Ακολουθεί μία σειρά από ενδεικτικές επιλογές:
1. Η Δημοκρατία ως Καλλιτεχνικό Ορμητήριο και Καταφύγιο
Η Εθνική Πινακοθήκη, κάτω από την μπαγκέτα της νέας της διεύθυνσης, παρουσίασε μεταξύ άλλων δύο εκθέσεις-σταθμούς που συνομιλούν με το σήμερα.
Με ιστορικό έναυσμα τη συμπλήρωση μισού αιώνα από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, η Εθνική Πινακοθήκη υπό την επιμέλεια της Συραγούς Τσιάρα παρουσίασε τη «Δημοκρατία». Η έκθεση, που συνεχίστηκε ως τον Φλεβάρη του 2025, δεν υπήρξε απλώς μια αναδρομή στα πενήντα χρόνια από τη Μεταπολίτευση—αποτέλεσε μια τολμηρή συνομιλία ανάμεσα στο τραύμα και την ελπίδα, τη βία και τη χειραφέτηση. Με 140 έργα από 55 καλλιτέχνες από Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία, η έκθεση χαρτογράφησε τις παράλληλες μεταβάσεις τριών Νοτιοευρωπαϊκών χωρών από τον αυταρχισμό στη δημοκρατία κατά τις δεκαετίες 1960-70. Από τη Βάσω Κατράκη, και τον κριτικό ρεαλισμό του «Ζωστήρα», 1969, και των «Γαρυφάλλων», 1969, του Βλάση Κανιάρη, μέχρι τις performances των Λήδα Παπακωνσταντίνου, Μαρία Καραβέλα, και τις αφίσες διαμαρτυρίας του Γιάννη Χαΐνη, τα έργα αποκαλύπτουν πώς η τέχνη δεν παρατηρούσε απλώς τις εξεγέρσεις, τις ενσάρκωνε.
Η επιμέλεια συνδυάζει ιστορική τεκμηρίωση και καλλιτεχνική μαρτυρία, με επίκεντρο τη Μνήμη ως Αντίσταση. Μέσα από τις θεματικές «Το Πρόσωπο του Εχθρού», «Αντίσταση», «Εξέγερση», «Διέγερση» (φόρος τιμής στη γυναικεία χειραφέτηση), συντελείται μία έρευνα επάνω στην καλλιτεχνική δραστηριότητα της εποχής, τη συγκρότηση καλλιτεχνικών συλλογικοτήτων, την άνθιση της γραφιστικής διαμαρτυρίας μέσα από φανζίν (όπως το πρώτο ΑΝΤΙ του 5/1972) και αφίσες, και η χρήση του σώματος ως εργαλείο κατάκτησης της Δημοκρατίας. Έργα, σπάνια ιδωμένα πια σε θεσμικούς χώρους, όπως το ματωμένο «Άπειρο-Μαδρίτη», 1969, του Δημήτρη Περδικίδη, ή οι ένοπλοι «Αρχάγγελοι με τα Πολυβόλα-Στη Μνήμη του Τσε Γκεβάρα», 1968, τα «Παιδιά της Ασφάλτου», 1974, και «Το Μαρτύριο και Ο Θάνατος της Ηλέκτρας Αποστόλου», 1967, του Τάσσου, συνομιλούν με πρόσωπα σταθμούς της απολυταρχίας όπως τα «4 Πορτρέτα», 1968, και οι «Σωτήρες», 1972, του Γιάννη Ψυχοπαίδη που μαζί με τον «Δικτάτορα», 1972, της Κλεοπάτρας Δίγκα, την «21η Απριλίου 1967», 1968, του Δημοσθένη Κοκκινίδη, το «Βιετνάμ» της Βάσως Κυριάκη, 1968, τον «ΤΣΕ», 1970, του Κυριάκου Κατζουράκη, και τον «Καταδότη», 1974, του Γιώργου Ιωάννου, στέλνοντας ανατριχιασμούς στην σπονδυλική στήλη, ενώ εντυπωσιάζει το γεγονός ότι οι καλλιτέχνες της εποχής διακατείχοντο από μία συγκινητική αφοβία μπροστά στην πιθανότητα καταστολής και τιμωρίας, καθώς τραβούσαν μπροστά αγέρωχοι, από το μετερίζι της τέχνης.
ΜΗΝ ΧΑΣΕΙΣ!
Στη σύγχρονη εποχή, όταν δίπλα μας εξελίσσονται εγκλήματα χωρίς να βρίσκεται ποτέ κανείς υπόλογος για αυτά, την εποχή της συλλογικής απογοήτευσης και παραίτησης, η «Δημοκρατία» λειτουργεί ως καθρέφτης: μας υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν αποτελεί μονάχα ευκαιρία επετείου ούτε εφάπαξ κατάκτηση, αλλά κάλεσμα σε διαρκή επαγρύπνηση και δικαιωματική διεκδίκηση, ιδεώδη που ενσαρκώνονται στο φωτεινό πρόσωπο του «Νίκου Μπελογιάννη», 1967, από τον Δημοσθένη Σκουλάκη, μα και στο δυστοπικό «Άτιτλο», 1973, με την προσαγωγή του ανώνυμου διαδηλωτή, στην τέμπερα του Γιάννη Βαλαβανίδη.

2. Η Διαχρονική Ματιά του Goya
Η σειρά των 80 χαρακτικών του Francisco Goya «Los Caprichos» που εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη έως τον Απρίλιο, αγοράστηκε το 1962 σε δημοπρασία της Ελβετίας, με την εμπνευσμένη κίνηση του τότε οραματικού διευθυντή Μαρίνου Καλλιγά, ο οποίος κατάφερε να αποκτήσει για την Πινακοθήκη τρεις ακόμα διάσημες σειρές, τις «Ταυρομαχία», «Τα Δεινά του Πολέμου», «Παραλογισμοί».
Τα περίφημα μυστηριώδη χαρακτικά δημοσιεύτηκαν το 1799 όσο ήταν εν ζωή ο επίσημος ζωγράφος της Ισπανικής Αυλής, ως μια υπαινικτικά επαναστατική καλλιτεχνική κατάθεση ψυχής, κριτικάροντας με υποδόριο τρόπο, λόγω των διώξεων της Ιεράς Εξέτασης, τις αδικίες, την εκμετάλλευση, τη διαφθορά, τη μισαλλοδοξία, τη ματαιοδοξία του ανθρώπινου είδους. Η επιμελητική πρακτική που ακολούθησε η Κατερίνα Ταβαντζή στην τρίτη μεγάλη έκθεση των χαρακτικών από την Πινακοθήκη μετά το 1971 (Μ. Καλλιγάς) και το 2008 (Μ. Κασιμάτη), αν και δυσκολεύεται να εξελιχθεί στον περιορισμένο χώρο του υπογείου, έχει το ενδιαφέρον ότι κάτω από τα πρωτότυπα έργα, που παρουσιάζονται σε χωρισμένες από την ίδια ενότητες, υπάρχουν φωτογραφίες από τα προπαρασκευαστικά σχέδια που διασώζονται στο Μουσείο του Prado, καθιστώντας ακόμα πιο εμφανή την εξέλιξη της σειράς και τις τελικές επιλογές του καλλιτέχνη. Θα ήταν ευχής έργον να παρουσιάζονταν βέβαια τα πρωτότυπα σχέδια, αν μπορούσε η Πινακοθήκη να τα είχε δανειστεί από το Ισπανικό ίδρυμα.
Στα καταγγελτικά «καπρίτσια» του ο Γκόγια χαράζει την αλήθεια της εποχής με οξύ, νερό και μαύρη μελάνη. Τα Caprichos του δεν είναι απλώς εικόνες—είναι πληγές στην επιδερμίδα της κοινωνικής υποκρισίας, καθρέφτες που στρέφονται προς τα μέσα, αποκαλύπτοντας τα τέρατα που κατοικούν όχι στα παραμύθια, αλλά στις σάλες, στις εκκλησίες, στα κρεβάτια της εξουσίας. Και καθώς νυχτερίδες και κουκουβάγιες πετούν πάνω από την κοιμισμένη λογική, ο Γκόγια τραβάει τις μάσκες της αξιοπρέπειας, αποκαλύπτοντας τα γκροτέσκα πρόσωπα εκείνων που τις φορούν. Ο Γκόγια χορογραφεί το σκοτάδι της ψυχής με διαύγεια πνεύματος. Στα ογδόντα φύλλα από ακουατίντες και οξυγραφίες, η σάτιρα γίνεται σάρκα, και η σάρκα γίνεται εφιάλτης. Μαγικά όντα καβαλούν σκούπες, γάιδαροι διδάσκουν ξεμωραμένους άντρες, γυναίκες μεταμορφώνονται σε άρπυιες της επιθυμίας και της μοναξιάς. Κάθε εικόνα είναι ένα καπρίτσιο—μια ιδιοτροπία, ένα όνειρο, μια φαντασίωση που αποκαλύπτει περισσότερη αλήθεια από οποιοδήποτε πορτρέτο.
Στο κιαροσκούρο των χαλκογραφιών του βλέπουμε τον 18ο αιώνα να κοιτάζει τον εαυτό του και να ανατριχιάζει—αλλά και εμάς, αιώνες αργότερα, να αναγνωρίζουμε τα ίδια φαντάσματα στα δικά μας καθρεφτίσματα. Τα οποία έγιναν πικρώς εμφανή στις αντιδράσεις που ξεσήκωσε η ομαδική έκθεση 10 σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών, «Η Σαγήνη του Αλλόκοτου», η οποία πλαισίωνε τα χαρακτικά του Γκόγια, καταδεικνύοντας εντέλει ότι η υποκρισία και ο σκοταδισμός που καταγγέλλει ο Γκόγια το 1798 καλά κρατεί το 2025.

