Ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος

Ο Ιερώνυμος Μπος ήταν Ολλανδός ζωγράφος που έζησε την περίοδο του μεσαίωνα. Στην εποχή του θεωρήθηκε ένας «επινοητής τεράτων και χιμαιρικών οπτασιών» ενώ περίπου στα 1600, ο ιστορικός τέχνης Κάρελ φαν Μάντερ χαρακτήρισε τους πίνακες του Μπος ως «θαυμαστές και παράξενες φαντασιώσεις, συχνά ανατριχιαστικές«. Στον 20ό αιώνα, αρκετοί μελετητές του έργου του Μπος απέδωσαν ένα βαθύτερο νόημα στη ζωγραφική του και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τις καταβολές της. Έχει χαρακτηριστεί ως ένας υπερρεαλιστής του 15ου αιώνα ενώ για άλλους, το έργο του αντανακλά απόκρυφες πρακτικές του μεσαιωνικού κόσμου όπως η αλχημεία ή η μαγεία.

Ένα από τα δημοφιλέστερα και σημαντικότερα έργα του είναι ο Κήπος των Επίγειων Απολαύσεων, έργο που θεωρείται γενικά ως το σχόλιο του Μπος πάνω στο θέμα του θανάσιμου αμαρτήματος της λαγνείας. Στο αριστερό φύλλο του τρίπτυχου απεικονίζεται ο Αδάμ και η Εύα στον κήπο της Εδέμ, στο μεσαίο φύλλο κυριαρχεί το θέμα των σαρκικών απολαύσεων ενώ στο δεξί φύλλο δεσπόζει η απεικόνιση της Κόλασης.

Τριαντάφυλλα του Πέτερ Σεβερίν Κρέιερ

Ο Πέτερ Σεβερίν Κρέιερ, πιο γνωστός ως Π. Σ. Κρέιερ, ήταν Δανός ζωγράφος. Είναι από τους πιο γνωστούς ζωγράφους της ομάδας «Αποικία του Σκάγκεν«, που ήταν μία κοινότητα που αποτελούνταν από Δανούς και Σκανδιναβούς ζωγράφους, που μαζευόντουσαν ή δούλευαν στην πόλη Σκάγκεν της Δανίας, κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ο Κρέιερ ήταν ο ανεπίσημος αρχηγός της ομάδας.

Το 1888 στο Παρίσι συνάντησε την Μαρί Μάρθε Ματίλντε Τρίπκε, την οποίο είχε γνωρίσει στην Κοπεγχάγη. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν στις 23 Ιουλίου του 1889 στο σπίτι των γονέων της στη Γερμανία. Η Μαρί Κρέιερ, η οποία ήταν επίσης ζωγράφος, συνδέθηκε με την «κοινότητα Σκάγκεν», και μετά το γάμο τους ο Κρέιερ την απεικόνιζε συχνά στους πίνακες του, όπως και στο έργο «Τριαντάφυλλα». Απέκτησαν μαζί μια κόρη, την Βίμπεκε, που γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1895. Χώρισαν το 1905.

Ο κήπος του καλλιτέχνη στο Giverny του Κλωντ Μονέ

Ο Κλωντ Μονέ γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 14 Νοεμβρίου του 1840. Το 1845, η οικογένειά του μετακόμισε στη Χάβρη, που αποτελούσε σημαντικό λιμάνι στις όχθες του Σηκουάνα. Το 1858 γνωρίστηκε με τον Εζέν Μπουντέν, ο οποίος αποτέλεσε έναν από τους πρώτους δασκάλους του Μονέ και τον ενθάρρυνε να ζωγραφίσει την ύπαιθρο, σύνηθες θέμα για ζωγράφους εκείνης της περιόδου. Τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου συνέχισε τις σπουδές του στην Ελβετική Ακαδημία και ήρθε σε επαφή με έργα σημαντικών ζωγράφων επισκεπτόμενος το Μουσείο του Λούβρου. Συνδέθηκε φιλικά και με τους Ρενουάρ, Μπαζίλ και Άλφρεντ Σίσλευ. Πέρα από τη φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, μοιράζονταν κοινές ιδέες για τη ζωγραφική, οι οποίες αργότερα θα μετουσιώνονταν στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού.

