Η «Αγγελία Θανάτου» είναι ένα πεζό κείμενο του Heiner Müller. Οι πρώτες σελίδες εστιάζονται, μέσα σε ένα ρεαλιστικό αφηγηματικό πλαίσιο, στις επαναλαμβανόμενες απόπειρες αυτοκτονίας της ποιήτριας Inge Müller — συζύγου του συγγραφέα — που τελικά έθεσε τέρμα στη ζωή της το 1966. Στο συγκεκριμένο έργο η παρουσία της διαγράφεται ως φευγαλέα σκιά στο βίο του Müller.
Στη συνέχεια, το κείμενο απομακρύνεται από τον ρεαλισμό και μεταπηδά σε έναν εξωλογικό, ονειρικό και φαντασιακό κόσμο. Η αφήγηση γίνεται αποσπασματική, με αιφνίδιες μετατοπίσεις τόπου και χρόνου, σαν αναλαμπές μνήμης που διακόπτονται και επανέρχονται.
Η παράσταση βασίζεται στη συνύπαρξη δύο ηθοποιών: ενός Άγγλου, που ερμηνεύει το κείμενο στα αγγλικά, και ενός Έλληνα, που το ερμηνεύει στα ελληνικά. Οι δύο παρουσίες, που ταυτόχρονα λειτουργούν ως ένα ενιαίο σκηνικό σώμα, βρίσκονται σε διαρκή σχέση σύνδεσης και αλληλεπίδρασης. Μέσα από δύο παράλληλους κόσμους — δύο γλώσσες, δύο εκφραστικά μέσα — συνυπάρχουν δύο παράλληλες θεατρικές δράσεις ως μία χορογραφία ταυτότητας και ετερότητας μαζί.
Στη σκηνή διαμορφώνονται εσωτερικά τοπία φτιαγμένα από φωτοσκιάσεις αισθήσεων και συνειρμών· ένα κολάζ μνήμης και φαντασίας, χρονικά άλματα, αποσπασματικότητα και ρήγματα στη ροή, που αναδεικνύονται χάρη στο συντονισμό και την ευρηματικότητα των συντελεστών.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Αυτό που με τράβηξε αρχικά στην «Αγγελία Θανάτου» του Heiner Muller δεν ήταν το κείμενο ως έργο, αλλά ως ρωγμή, ως οιονεί πύλη προς μια προσωπική διερώτηση γύρω από τη μνήμη, την απουσία, την ενοχή, την επιθυμία για «λύτρωση».
Στην πορεία, η ατομική διερώτηση μετατοπίστηκε. Η διαδικασία των προβών, η παρουσία των δύο ηθοποιών με τις δικές τους γλώσσες, τα δικά τους σώματα, τις δικές τους χρονικότητες, έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη να αρθρωθεί ένας χώρος συλλογικός, όπου το προσωπικό τραύμα διαπλέκεται με το συλλογικό ασυνείδητο· όπου η εμπειρία του ενός γίνεται καθρέφτης για τον άλλον· όπου το θέατρο δεν είναι μόνον τόπος αφήγησης, αλλά κυρίως τόπος συνάντησης.
Η σκηνοθετική μου προσέγγιση βασίστηκε στην ιδέα της παράλληλης ύπαρξης. Οι δύο ερμηνευτές – ο ένας στην ελληνική, ο άλλος στην αγγλική γλώσσα – λειτουργούν ως δύο διακριτές, αλλά αλληλένδετες παρουσίες. Κατοικούν τον ίδιο χώρο διαφορετικά. Άλλοτε συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται, άλλοτε τέμνονται σιωπηλά και άλλοτε ακουμπούν έμμεσα ο ένας τον άλλον – σαν να διαισθάνονται την ύπαρξη του «άλλου» χωρίς να την κατονομάζουν. Οι φωνές, οι σιωπές, τα σώματα, οι κινήσεις, τα βλέμματα, όλα λειτουργούν ως ίχνη διαλόγου.
Η σύνθεση της παράστασης στηρίχθηκε σε μικρές δομές, κινησιολογικά σκορ, εικόνες και παύσεις. Ό,τι προέκυψε, γεννήθηκε μέσα από την αλληλεπίδραση και τη ρευστότητα τόπου και χρόνου, όχι από τη βεβαιότητα. Με ενδιέφερε να χτίσουμε ένα πεδίο όπου η ταυτότητα και η ετερότητα συνυπάρχουν – όχι για να συμφιλιωθούν, αλλά για να διατηρήσουν την έντασή τους. Ένα πεδίο όπου ο μικρόκοσμος του ατομικού βιώματος μπορεί να αγγίξει το μακρόκοσμο του θεατή. Μέσα από το «μαζί» – έστω και χωρίς απάντηση.