3. Είμαστε η Φύση – Emma Talbot
Από το δυναμικά συνεχιζόμενο πρόγραμμα του ΕΜΣΤ, επιλέξαμε την in situ εγκατάσταση «Human/Nature» της Emma Talbot, που αποτελεί ανάθεση για την έκθεση «Γιατί να Κοιτάμε τα Ζώα; Δικαιοσύνη για τη μη-ανθρώπινη ζωή», σε επιμέλεια Κατερίνας Γρέγου, έως τις 15 Φεβρουαρίου. Η εγκατάσταση στο σύνολο της επιδιώκει την εξερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στο ανθρώπινο και το φυσικό, μετατρέποντας τον εκθεσιακό χώρο σε ένα περιβάλλον όπου τα όρια μεταξύ ζωγραφικής, υφαντικής και γλυπτικής εμπλέκονται ποιητικά. Η Talbot χρησιμοποιεί την υφασμάτινη επιφάνεια ως καμβά για να αναπτύξει αφηγήσεις που αγγίζουν θέματα οικολογικής κρίσης, έμφυλης ταυτότητας και της θέσης του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο. Στα έργα της, που αποτελούνται κυρίως από μεγάλες κρεμαστές υφασμάτινες συνθέσεις, τοιχογραφίες και γλυπτά, εμφανίζονται ονειρικά συμβολικά τοπία. Οι θηλυκές φιγούρες της – συχνά γυναικείες – αιωρούνται σε ένα διαρκές παρόν όπου το οργανικό συνυπάρχει με το φανταστικό και το ιδιωτικό με το συλλογικό.
Αυτό που ξεχωρίζει στην εγκατάσταση είναι ο τρόπος με τον οποίο η καλλιτέχνιδα αντιμετωπίζει την ανοιχτή αρχιτεκτονική του χώρου. Η υπερμεγέθης εγκατάσταση από μεταξωτό ύφασμα εμπλέκει τους θεατές μέσα της, με μια αίσθηση ρευστότητας που αμφισβητεί την παραδοσιακή σταθερότητα του μουσειακού κελύφους. Η χρήση του υφάσματος δεν είναι τυχαία – φέρνει στο προσκήνιο την ιστορία των γυναικείων τεχνών και ταυτόχρονα προσφέρει μια αίσθηση οικειότητας και τρωτότητας. Η χρωματική παλέτα της Talbot, με τα απαλά πράσινα, μπλε και ροζ, συνδυάζεται με πιο έντονες αποχρώσεις που υπογραμμίζουν στιγμές στάσης ή συναισθηματικής έντασης. Οι αφηγήσεις που αναδύονται, μέσα και από τα tondo που φέρουν γραφές όπως “το σύμπαν δεν είναι ανθρώπινο πρότζεκτ” είναι ταυτόχρονα προσωπικές και καθολικές, αγγίζοντας την εμπειρία του σώματος, της φύσης σε κρίση, και της αναζήτησης ισορροπίας σε έναν κόσμο που συχνά φαίνεται να την έχει χάσει.
Η «Human/Nature» καλεί τον θεατή να επιβραδύνει, να περιπλανηθεί ανάμεσα στις υφασμάτινες επιφάνειες και στις ποιητικές καλλιγραφίες τους, και να αναστοχαστεί πάνω στη έκκεντρη θέση του ανθρώπου στο σύμπαν, ιδέα που πραγματεύεται και η ταινία κινουμένων σχεδίων «You are Not the Center (Inside the Animal Mind)» ακολουθώντας τον αισθητηριακό κόσμο των ζώων. Είναι μια έκθεση που μιλά για το παρόν με τρυφερότητα αλλά και επιτακτικότητα, υπενθυμίζοντας ότι η σχέση μας με τη φύση είναι επικίνδυνα εύθραυστη, όπως φαίνεται να αφηγείται η σκοτεινή όψη μίας στιβαρής τοτεμικής θεότητας στο τρισδιάστατο περίοπτο γλυπτό, μα και τόσο ζωτικής σημασίας ώστε να μην ξεχνάμε ότι είμαστε κομμάτι της.

4. Αφθονία της Ύλης και Επανάσταση της Φόρμας – Niki de Saint Phalle
Μία έκθεση της Niki de Saint Phalle αποτελεί πάντα μία ευκαιρία για γιορτή. Η μικρή αλλά περιεκτική αναδρομική έκθεση «Από τις Σκοποβολές στην Ελευθερία» στο MOMus-Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, έως τις 24/5/2026 είναι η πρώτη της συλλογής του Μουσείου επί ελληνικού εδάφους. Το έργο της Niki de Saint Phalle αντιπροσωπεύει μία ανατρεπτική κατάφαση στη ζωή στη μεταπολεμική τέχνη, μια διαρκή εξέγερση ενάντια στους πατριαρχικούς περιορισμούς που μετετράπηκε σε μνημείο γυναικείας δύναμης και ευχαρίστησης. Από τους «πίνακες με πυροβολισμούς» των αρχών της δεκαετίας του 1960, όπου μαζί με τους θεατές πυροβολούσε με τουφέκια το χρώμα στα assemblages της για να δημιουργήσει εκρηκτικές αφηρημένες συνθέσεις, μέχρι τις εμβληματικές «Nanas»—τις καμπυλόμορφες, λαμπερά χρωματισμένες γυναικείες φιγούρες που μοιάζουν να χορεύουν με ανεμπόδιστη, διονυσιακή χαρά—η de Saint Phalle μετέτρεψε το προσωπικό τραύμα σε έργα ριζοσπαστικής επιβεβαίωσης και επιβίωσης.
Η τέχνη της λειτουργεί ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα: διακοσμητική αλλά πολιτικά φορτισμένη, παιχνιδιάρικη αλλά με τη βία να υποβόσκει, εκλεπτυσμένη αλλά σεξουαλικά απελευθερωμένη. Οι «Nanas», που εμφανίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ανακτούν το γυναικείο σώμα από το ανδρικό βλέμμα, παρουσιάζοντας τις γυναίκες ως ισχυρά, αυτόνομα όντα των οποίων οι γενναιόδωρες αναλογίες εορτάζουν μια αρχέγονη γονιμότητα παρά αντικειμενοποιούν τη θηλυκότητα. Αυτές οι μνημειώδεις φιγούρες, εν’ αντιθέσει με τη λατρεία του ελάχιστου της εποχής, αγκαλιάζουν απενοχοποιημένα την μπαρόκ αφθονία και τις παραδόσεις της λαϊκής τέχνης μέσα από τις πλούσιες μωσαϊκές υφές τους.
Τα αρχιτεκτονικά έργα της de Saint Phalle, ιδιαίτερα η «HON» (Αυτή, στα Σουηδικά), η 28μετρη Nana που τοποθετήθηκε στην είσοδο Moderna Museet στην Στοκχόλμη το 1966, ξαπλωμένη ανάσκελα, με τους θεατές να εισέρχονται υπό τον ήχο της μουσικής του Μπαχ, μέσα στο αιδοίο της, αποκαλύπτουν το χωρίς ταμπού, μαξιμαλιστικό της όραμα στην πληρέστερη μορφή του: ένα gesamtkunstwerk όπου γλυπτική, αρχιτεκτονική, τοπίο συγχωνεύονται σε έναν καθηλωτικό κόσμο μυθολογικού θηλυκού θαύματος. Εδώ, σε αυτόν τον καθεδρικό της πληθωρικότητας, όπως και σε όλο το έργο της, απέδειξε ότι η χαρά, η ομορφιά κι ο έρωτας μπορούν να είναι επαναστατικές πράξεις, όπως και το ότι η τέχνη που ασχολείται με σοβαρά θέματα δεν χρειάζεται να είναι σοβαροφανής για να είναι ουσιαστική. Στην έκθεση συναντάμε τη φωτογραφία της HON όπως και μία σειρά σημειώσεων για την κατασκευή της, αλλά και το artist book που ζωγράφιζε εν είδει προσωπικού ημερολογίου, από τη σπάνια έκδοση του Αλέξανδρου Ιόλα. Κεντρική θέση στην έκθεση καταλαμβάνει ο «Χρυσός Βωμός», 1962, ένα γλυπτικό ‘ιερό εικονοστάσι’, που αποδομεί την πατρική κακοποιητική φιγούρα μέσα από τη Γυναίκα-αητό, και τις διαμελισμένες κούκλες-βρέφη γύρω της που σηματοδοτούν το πικρό τέλος της αθωότητας.