Τον Απρίλιο του 1883 μετακόμισε στο Ζιβερνύ (Giverny), ένα χωριό στον ποταμό Επτ, μόλις 65 χλμ μακριά από τη πρωτεύουσα. Εκεί έζησε με την Αλίς Οσεντέ, ερωμένη του από πολλά χρόνια πριν, με την οποία παντρεύτηκαν το 1891. Το σπίτι του Μονέ στο Ζιβερνύ ενέπνευσε πολλούς πίνακες του. Ένας από αυτούς τους πίνακες είναι και το έργο «Ο κήπος του καλλιτέχνη στο Giverny «. Ο Μονέ ερωτεύτηκε τα νούφαρα που ξεπρόβαλαν από τις λίμνες και τις κλαίουσες ιτιές με τα μακριά κρεμάμενα κλαδιά που κυμάτιζαν από τον άνεμο. Όλα αυτά του πρόσφεραν ένα πανέμορφο και πρωτότυπο σκηνικό για την τέχνη του. Από αυτήν την πλούσια βλάστηση που τον περιέβαλλε, ο Μονέ αντλούσε έμπνευση για τους πίνακες του μέχρι τον θάνατο του, τον Δεκέμβριο του 1926.

Ανάμνηση από τον κήπο στο Etten (Κυρίες της Αρλ) του Βίνσεντ βαν Γκογκ

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ ήταν Ολλανδός ζωγράφος. Εν ζωή, το έργο του δεν σημείωσε επιτυχία ούτε ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Ωστόσο, μετά το θάνατό του, η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Η επίδρασή του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική.

Το έργο «Ανάμνηση από τον κήπο στο Etten (Κυρίες της Αρλ)» απεικονίζει τον κήπο του σπιτιού του πατέρα του στο Etten. Το 1875 ο πατέρας του Βίνσεντ είχε πάει εκεί ως πάστορας. Ο ζωγράφος πέρασε εκεί διάφορες χρονικές περιόδους της ζωής του. Η πιο σημαντική περίοδος ήταν από το Πάσχα έως τα Χριστούγεννα του 1881 όταν και επέστρεψε για να αναθερμάνει τις σχέσεις του με τον αδερφό του, Τεό. Ο Τεό ήταν έμπορος τέχνης και ο βαν Γκογκ αποφασισμένος πλέον να γίνει καλλιτέχνης, αποσκοπούσε στη βοήθεια του. Αυτή η περίοδος στο Etten σηματοδοτεί την αρχή της καριέρας του Βίνσεντ ως ζωγράφου.

Κήπος με λουλούδια του Τζον Κόνσταμπλ

Ο Τζον Κόνσταμπλ ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους τοπιογράφους. Διακρίθηκε επίσης στην προσωπογραφία. Έφθασε στην ακμή του μετά τα σαράντα του και αναγνωρίστηκε στην Αγγλία, αφού πρώτα είχε αναγνωριστεί στη Γαλλία, στο Σαλόν του Παρισιού. Ήταν υπέρμαχος του ρομαντισμού και ευαίσθητος χαρακτήρας. Η τέχνη του μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των Ντελακρουά και Ζερικό, ενώ επηρέασε όλους τους μετέπειτα ζωγράφους του Μπαρμπιζόν κι ακόμα και τους ιμπρεσιονιστές. Ήταν ο δευτερότοκος γιος του Γκόλντινγκ Κόνσταμπλ, ενός πλούσιου εμπόρου καλαμποκιού και αλεύρων, και της Ανν Γουάτς.

Στον πίνακα «Κήπος με λουλούδια» ζωγράφισε τη θέα από τον ανθισμένο κήπο του πατέρα του στο εξοχικό του στο Σάφολκ. Ο πίνακας απεικονίζει τον αρχέτυπο αγγλικό εξοχικό κήπο και αποτελεί μια ωδή στην ομορφιά της πατρίδας του. Κάποτε είχε γράψει: «Πρέπει να ζωγραφίζω καλύτερα τα δικά μου μέρη». Με μια πραγματική στοργή και λατρεία για το σπίτι του, ζωγράφισε το φως που «λούζει» τα χωράφια και τη λαμπρότητα του ουρανού, με σκοπό να απεικονίσει τη μαγεία της αγγλικής υπαίθρου. Ο θεατής γεμίζει με ηρεμία και γαλήνη που μπορεί να προσφέρει μόνο ένας εξοχικός κήπος.