιχτά στους απανταχού δημιουργούς να εξυμνούν και να αναδεικνύουν τα κατορθώματα των επαναστατών, να περιγράφουν τα όσα επέτυχαν με κάθε δυνατό τρόπο και πολλές φορές χωρίς καμία αντικειμενικότητα. Ο Ολέσα γράφει ένα μυθιστόρημα εκτός πλαισίου, ένα σατιρικό και καυστικό κείμενο όπου ουσιαστικά αμφισβητεί τα όσα έχουν διαμορφωθεί κοινωνικά και ιστορικά και με σκωπτικό τρόπο παίρνει αποστάσεις από τα συμβάντα. Αυτό βέβαια που επιχειρεί είναι επισφαλές και επικίνδυνο σε μια εποχή όπου οι κατευθύνσεις από τα καθεστώτα, όπως άλλωστε και αργότερα με την ναζιστική προπαγάνδα, είναι σαφείς και δεν επιδέχονται παρεκκλίσεις. Δεν είναι ο μόνος που θα προβεί σε αυτή την καινοτόμο περιγραφή των πραγμάτων διαφοροποιούμενος απέναντι σε ό,τι επιβάλλει το σύστημα για αυτό και δεν θα γίνει αρεστός στους πολλούς.

Είναι άραγε πανάκεια η επανάσταση και λύνει τα προβλήματα που προϋπήρχαν; Δεν εμπίπτουν άρα συμφέροντα σε κάθε νέα μορφή που λαμβάνει το κοινωνικό γίγνεσθαι και ποιος τελικά καθίσταται χαμένος και ποιος κερδισμένος; Η Οκτωβριανή επανάσταση κατόρθωσε άραγε να μετουσιώσει τους αγώνες σε νέες κοινωνικές κατακτήσεις και απόκτηση πλούτου για τον απλό λαό ή ήταν τελικά ένα κενό γράμμα δίχως αντίκρυσμα ειδικά με την επέλαση του σταλινισμού που αφάνισε όλους τους πρωτεργάτες της επανάστασης; Είναι πολλά τα ερωτήματα και άλλες τόσες οι απαντήσεις που μπορούν να δοθούν και το κοινωνικοπολιτικό σκηνικό ενέχει αλήθειες και ψέματα. Κάπου λοιπόν μεταξύ πραγματικότητας και μύθου τοποθετείται και ο Ολέσα μέσα από ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί τη δική του ανάλυση μέσα όμως από την περιγραφή προσώπων της εποχής, τότε δηλαδή που όλα είναι ρευστά και άρα αμφισβητήσιμα. Τίποτα δεν μπορεί να λεχθεί με σιγουριά και ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι όφελος θα έχει όλη αυτή η νέα συγκυρία.

Τα μηνύματα είναι πολύπλευρα και αγγίζουν κάθε σπιθαμή κοινωνικής πραγματικότητας, οι άνθρωποι δεν άλλαξαν επειδή ήρθε μια επανάσταση, καθένας επιθυμεί να πάρει το μερίδιο της πίτας και όσο μεγαλύτερο θα λάβει τόσο πιο ικανοποιημένος θα είναι. Η απληστία παραμένει εκεί, το πάθος για εξουσία και δύναμη επίσης, οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι όμως όχι. Κεντρικές μορφές της αφήγησης το πρόσωπο που εκπροσωπεί την νέα τάξη πραγμάτων, ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ από τη μία πλευρά ενώ από την άλλη ο πιο ρομαντικός Καβαλέροφ. Ο Μπάμπιτσεφ παίρνει μέρος στις νέες αποφάσεις και αυτό είναι που ενοχλεί, τον ζηλεύουν για την νέα του θέση και τελικά ποιος είναι αυτός που έχει δίκιο. Και πάλι ερωτήματα: πού είναι όμως οι ιδέες του ανθρωπισμού, που βαδίζει ο άνθρωπος σε αυτή την νέα εποχή και πώς είναι δυνατόν να έχουμε πρόοδο όταν όλες οι ανθρώπινες αξίες καταπατώνται και περιθωριοποιούνται στο όνομα μιας νέας τεχνολογικής αντίληψης; Ο Μπάμπιτσεφ θα έχει λόγο στην νέα εποχή, μα τελικά είναι τα χέρια εξουσίας που θα αλλάξουν ή οι νοοτροπίες και η προσήλωση σε μια νέα προσπάθεια που θα φέρει ισότητα, δικαιοσύνη και αδελφότητα, όπως ήταν το σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης; Μήπως όμως και εκείνη η επανάσταση δεν είχε τις μαύρες σελίδες της μιας και ήταν καμωμένη από ανθρώπους;

Μέσα σε αυτό νέο κλίμα λοιπόν, όλα είναι υπό αίρεση, το νέο πλαίσιο δέχεται επίθεση ενώ το παλιό και φθαρμένο έχει πια χαθεί. Μια σύγχυση επικρατεί και αυτό αποπνέει ο Ολέσα μέσα από το μυθιστόρημα, ένα τεράστιο ερωτηματικό πλανάται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Τι άραγε να πρωτοπιστέψουν και τι μέλλει γενέσθαι; Ο ίδιος ο Ολέσα καταθέτει με πνεύμα σατιρικό όλο αυτό το κλίμα σύγκρουσης: «…αποδείχτηκε πως είσαστε απλώς ένας αξιωματούχος, αδαής και ανόητος, όπως όλοι οι αξιωματούχοι που υπήρξαν πριν από σας και θα υπάρξουν μετά από σας. Και, όπως όλοι οι αξιωματούχοι, είσαστε ένας δεσποτικός τύραννος. Μόνο ο δεσποτισμός σας μπορεί να εξηγήσει τον τυφώνα που σηκώσατε γύρω από ένα κομμάτι μέτριο σαλάμι ή το γεγονός ότι φέρατε στο σπίτι σας έναν άγνωστο νεαρό από το δρόμο». Οι μεν επιτίθενται στους δε, το μίσος είναι έκδηλο για αυτούς που τώρα πήραν τα ηνία και εκείνοι που δεν είναι ευχαριστημένοι ονειρεύονται νέες επαναστάσεις. Και τελικά «στην πραγματικότητα, κανείς από τους χαρακτήρες δεν κερδίζει την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστης, καθώς το κείμενο, εναλλάσσοντας αφηγηματικούς τρόπους, χτίζεται πάνω στην αμφισημία». Είναι δίχως αμφιβολία ένα αινιγματικό κείμενο με πολλούς αποδέκτες αλλά και με πολλούς υπαινιγμούς για τα κακώς κείμενα της ανθρώπινης φύσης, ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει πως ο άνθρωπος ποτέ δεν πρόκειται να βγει από τα αδιέξοδα των αδυναμιών του που συνεχώς τον κατατρέχουν.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ζήλια»:

« {…} -Σύντροφοι! Θέλουν να σας πάρουν τη βασικότερη ιδιοκτησία σας: την εστία του σπιτιού σας. Τα άλογα της επανάστασης που αντηχούν στις πίσω σκάλες, συνθλίβοντας τα παιδιά και τις γάτες μας, σπάζοντας τα αγαπημένα μας πλακάκια και τούβλα, θα εισβάλουν στις κουζίνες σας {…}»

Διαβάστε επίσης:

Γιούρι Ολέσα – Ζήλια: Ένα σαρκαστικό σοβιετικό λογοτεχνικό βιβλίο