5. Ωδή στην Αρχαία Μελαγχολία – Marlene Dumas
Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης παρουσίασε την έκθεση 40 ζωγραφικών έργων της Marlene Dumas «Cycladic Blues» υπό την επιμέλεια του Douglas Fogle. Η δημοφιλής Νοτιοαφρικανή ζωγράφος επέλεξε η ίδια τα αρχαία Κυκλαδικά ειδώλια και γλυπτά που θα πλαισιώσουν τα έργα της, και από τα οποία εμπνεύστηκε για τη δημιουργία της έκθεσης. Γνωστή για την ικανότητά της να συλλαμβάνει το ανθρώπινο πρόσωπο στην πιο ευάλωτη και αμφίσημη μορφή του, παρουσίασε ζωγραφικά πορτραίτα που ταλανίζονται ανάμεσα στην αφαίρεση και την πληθωρική παρουσία.
Τα πορτρέτα της Dumas δεν προσφέρουν παρηγοριά. Είναι βαμμένα με μια σχεδόν υγρή χειρονομία που καθιστά κάθε πρόσωπο ταυτόχρονα οικείο και ξένο, αναγνωρίσιμο και παραμορφωμένο. Τα χρώματα της—αυτά τα επώδυνα ροζ, τα μελανιασμένα μπλε, τα σχεδόν νεκρικά γκρι—δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που πλησιάζει τη μελαγχολία χωρίς να παραδίδεται σε αυτήν. Ο διάλογος που αναπτύσσεται ανάμεσα στα σύγχρονα αυτά πορτρέτα και την αρχαία κυκλαδική παράδοση του μουσείου είναι γόνιμος: και οι δύο μορφές τέχνης ασχολούνται με την αναπαράσταση του ανθρώπινου, όπως και με την απλότητα που φωτίζει αντί να κρύβει. Η θηλυκότητα μοιάζει σύγχρονη αλλά ψηλαφίζει την αιωνιότητα μίας μαρμάρινης αρχαϊκής μορφής. Η αρρενωπότητα φέρει επίσης έναν τοτεμικό παγανιστικό χαρακτήρα. Η συν-ουσία τους, ενώνει τις δυνάμεις της φύσης και νοηματοδοτεί την τέχνη. Η Dumas, όπως και οι αρχαίοι γλύπτες των ειδωλίων, κατανοεί ότι η οικονομία, η λιτότητα, η αφαίρεση του περιττού, δεν είναι απώλεια αλλά αποκάλυψη. Μια έκθεση που υπενθυμίζει ότι η τέχνη της ζωγραφικής παραμένει ένα από τα πιο άμεσα μέσα κατανόησης και απόδοσης των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης κατάστασης.

Marlene Dumas, έκθεση «Cycladic Blues» | Photo credit: Φαίη Τζανετουλάκου6. Η Γεωγραφία του Βλέμματος – Κυριάκος Μορταράκος
Ο Κυριάκος Μορταράκος με την «Αναδρομή», τη μεγάλη αναδρομική του έκθεση στην Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων με την επιμέλεια της Κατερίνας Κοσκινά, έκθεση που θα παρουσιαστεί και στη Δημοτική Πινακοθήκη – Casa Bianca στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι που έρχεται, παρουσιάζει το εύρος της περιπέτειας της ζωγραφικής πράξης. Ο Μορταράκος λειτουργεί ως ανατόμος μιας υπερ-ρεαλιστικής πραγματικότητας, σαν αρχαιολόγος του θαύματος της καθημερινής ζωής. Κρατά σημειώσεις από αδιόρατες εικόνες που έχουν όμως μια παράξενα δυνατή επίκρουση στο θυμικό, ενώ οι σχεδόν αδειανοί χώροι της καθημερινότητας, κάμαρες ή εργοστάσια, μετατρέπονται σε κουκούλια βιωμένων θαυμάτων. Η μνήμη ως χρωματική ύλη κινείται σε έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην αφήγηση και την αφαίρεση, αφήνοντας τα εμπειρικά ίχνη της επάνω στον συναισθηματικό χάρτη του καμβά.
Ο Έλληνας ζωγράφος, με ρίζες στη μεταπολεμική γενιά καλλιτεχνών που αναζήτησαν μια προσωπική γλώσσα μακριά από τις μεγάλες αφηγήσεις του μοντερνισμού, δημιουργεί έργα που φέρουν τη σφραγίδα μιας ήσυχης αλλά επίμονης ματιάς κι ενός φωτός που δεν εκθειάζει αλλά αναδεικνύει καθώς καταυγάζει το χώρο για να αδράξει την πυκνότητα της απώλειας εκείνου που κάποτε ήταν εκεί αλλά δεν είναι πια. Τα χρώματά του, ακόμα και όταν είναι έντονα, φέρουν την ωχρότητα της παρόδου του χρόνου, σαν να έχουν ήδη υποστεί την πατίνα της ανάμνησης. Αυτό δεν είναι νοσταλγία—είναι κάτι πιο ειλικρινές: η αναγνώριση ότι κάθε όραμα είναι ήδη μνήμη τη στιγμή που το συλλαμβάνουμε.
Η σύνθεση στα έργα του συχνά παίζει με την ισορροπία ανάμεσα στο οργανικό και το γεωμετρικό. Υπάρχουν στιγμές όπου μορφές αναδύονται από το χρωματικό πεδίο που σμιλεύεται σε έναν βουβό εσωτερικό χώρο, ένα βανΓκογκικό δωμάτιο μαζί κι ένα ηλιοτρόπιο, μία ντεΚιρική χωροταξία, ένα παραθύρι που κάποτε έβλεπε στη Σαλαμίνα. Σώματα, αντικείμενα, λέξεις ανασύρονται από το σκοτάδι της λησμονιάς, αλλά ποτέ με τη βεβαιότητα της πλήρους αναπαράστασης μιας μοναδικής αλήθειας. Μάλλον εμφανίζονται ως ενδείξεις, ως ψίθυροι γύρω από κάτι που κάποτε ίσως να ήταν πιο συγκεκριμένο. Αυτή η αμφιθυμία—το να αιωρείσαι ανάμεσα στο γνώριμο και τη λησμονιά—είναι ίσως η μεγαλύτερη δύναμη του έργου του. Ο Μορταράκος κατανοεί ότι η ζωγραφική δεν είναι μόνο ένα οπτικό γεγονός αλλά και μια χειρονομία, μια σωματική πρακτική, όπως και ένα ημερολογιακό, αρχειακό πεδίο κρυπτικών λεκτικών αφηγήσεων. Οι επιφάνειές του συχνά φέρουν τα σημάδια αυτής της χειρωνακτικής διεργασίας—τις επιστρώσεις, τις ξύσεις, τις διορθώσεις. Τα ίχνη αυτά της «ποίησης» δεν είναι μορφολογικές διακοσμήσεις αλλά μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι το συμβάν προϋπήρχε και βρέθηκε μετά από την επίμονη αναζήτηση. Σε μια εποχή που η εικόνα πολλαπλασιάζεται και καταναλώνεται με την ίδια ταχύτητα, το έργο του Κυριάκου Μορταράκου προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία: ζητά από το βλέμμα να επιβραδύνει, να κατοικήσει και να κατοικηθεί, να αναγνωρίσει ότι η ζωγραφική είναι ακόμα ένας χώρος όπου ο χρόνος δεν μετριέται στην αναζήτηση στον υπολογιστή αλλά σε διαστρωματώσεις θνητότητας και αιωνιότητας.