Ο Heiner Müller (1929–1995), θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, διανοητής και σκηνοθέτης, μια από τις σημαντικότερες μορφές του γερμανικού και ευρωπαϊκού θεάτρου του 20ού αιώνα, μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο δικτατορίες – το ναζιστικό καθεστώς και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας – γεγονός που σημάδεψε βαθιά τόσο τη ζωή όσο και το έργο του. Γεννημένος στο Έππεντορφ της Σαξονίας, είδε τον σοσιαλδημοκράτη πατέρα του να συλλαμβάνεται από τούς Ναζί, ενώ ο ίδιος εξαναγκάστηκε να στρατολογηθεί τις τελευταίες εβδομάδες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η προσωπική του διαδρομή αντανακλά σχεδόν παραδειγματικά την πορεία της μεταπολεμικής Γερμανίας: από το τραυματικό τέλος του πολέμου στη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση και έως τη στιγμή που ολόκληρο το πολιτικό και πολιτισμικό οικοδόμημα της ΛΔΓ φτάνει στο τέλος του-στο ιστορικό «σημείο μηδέν» του 1989.
Ο Müller συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες φωνές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, έχοντας συγκριθεί με τον Κάφκα, τον Μπρέχτ και τον Μπέκετ. Έχει χαρακτηριστεί «Μπέκετ της Ανατολικής Γερμανίας» και «ο σημαντικότερος διάδοχος του Μπρέχτ», ενώ η επιρροή του στο σύγχρονο και μεταμοντέρνο θέατρο, ιδίως στο μεταδραματικό, παραμένει καθοριστική.
Υπήρξε διευθυντής του Berliner Ensemble και της Akademie der Künste του Βερολίνου. Συνεργάστηκε με μεγάλους δημιουργούς όπως ο Ρόμπερτ Ουίλσον και ο Γιάννης Κουνέλλης και τιμήθηκε με πλήθος βραβείων. Παρ’ όλη τη διεθνή αναγνώριση, στη ΛΔΓ αντιμετώπισε σφοδρή κριτική για τον «ιστορικό πεσιμισμό» του, γεγονός που οδήγησε σε επανειλημμένες απαγορεύσεις των έργων του, έτσι, οι θεατρικές του παραστάσεις παρουσιάζονταν κυρίως στη Δύση.
Το έργο/γραφή του χαρακτηρίζεται από αποσπασματική δομή, πυκνό και συχνά αδιαφανές ποιητικό ύφος, καθώς και από ένα στοχασμό γύρω από τη βία, την ιστορία, τον πόλεμο, την επανάσταση και τις πολιτικές διαψεύσεις του 20ού αιώνα. Ο Müller απορρίπτει τα εύκολα νοήματα και επιδιώκει τη δημιουργία ερωτημάτων αντί απαντήσεων, σε απόλυτη συνάφεια με τη ρήση του Walter Benjamin ότι «το σημαντικό ποίημα έχει λίγα να πει σε όποιον νομίζει πως το καταλαβαίνει αμέσως».
Κεντρική ιδέα στο έργο του είναι ότι «η τέχνη ριζώνει στην επικοινωνία με τους νεκρούς» -όχι μόνο με όσους έζησαν και χάθηκαν, αλλά και με τα ενταφιασμένα ιστορικά τραύματα και τις πολιτισμικές παρακαταθήκες. Η τέχνη, για τον Müller, αποτελεί συνέχεια μιας μνήμης που επιβιώνει: «Χωρίς παρελθόν, κανένα μέλλον».
Το 1966, η αυτοκτονία της πρώτης συζύγου του, της συγγραφέως Inge Müller, με γκάζι στο σπίτι τους, σημάδεψε ανεξίτηλα την προσωπική και καλλιτεχνική του πορεία. Στην «Αγγελία Θανάτου» (Todesanzeige), ένα πεζό του κείμενο, η προσωπική οδύνη μετατρέπεται σε συλλογικό στοχασμό πάνω στη μνήμη, την απώλεια και την ιστορία, συνδέοντας το ιδιωτικό τραύμα με το συλλογικό, με τον ευρύτερο πολιτικό και υπαρξιακό αναστοχασμό.
Διαβάστε επίσης:
Αγγελία Θανάτου, του Χάινερ Μύλλερ σε σκηνοθεσία Ευφροσύνης Μαστρόκαλου στο Τζάμια Κρύσταλλα