7. Η Απολίθωση της Εμπειρίας – Ανδρέας Λόλης
Ο Ανδρέας Λόλης ανήκει σε εκείνους τους βιρτουόζους γλύπτες που καταφέρνουν να μετατρέψουν την τεχνική αρτιότητα σε ποιητική δήλωση. Τα γλυπτά του—αναπαραστάσεις χαρτοκιβωτίων, φελιζόλ συσκευασίας, εγκαταλελειμμένων αντικειμένων της καθημερινότητας–συνιστούν παράδοξες ωδές στο περιθώριο, τις οποίες συνθέτει με το πιο ευγενές από τα υλικά, το μάρμαρο. Υπάρχει κάτι σχεδόν υπερρεαλιστικό στην αντίθεση ανάμεσα στο λευκό μάρμαρο της Καρράρας ή της Πάρου και στην ταπεινότητα των αντικειμένων που απεικονίζει. Ένα χαρτόκουτο που ξεχάστηκε σε μια γωνιά, μια τσαλακωμένη σακούλα σκουπιδιών, παλιά ρούχα, ένας πεσμένος κορμός δέντρου, μία σπασμένη καρέκλα—αντικείμενα που συνήθως δεν τα βλέπουμε πραγματικά, που ανήκουν στον οπτικό θόρυβο της πόλης. Ο Λόλης τα αναβαθμίζει σε γλυπτικά μνημεία, όχι με ειρωνεία αλλά με γνήσια τρυφερότητα.
Η δεξιοτεχνία του στο trompe-l’œil είναι εκπληκτική: κάθε πτυχή, κάθε ρυτίδα, κάθε σχισμή του χαρτιού, του υφάσματος, της πέτρας ή του ξύλου αποδίδεται με συνταρακτική ακρίβεια στο μάρμαρο, φέρνοντας στο νου τις απόλυτα πιστές αναπαραστάσεις του αρχαίου ζωγράφου Απελλή, χωρίς όμως η τεχνική τελειότητα- που μοιάζει να συμβαίνει αβίαστα- να γίνεται αυτοσκοπός. Είναι μια επίπονη μέθοδος να γίνει το αόρατο ορατό, να προσφερθεί στο φευγαλέο η ένταση της μονιμότητας. Υπάρχει κάτι συγκινητικό στο να βλέπεις ένα αντικείμενο που προορίζεται για εξαφάνιση να διατηρείται αιώνια σε λευκό μάρμαρο. Πόσο μάλλον όταν προσομοιάζουν αντικείμενα που αντανακλούν την ανθρώπινη εμπειρία της προσφυγιάς, της αστεγίας, της οικονομικής κρίσης—θέματα που στοιχειώνουν τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Χωρίς να διακηρύσσει ηχηρά, η δουλειά αυτή λειτουργεί υποσυνείδητα, μέσω της περισυλλογής, καλώντας το βλέμμα να σταματήσει και να αναγνωρίσει σιωπηλά. Έτσι και στην ατομική του έκθεση «Accidental Monuments» στην γκαλερί The Breeder υπό την επιμέλεια του Άκι Κόκκινου, ο καλλιτέχνης δημιουργεί ένα σύνολο έργων που λειτουργεί ως εν-κατάσταση βιώματος, μία παρέλαση χειρονομιών που εγκιβωτίζουν την ανάμνηση δικών του αγαπημένων μα και άγνωστων, κάποτε αγαπημένων για άλλους, προσώπων. Ο πρόσφατα εκλιπών, εργάτης της πέτρας πατέρας του καλλιτέχνη ξαναζεί μέσα από τις στιγμές που έχουν εγγραφεί στη μνήμη του παιδιού του, όταν για παράδειγμα έβγαζε τα μαρμαροσκονισμένα παπούτσια του στο κατώφλι της πόρτας κι έπαιρνε μια ανάσα, εκεί που κρέμαγε την πετσέτα του, πάνω στο έδαφος που συγκρατούσε τα αποτυπώματα από τις σόλες του, αλλά και λοιπά αναμνηστικά αντικείμενα όπως μία καρέκλα από ψυχιατρικό ίδρυμα, οι πεσμένοι κορμοί δέντρων, το παρατημένο κρεμασμένο πουκάμισο από ένα μισογκρεμισμένο σπίτι στο μπουντουάρ των αναμνήσεων.
Πάντα τα γλυπτά του Λόλη θέλεις να τα αγγίξεις για να συνειδητοποιήσεις ότι δεν είναι τα αληθινά αντικείμενα αλλά σμιλεμένα σε μάρμαρο. Στην εποχή της άυλης εικόνας και του ψηφιακού κατακλυσμού, ο Ανδρέας Λόλης μάς θυμίζει ότι η γλυπτική—η πιο υλική και αιώνια από τις τέχνες—έχει ακόμα τη δύναμη να μας αγγίξει κι αυτή.

8. Η Απειλή της Επανάληψης της Ιστορίας – Αντιγόνη Καββαθά
Η έκθεση της Αντιγόνης Καββαθά με τίτλο «Threat Detected» στη γκαλερί Έκφραση – Γιάννα Γραμματοπούλου, σε επιμέλεια Γιάννη Μπόλη, διαρθρώνει μια οπτική γλώσσα που συμπυκνώνει την ανησυχία της εποχής μας σε εικόνες που ταλαντεύονται ανάμεσα στην ρεαλιστική πιστότητα και τη συμβολική αποστασιοποίηση. Η έκθεση της Καββαθά έρχεται να συμπληρώσει μία σειρά από σημαντικές επιλογές του χώρου από ατομικές εκθέσεις γυναικών δημιουργών της σύγχρονης Ελληνικής τέχνης όπως η Μαριγώ Κάσση και η Αννίτα Αργυροηλιοπούλου.
Σε μια περίοδο όπου η απειλή έχει γίνει διάχυτη και υπερβολικά ορατή—από τις μεγάλες πυρκαγιές, το λιώσιμο των πάγων, την οικονομική και περιβαλλοντική ερημοποίηση του Νότου, που προϊδεάζουν την επερχόμενη κλιματική κατάρρευση έως τις γενοκτονίες δίπλα μας και τον πόλεμο που επανέρχεται και στην ευρωπαϊκή ήπειρο—η Αντιγόνη Καββαθά επιλέγει την – κυριολεκτικά – νεκρή φύση ως το θεωρητικό πεδίο όπου το πολιτικό και το εγγενώς θανατηφόρο συναντιούνται. Η φωτογραφική πιστότητα των ασπρόμαυρων ακρυλικών πάνω στο ημιδιαφανές χαρτί mylar, σοκάρει με τη στεγνή αλήθεια της εικόνας.
Τα γυαλιστερά μεταλλικά κουτιά με το δηλητηριώδες Zyklon B, δεν λειτουργούν απλώς ως τεκμήρια πολεμικής βαρβαρότητας αλλά ως φορείς μιας κατεστημένης βίας που έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα μέχρι σήμερα καθώς παρακολουθούμε άβουλοι το θέατρο της σκληρότητας σε ζωντανή μετάδοση. Η αντιπαράθεσή τους με τα κουτάκια αποικιοκρατικών αναψυκτικών που ξεδιψούν γενοκτόνους ή την κονσέρβα της βοήθειας από την UNRRA συνιστά μια πολύπλευρη κριτική: από τη μια, μια ειρωνική αναφορά στην pop art αισθητικοποίηση του καταναλωτικού προϊόντος, από την άλλη, μια υπόμνηση ότι η ανθρωπιστική βοήθεια και η βία υπάρχουν σε διαλεκτική σχέση—και οι δύο προϊόντα ενός ίδιου ιστορικού συστήματος.
Το κεντρικό έργο της έκθεσης, «Among the Dead Cities», λειτουργεί ως “ζωοφόρος” προειδοποίησης της επαναληπτικής φύσης της Ιστορίας και εξελίσσεται συστηματικά από το 2017. Στο μνημειώδες ζωγραφικό μονοπλάνο από τα βομβαρδισμένα ερείπια πόλεων όπως το Αμβούργο και η Γκερνίκα, η Καββαθά δεν αναπαράγει απλώς την καταστροφή αλλά διαρθρώνει μια οπτική αφήγηση που υπερβαίνει τις συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές και εστιάζει στην μοναδική ικανότητα του ανθρώπου, από όλα τα βιολογικά πλάσματα της φύσης, να εξοντώνει τη φύση εντός και εκτός του. Όπως κάνει και με την ενότητα των «Δέντρων». Καμένα και απογυμνωμένα, θλιβερά απομεινάρια ενός απομαγεμένου Υψηλού, με κλαριά που απλώνονται ωσάν χειρονομία δέησης, με την άγρια ομορφιά τους να έχει αντικατασταθεί με κομμένα άνθη παραγωγής σε σελοφάν στα μάρκετ.
Η καλλιτέχνιδα μετατρέπεται σε διαγνώστη και ιατροδικαστή του νέου παρόντος, όπου η βία και η κατανάλωση συνδιαλέγονται αγαστά. Αυτό το μοτίβο αναπόδραστης μοίρας—από τα κατεστραμμένα τοπία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έως τις σύγχρονες απεικονίσεις οικολογικής καταστροφής—ενσωματώνεται σε μια γλώσσα που δεν προσφέρει ούτε κάθαρση ούτε λύτρωση. Αντίθετα, επιμένει στη διαρκή παρουσία της απειλής, στο γεγονός ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου η βία είναι διάχυτη και συχνά επιλεκτικά αόρατη. Η Καββαθά κατασκευάζει έναν οπτικό χώρο όπου το θέαμα της καταστροφής δεν είναι εξωτικοποιημένο αλλά οικείο, όπου το δέος δεν προέρχεται από το απόμακρο αλλά από το πολύ κοντινό. Και σε αυτή την οικειότητα βρίσκεται η πολιτική δύναμη του έργου της: να μας αναγκάσει να αναγνωρίσουμε ότι η απειλή δεν είναι κάτι που έρχεται—είναι ήδη εδώ.
Η μετωπική διαχείριση των ιχνών της καταστροφής, όχι από την ουδετερότητα του φωτογραφικού φακού που συχνά προκαλεί την απώθηση από το θυμικό, αλλά από τη μεταμόρφωση της σε παλλόμενο ιστό μέσα από την επίπονη εργασία του σχεδίου, της γραφής και των κενών που αφήνει πίσω, μέσα από τη φαντασμαγορία της πολυπλοκότητας των γραμμών, των διακλαδώσεων και των διασυνδέσεων, καθιστούν την Καββαθά μία από τις τεχνικά άριστες και εννοιολογικά πολυσήμαντες δημιουργούς της εποχής της.

9. Κωνσταντίνος Λαδιανός: Ο Καθεδρικός των Υφών
Στο «Chronicles of Anesthesia» στη CAN Gallery ο Κωνσταντίνος Λαδιανός ξεδιπλώνει όλη του τη δεξιότητα με τα υλικά και τις υφές, τόσο τελετουργική (για παράδειγμα συλλέγοντας προσεκτικά και υφαίνοντας στον καμβά μία μία τις τρίχες από την ουρά μιας σπάνιας ράτσας αλόγου για να φιλοτεχνήσει έναν καρηκομόωντα) όσο και πυκνά εννοιολογική, γεννώντας μία σειρά από κεντημένα έργα, πίνακες και συμπλέγματα από πηλό, μέταλλο, γυαλί, όπου μέσα τους ζουν πλάσματα που αναδύονται από την παράδοση του φαντασιακού και δοκιμάζουν να ερεθίσουν τα αισθητήρια των θεατών ώστε να ανακάμψουν από τον συλλογικό λήθαργο της ζωής στο σήμερα.
Την ίδια στιγμή αυτά τα πλάσματα καθρεπτίζουν τα αθέατα βαθιά ριζωμένα στο ασυνείδητο αισθήματα που δεν αφορούν μόνο το ανθρώπινο αλλά το ζωικό και μαζί το Θείο που εντοπίζεται στη φύση και οδηγεί στην εμπειρία του Υψηλού. Αυτό αναφέρεται σε μία σωματική θεολογία που δεν την αφορά να καταδείξει το καλό ή το κακό, την αγάπη ή το μίσος, αλλά να συναντηθεί με το έκθαμβο βλέμμα όταν, σκάβοντας τις στιβάδες δέρματος, αυτό ανακαλύπτει μικρά θαύματα. Πόσο αλλόκοτα όμορφα είναι τα σώματα με το αγγειακό τους σύστημα εκτεθειμένο, άγιοι που στην πλάτη τους κουβαλούν φλεγόμενες πολιτείες, ζώα-υβρίδια που φέρουν πλούσια φτερά, ουροβόροι κροκόδειλοι, γλώσσες με δόντια. Ο Λαδιανός συμμετείχε και στους «Μίτους» στο κόκκινο δωμάτιο του Λόφου, όπως και με το «Coin», ένα κέντημα για την queer φιλία, που θυμίζει αρχαίο σφραγιδόλιθο και υπονομεύει τα ηρωικά πορτρέτα από το παρελθόν, στην αξιόλογη έκθεση «Διασυνδεσιμότητα» στο χώρο του Dot Wip που επιμελήθηκαν η Ευγενία Τζιρτζιλάκη και η Γκέλυ Γρυντάκη.

10. Κωνσταντίνος Κακανιάς: Κατάδυση στον Άνθρωπο Χωρίς Αναπνευστήρα
Η «Θεϊκή Διαταραχή Προσωπικότητας» στη γκαλερί Ρεβέκκα Καμχή αποτελεί μία αναδρομική έκθεση με πολλές ενότητες από το 1996 ως σήμερα, που παρουσιάζουν την έκταση της δραματουργικής έντασης της ζωγραφικής του Κωνσταντίνου Κακανιά που πολλοί γνωρίζουν κυρίως από τη σατιρική εικονογραφική δεινότητα της alter ego φιγούρας της κυρίας Τεπενδρή που διάγει σκωπτικά μέσα σε ένα επιφανειακό κόσμο. Αυτός ο κόσμος έρχεται να διαρραγεί τελείως όταν ο Κακανιάς επιχειρεί μία tour de force κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή στον ειδικά σχεδιασμένο λαβυρινθώδη διάδρομο στην καρδιά της γκαλερί με την ενότητα του 2009 «Δανιήλ», η οποία δημιουργήθηκε όταν ο καλλιτέχνης επισκέφθηκε το Άγιο Όρος.
Ερχόμενος αντιμέτωπος με τον κόσμο του ονείρου, εμπλουτισμένο με συμβολισμούς του Jung και του Freud, ο καλλιτέχνης αναπτύσσει ένα σύμπαν που συνομιλεί με τον Hieronymus Bosch, όπου μέσα του θεριεύει το ά-λογο, το διονυσιακό, η ωμότητα, οι παιδικοί εφιάλτες, ο τρόμος και η πρωτόγονη έκσταση, μέσα στην απέραντη νύχτα της συνείδησης, στις εσχατιές του πυκνού δάσους της ψυχής. Αυτή η εγκατάσταση ήταν η αποκαλυπτική στιγμή της εκθεσιακής χρονιάς.

11. Νίκος Ποδιάς: Η Ασπίδα της Ευθραυστότητας
Η ποιητική του χαρτιού στην Ελλάδα έχει τον εκπρόσωπο της και αυτός είναι ο Νίκος Ποδιάς. Με μια εμμονική, ζαπονέ προσήλωση στη χειροποίητη γλυπτική του χαρτιού, ο Ποδιάς δημιουργεί ένα τέμενος γεμάτο αραβουργηματικά αναθήματα στην ατομική του έκθεση «Safe Area» στη Citronne Gallery στο Κολωνάκι. Μετά και την σημαντική έκθεση του Πάνου Χαραλάμπους την προηγούμενη χρονιά, η Citronne συνεχίζει να παρουσιάζει δουλειές που παραμένουν ζωντανές στη μνήμη του θεατή μέσα από την τελετουργία της χειρονακτικότητας στην κατασκευή του νοήματος.
Ο θεατής συμμετέχει σε αυτή την τελετουργία όταν αφήνεται να αφουγκραστεί τις αδιόρατες ανάσες του χαρτιού. Όσο ταπεινό και όσο καθημερινά απαραίτητο έχει υπάρξει το χαρτί ως υλικό, άλλο τόσο εδώ ο Ποδιάς το εξυμνεί με την πιο απλή και ταυτόχρονα επίπονη διαδικασία του κοψίματος και της επικόλλησης, αναδεικνύοντας τις ασύλληπτες εκφραστικές δυνατότητες του στις πιο ανέλπιστες εκδοχές του. Τους όγκους από χρυσόχαρτα τσιγάρων, τις αποχρώσεις από τα χρησιμοποιημένα φακελάκια τσαγιού, τους κάναβους από λωρίδες χαρτιού. Ο Ποδιάς υφαίνει όλα αυτά στα πιο εκθαμβωτικά συμπλέγματα, που θυμίζουν ιστούς και φωλιές, ρυτιδιασμένο δέρμα και φολίδες ερπετών, καλαθοπλεκτική και υφάνσεις της ίδιας της μνήμης.
Αυτή η αγία χειρωναξία πλάθει κόσμους φροντίδας, σαν αυτά τα παλλόμενα έργα να λειτουργούν αποτροπαϊκά σε καιρούς δυστοπικούς, σαν η ευθραυστότητα να νικά τη σκληρότητα, σαν το λιτό να μετατρέπεται αλχημιστικά σε πολύτιμο, σαν το άφατο να αποκτά φωνή. Κάθε πτυχή, κάθε ραφή, κάθε συγκόλληση ψιθυρίζει την ευαλωτότητα που γίνεται αντοχή, όπως όταν ο χρόνος εμψυχώνει τη χάρτινη πανοπλία ενός δονκιχωτικού ιππότη. Το φως μαγεύει και μαγεύεται από τα έργα, κι αυτά θροΐζουν, κι αυτό τα ξαναπλέκει με λεπτοφυείς σκιές στον τοίχο, δημιουργώντας μία νέα άυλη φιλόξενη χωρικότητα.

12. Δημήτρης Φουτρής: Η Ποιητική Ανατροπή της Προοπτικής
Η συνέπεια που διακρίνει το έργο του Δημήτρη Φουτρή είναι ορατή στην ατομική του έκθεση «Reversed Framework: Landscapes beyond Form» στη γκαλερί Ιλεάνα Τούντα. Λιτός και συνάμα αρχιτεκτονικά υποβλητικός ο Φουτρής πάντα ερευνά τη χωροταξική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον αναστρέφοντας όμως την παραδοσιακή προοπτική για να προσφέρει νέες μορφές θέασης. Εμπνεόμενος από τη βυζαντινή παράδοση αλλά και τη γιαπωνέζικη αισθητική της ρευστότητας των νεφών, οι φυσικοί όγκοι όπως βουνά, σύννεφα, κομμάτια πάγου, πετρώματα, αποκτούν μία μεταφυσική υπόσταση που σαν να προβάλλονται έξω από τον καμβά στο χώρο του θεατή.
Χωρίς τα έργα να είναι αμιγώς παραστατικά, οι φόρμες φέρουν μία τεκτονική στιβαρότητα αλλά και μία μυστηριώδη stimmung διάθεση που καλεί στο θυμικό τον de Chirico. Σαν χαρτογράφος μίας συμπαντικής γεωμετρίας ο Φουτρής επανασχεδιάζει τις ισορροπίες μεταξύ του φυσικού κόσμου και του ανθρώπινου χτισμένου περιβάλλοντος χρησιμοποιώντας αυστηρό σχέδιο και μία παλέτα με υπόκωφα χρώματα βυζαντινής αγιογραφίας. Καθώς οι συνθέσεις στρέφονται προς το θεατή καταφέρνουν να δημιουργήσουν έναν ανεστραμμένο χώρο “άλματος” μεταξύ του έργου και του αμφιβληστροειδή. Γνωρίζοντας το σεβασμό που τρέφει ο καλλιτέχνης για το νησιωτικό, λιτό τοπίο της Ίου, τολμώ να πω ότι η οπτική του έχει επηρεαστεί από την αβίαστη αρμονία του τοπίου την οποία μεταφέρει στο χαρτί χωρίς να θέλει ούτε να τη διακοσμήσει ούτε να τη κατακτήσει. Επιτυγχάνει το βάθος όχι με tromp l’oeil ψευδαίσθηση αλλά με επιστρωματώσεις γραμμών που αφορούν τη φυσική φθορά του υλικού παλίμψηστου του νησιού, ένα αρχέγονο χωμάτινο ανάγλυφο που επιβάλλει το σεβασμό ενάντια στην τουριστική εκμετάλλευση.

13. Brian Rochefort: Η Κεραμική ως Ψυχεδελική Γεωλογία
Στη δεύτερη ατομική του έκθεση ο Αμερικανός Brian Rochefort δημιούργησε τη σειρά επιτοίχιων και περίοπτων γλυπτών σε πηλό με τίτλο «Erratic Patterns» στην γκαλερί Bernier-Eliades. Κάθε επίσκεψη σε έκθεση του Rochefort είναι μία γιορτή της υλικότητας, μία παραβολή της κοσμογονίας. Μεταχειρίζεται την κεραμική όχι ως μέσο λειτουργικότητας ή παραδοσιακής τεχνοτροπίας, αλλά ως πεδίο έκρηξης. Τα έργα του—συνήθως μεγάλα, σχεδόν ογκώδη αγγεία—είναι υπερφορτωμένα με χρώμα, ύλη και μια σχεδόν βίαιη ενεργητικότητα που αψηφά κάθε έννοια κεραμικής αυτοσυγκράτησης. Η επιφάνεια των γλυπτών του Rochefort είναι ό,τι πιο μακριά από τη λεία τελειότητα που συνδέουμε συνήθως με το πήλινο αντικείμενο. Αντίθετα, είναι στρωματοποιημένη, ηφαιστειακή, σχεδόν οργανική στην υπερβολή της. Τα γλάσα που χρησιμοποιεί—σε έντονα φούξια, ηλεκτρικά μπλε, τοξικά κίτρινα, μεταλλικά χρυσά—αλληλοεπικαλύπτονται, τρέχουν, συγκρούονται, δημιουργώντας μια επιφάνεια που μοιάζει περισσότερο με αγώνα δρόμου της αφηρημένης ζωγραφικής παρά με παραδοσιακή κεραμική.
Υπάρχει κάτι ψυχεδελικό, σχεδόν ψευδαισθησιακό στα χρώματα και στις υφές του. Τα αγγεία του φέρουν προσθήκες—επικολλημένα στοιχεία που μοιάζουν με σταλαγμίτες, κοράλλια, γλώσσες, ή με εξωγήινους οργανισμούς, που μετατρέπουν το κλασικό σχήμα του βάζου σε κάτι μεταλλαγμένο, σχεδόν τερατόμορφο. Καθώς τα γλυπτά μοιάζουν να βράζουν και να αφρίζουν, ξεπερνούν τα επίπλαστα όρια μεταξύ ομορφιάς και υπερβολής, μεταξύ ντεκόρουμ και πρωτογονισμού. Η κεραμική πράξη επανέρχεται στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής συζήτησης, απελευθερώνοντάς την από τον καθορισμό της ως «εφαρμοσμένη τέχνη» καθώς ο Rochefort χρησιμοποιεί το μέσο με την ελευθερία ενός ζωγράφου, την υλική ένταση ενός γλύπτη και τον άγριο ενθουσιασμό ενός γεννήτορα.
Στην εποχή της ψηφιακής τελειότητας όπου έχει χαθεί η αίσθηση της αφής, στα γλυπτά του Rochefort εξελίσσεται η αληθινή φαντασμαγορία του βλέμματος που ψηλαφίζει τις υφές και μας κερνάει την αίσθηση ότι έχουν εκπληρωθεί όλες μας οι αισθήσεις επάνω τους καθώς ξεχειλίζουν από αναζωογονητική χαώδη ενέργεια. Μας θυμίζουν ότι κάπως έτσι, μέσα από συγκρούσεις και συνευρέσεις, δημιουργήθηκε η πολυπλοκότητα της ίδιας της ζωής και της φύσης, και εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος, που είναι εγγενής και στην κεραμική: το γεγονός ότι μια συμβολική ή μη, φωτιά μπορεί να καταστρέψει τα πάντα, ότι αυτό που δημιουργείται από φυσικά υλικά είναι κάτι σπάνιο και υπέροχο και οφείλουμε να το προστατεύουμε.

14. Rosalind Nashashibi: Καταγράφοντας την Κατάφαση της Ζωής
Η προτεινόμενη για Turner Prize 2017 και εκπρόσωπος της Σκωτίας στην 52η Μπιενάλε της Βενετίας, Ιρλανδο-Παλαιστίνια Rosalind Nashashibi παρουσίασε τη δουλειά της με τίτλο «Windows» ταυτόχρονα σε ARCH Athens και Melas Martinos. Η Nashashibi δημιουργεί ταινίες που αρνούνται τη δραματική κλιμάκωση και την αφηγηματική κατάληξη. Οι 16mm ταινίες της—σε φιλμ και όχι ψηφιακά, κάτι που τους δίνει μια ιδιαίτερη υλικότητα και υφή—παρακολουθούν ανθρώπους σε στιγμές καθημερινότητας: μια γυναίκα που μαγειρεύει, παιδιά που παίζουν, φίλες που μοιράζονται έναν χώρο. Δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα—και όμως, συμβαίνουν όλα.
Στην έκθεση της Αθήνας δημιούργησε “παράθυρα”. Στη ζωή της διπλανής πόρτας, της διπλανής χώρας, που μπορεί να σπαράσσεται αλλά επιμένει στην κατάφαση της ζωής. Οι γυναίκες το 2015 στο φιλμ «Electrical Gaza» έβγαιναν μαζί για να βρεθούν μαζί στη θάλασσα της Μεσογείου. Στο «District of the Post Office», 2002, η καλλιτέχνιδα αποτίει φόρο τιμής στον παππού της που ίδρυσε την ουτοπική κοινότητα του ταχυδρομείου της περιοχής που αργότερα κατέλαβε ο στρατός κατοχής και καταστολής. Κάπου εκεί ένα παιδί με ποδήλατο περνά μπροστά από έναν τοίχο γεμάτο γκραφίτι και τη σημαία της Παλαιστίνης, ένα βαθιά συμβολικό εσταντανέ. Ένας ζωγραφικός τοίχος είχε μπροστά του συρματόπλεγμα που θα μπορούσες να το αδράξεις και να το “λύσεις”. Αλλού τα “παράθυρα” παίρνουν την όψη αφηρημένης color field ζωγραφικής που λύνουν την ένταση μέσω του απορροφητικού σχεδόν ροθκικού χρώματος.
Γεννημένη στο Croydon του Λονδίνου από Παλαιστίνιο πατέρα και Βρετανή μητέρα, η Nashashibi φέρνει στο έργο της μια διπλή ματιά: την οικειότητα του γηγενή και την αποστασιοποίηση του παρατηρητή. Οι ταινίες της συχνά εστιάζουν σε γυναίκες—φίλες, καλλιτέχνιδες, συνεργάτες—και καταγράφουν τη ζωή τους χωρίς να επεμβαίνουν, χωρίς να ερμηνεύουν. Η κάμερα παρατηρεί με υπομονή, με σεβασμό, με αγάπη. Υπάρχει κάτι συλλογιστικό στον ρυθμό των ταινιών της. Η Nashashibi δεν βιάζεται. Αφήνει το πλάνο να κρατήσει, αφήνει τη σιωπή να υπάρχει, αφήνει το βλέμμα να περιπλανηθεί. Αυτή η επιβράδυνση είναι μια πολιτική πράξη σε έναν κόσμο που απαιτεί ταχύτητα. Η Nashashibi λέει: θα καθίσουμε εδώ, θα παρακολουθήσουμε αυτό το παιδί με το ποδήλατο, και αυτό θα έχει την ίδια αξία με οποιοδήποτε δραματικό γεγονός.
Στα φιλμ «Bachelor Machines», 2007, που τράβηξε σε ένα εργοστάσιο υφασμάτων στην Ινδία, ή το «Vivian’s Garden», 2017, που εξερευνά τη ζωή δυο λευκών γυναικών σε μία κοινότητα στη Γουατεμάλα, η Nashashibi, κλείνοντας το μάτι στο «Μεγάλο Γυαλί» του Duchamp, στρέφει το βλέμμα της σε εργασιακές και κοινωνικές πρακτικές της περιοχής που συνήθως παραμένουν αόρατες. Αλλά ποτέ δεν το κάνει με εθνογραφική αποστασιοποίηση. Αντίθετα, υπάρχει μια αίσθηση συμμετοχής, μια αίσθηση ότι η κάμερα δεν καταγράφει απλά αλλά συμμετέχει. Το φιλμ, με τους κόκκους, το φως και τις σκιές, την αναλογική θέρμη, είναι κρίσιμο για την αισθητική της. Σε μια εποχή όπου το ψηφιακό κυριαρχεί, η επιλογή του αναλογικού φιλμ είναι μια δήλωση της υπεράσπιση της υλικότητας, της αργής διαδικασίας, της επαφής με το μέσο. Η Nashashibi συχνά συνεργάζεται με άλλες καλλιτέχνιδες και αυτή η συνεργατική πρακτική είναι επίσης μέρος της πολιτικής της. Αντί του μοναχικού καλλιτέχνη-δημιουργού, προτείνει μια τέχνη που γεννιέται από την κοινότητα, από την ανταλλαγή, από την οικειότητα. Υπάρχει μια φεμινιστική πολιτική στο έργο της που δεν χρειάζεται να είναι κραυγαλέα γιατί είναι εγγενής στη μορφή: η έμφαση στην καθημερινότητα, στην παραγωγική εργασία, στις σχέσεις φροντίδας, στην ομορφιά των μη-ηρωικών στιγμών.
Η Nashashibi μάς δείχνει ότι το πολιτικό δεν είναι μόνο στα μεγάλα γεγονότα αλλά και στις μικρές πράξεις συν-βίωσης. Σε έναν κόσμο υπερφορτωμένο με εικόνες που φωνάζουν για προσοχή, οι ταινίες της Rosalind Nashashibi μας υπενθυμίζουν σιωπηλά ότι το να παρατηρείς με προσοχή, το να σέβεσαι το χρόνο του άλλου, το να αναγνωρίζεις την ομορφιά στην επανάληψη της καθημερινής ζωής—αυτό είναι επίσης μια μορφή αντίστασης.

15. Shadi Habib Allah: Η Υλικότητα των Περιθωρίων
Ο Shadi Habib Allah, τον οποίο είδαμε το φθινόπωρο στη Sylvia Kouvali στον Πειραιά με την ατομική του έκθεση «Muddy Currents», είναι ένας καλλιτέχνης που ενδιαφέρεται για τα αντικείμενα που κυκλοφορούν στα όρια—της νομιμότητας, της οικονομίας, των συνόρων. Ως Παλαιστίνιος που γεννήθηκε στο Ισραήλ, και ζει στη Νέα Υόρκη, ο Habib Allah δημιουργεί έργα που εξερευνούν την παράνομη οικονομία, τη μετανάστευση, και τα αντικείμενα που φέρουν τα σημάδια της διέλευσης, της συναλλαγής, του υποδόριου τραύματος, της επιβίωσης. Τα γλυπτά και οι εγκαταστάσεις του συχνά ξεκινούν από αντικείμενα που συνδέονται με την ανεπίσημη οικονομία: προϊόντα-μαϊμούδες, λαθραία τσιγάρα, πετρώματα από τη Νεκρά Θάλασσα που πωλούνται παράνομα, μηχανές για την παραγωγή πλαστών χαρτονομισμάτων. Αυτά τα αντικείμενα δεν είναι απλώς “ευρεθέντα αντικείμενα” στο ντανταϊστικό στυλ—είναι φορτισμένα με πολιτική και οικονομική ιστορία, είναι μάρτυρες της επιβίωσης σε συνθήκες αποκλεισμού και βίας.
Το νέο σύνολο έργων του εστιάζει στο νερό ως το σημαντικότερο αναφαίρετο ανθρώπινο δημόσιο αγαθό επιβίωσης, το οποίο εργαλειοποιείται για εξουσία, έλεγχο και καταπίεση. Το νερό όμως πάντα καταφέρνει και ξεπηδά, φυσικά και αλληγορικά, από τα κατασκευασμένα όρια του, για να συνεχίσει να ρέει καθαρό προς την κατεύθυνση της αλήθειας ως το αδάμαστο σύμβολο της. Η αισθητική του Habib Allah είναι μινιμαλιστική, με στοιχεία ντοκιμαντέρ. Χρησιμοποιεί βίντεο, ήχο, και το ίδιο το αντικείμενο ως μέσο, όπως μας το αποδεικνύει και το βίντεο της έκθεσης με την πορεία του νερού και τις προσπάθειες των ανθρώπων να το αδράξουν χωρίς να τιμωρηθούν. Δεν κρύβει τη λειτουργία αλλά την καθιστά ορατή, όταν αυτή παραμένει συνήθως κρυφή. Υπάρχει η έντονη αίσθηση μιας οικείας εμπειρίας στο έργο του—σαν να είναι ένας ερευνητής που συλλέγει αποδείξεις από σκηνές εγκλήματος που κανείς άλλος δεν τις είχε αναγνωρίσει πριν από εκείνον, παρόλο που ήταν ορατές σε όλους. Και ταυτόχρονα, υπάρχει και μια αίσθηση του παιχνιδιού και της επινοητικότητας που απαιτείται για να επιβιώσεις στα όρια, την οποία πλέον συναντούμε όταν ψάχνουμε στα κοινωνικά δίκτυα τους τρόπους που σε αυτές τις ακραίες καταστάσεις επιβιώνουν οι σπαρασσόμενοι συνάνθρωποι μας.
Ο Habib Allah δεν δημιουργεί έργα που καταγγέλλουν απλά την αδικία—αυτό θα ήταν πολύ εύκολο. Αντίθετα, δημιουργεί έργα που αποκαλύπτουν πώς οι άνθρωποι συνεχίζουν να δρουν, να δημιουργούν, να ανταλλάσσουν ακόμα και μέσα σε συστήματα που τους αποκλείουν. Τα αντικείμενά του είναι ταυτόχρονα μαρτυρίες καταπίεσης και αποδείξεις αντίστασης. Τα πολύπλοκα χειροποίητα υδραυλικά συστήματα γίνονται μάρτυρες σε αυτό. Σε μια εποχή όπου η τέχνη συχνά αποστασιοποιείται από την υλικότητα υπέρ της έννοιας ή της εικόνας, ο Shadi Habib Allah μας υπενθυμίζει ότι ταπεινά αντικείμενα όπως σωλήνες και λεκάνες, έχουν ιστορίες—ιστορίες όχι ως αισθητικοποιημένα Ντουσαμπικά ready mades αλλά ως μάρτυρες εμπειριών που μιλούν για οικονομίες, σώματα, σύνορα και επιβίωση στις πιο αντίξοες συνθήκες. Το έργο του είναι μια αθόρυβη αλλά επίμονη υπενθύμιση ότι η τέχνη μπορεί να κοιτάζει εκεί όπου τα συστήματα εξουσίας προτιμούν να μην βλέπουμε.

16. Βαλίνια Σβορώνου: Ώρες που Μετράει η Θάλασσα
Με το «Clocks of the Tides» στην CAN Gallery, η Βαλίνια Σβορώνου ξεδιπλώνει όλη τη γκάμα της δουλειάς της που έχουμε δει θραυσματικά το προηγούμενο διάστημα. Η εικαστικός εφορμά από τις παιδικές μνήμες και τις αφηγήσεις της οικογένειας στο μεγάλο ταξίδι της επιστροφής σε μια νέα πατρίδα. Η πρακτική της αφορά μία προσωπική αρχαιολογία που προσπαθεί να συνδέσει έννοιες και εμπειρίες με έναν τρόπο ψιθυριστό, διακριτικό, σχεδόν αθέατο. Τα χνάρια που αφήνουν πίσω τους κοινωνικές δράσεις όπως ένα πάρτι σε μια παραλία μέχρι τον ξεριζωμό της Σμύρνης, σκαλίζονται σε γραφές σε πηλό, όπως κάποιος θα έβαζε ένα γράμμα σε ένα μπουκάλι στον ωκεανό.
Όλα είναι μνήμη, δαντέλες, φιόγκοι, κειμήλια, καντηλέρια από νεράντζια, χελιδόνια από πηλό και φύκια, όλα είναι αποτυπώματα, όλα ακολουθούν περιοδικές κινήσεις όπως ο ρυθμός της παλίρροιας. Γι’ αυτό και τα υλικά που χρησιμοποιεί μπορούν να συγκρατούν τα ίχνη, όπως ο πηλός, το χαρτί, το μέταλλο, αλλά κι όταν ανασκαλεύει ποιήματα στα βίντεο της, με μία σχεδόν γεωλογική διεργασία. Η επιστροφή στα γεγονότα του παρελθόντος δεν εκμαιεύει συναίσθημα αλλά μοιάζει να συμβαίνει φυσικά, όπως όταν μια ευωδιά φέρνει στο νου ένα αντίο. Ένας ακόμα τρόπος να μην βυθίζεται το έργο στο συναίσθημα είναι ότι τα αντικείμενα που παράγονται έχουν μεταμορφωθεί σε μία νέα εκδοχή του παρελθόντος στο μέλλον, κάπως σαν ζωντανό απολίθωμα που το σμίλεψε ο χρόνος και η αλμύρα. Χρειάζεται χρόνος για να αποκωδικοποιηθούν για να κατανοηθεί η κυκλική σχέση μεταξύ εφήμερου και μόνιμου, κάτι που χάνεται και ξαναβρίσκεται, με το χτύπημα ενός ιδεατού μετρονόμου.

17. Κωνσταντίνος Κανταρτζής: Ένας Ακούραστος Ανθρωποδίφης
Ο Κωνσταντίνος Κανταρτζής εκτός από απόφοιτος της ΑΣΚΤ είναι και Γιατρός Δερματολόγος. Είναι επίσης επιμελητής εκθέσεων στο χώρο του ΨΝΑ Δαφνίου. Η ατομική του έκθεση «Ασκήσεις Αντίληψης» στη Γκαλερί Μπαταγιάννη, αντλεί από αυτή την πολυεπίπεδη εμπειρία της πολύωρης ενασχόλησης με τον ανθρώπινο οργανισμό. Σαν Αναγεννησιακός ανατόμος/ καλλιτέχνης, ο Κανταρτζής αποτυπώνει επισταμένως στα σχέδια του τα υλικά και τα στοιχεία του σώματος. Καθώς σκύβει στο σχέδιο, εντοπίζει την αρμονία και τις θαυμαστές σχέσεις τους με τους ρυθμούς της φύσης, με αποτέλεσμα να τα εμψυχώσει ώστε να χορεύουν και να συμπλέκονται με έντομα, άνθη και καρπούς σε μία διεγερτική γιορτή της κυοφορίας της ζωής. Οι σπόνδυλοι γίνονται μίσχοι λουλουδιών και τα κύτταρα χορεύτριες του Matisse.
Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε στο ανθρώπινο σώμα φυσικά στοιχεία, ειδικά όταν έχουμε χάσει τη σύνδεση μας με τη φύση. Ο εικαστικός μας θυμίζει αυτή τη διασύνδεση και την αλληλεπίδραση. Το σώμα ως ένας χάρτης με ρυάκια και βουνά, δέντρα και καρπούς αποτελεί μία σχεδιαστική πραγματεία στην κατάφαση της ύπαρξης, έστω και ως memento mori. Στον αντίποδα, μπορούμε επίσης να κάνουμε μία εννοιολογική σύνδεση με την έκθεση που παρουσιάστηκε στον ίδιο χώρο τον προηγούμενο χρόνο, την άρτια ζωγραφική ενότητα έργων του Νίκου Καναρέλη ο οποίος με τη στοχαστικότητα που τον διακρίνει δημιούργησε μία μαρτυρία επάνω στην ανθρώπινη απουσία, στο σώμα που υπήρξε και έφυγε, αφήνοντας μας να βυθιστούμε στη φασματική ομορφιά της απώλειας.

18. Γιώργος Σταματάκης: Η Αισθητική ενός Τέλους Δίχως Πένθος
Συνεχίζοντας την ενασχόληση του με το ανθρώπινο αποτύπωμα στη φύση, με την τελευταία του έκθεση «How did your Summer drift this Year?-Πώς Έσβησε το Καλοκαίρι σου;» στην γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, ο Γιώργος Σταματάκης, μέσα από τη χρήση απαλών φυσικών υλικών στα ζωγραφικά και στις εγκαταστάσεις του, όπως το ίντιγκο και η γάζα, μεταμορφώνει το χώρο σε ένα ταραγμένο τοπίο μετά την καλοκαιρινή οδύνη περιβαλλοντικών καταστροφών όπως ο καύσωνας και η φωτιά. Το δάσος του Σταματάκη στέκεται βουβό και αμέτοχο στις ανθρώπινες δραστηριότητες, χωρίς νοσταλγία μήτε κραυγή. Είναι απλά η επόμενη μέρα, τότε που όλοι αναζητούν το γιατί και το πως, μα το τοπίο δίνει όλες τις απαντήσεις μέσα στη σιωπή και το ξέθωρο γκρίζο φως, μέσα από τον στοχασμό της στάχτης, μέσα από τη φασματική, μετα-αποκαλυπτική παρουσία-απουσία που σβήνει στον ορίζοντα.

19. Ελένη Κρίκκη: Μα Πόση Ψυχή Χωράει σε ένα Τόπι Μαλλί;
Ο τίτλος της έκθεσης «Ma» στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου, προέρχεται από την ιαπωνική κουλτούρα και αναφέρεται στον «αρνητικό χώρο» ή το «διάστημα» μεταξύ των πραγμάτων. Η Ελένη Κρίκκη από το 2017 χτίζει τα έργα της πάνω στην ισορροπία μεταξύ της παρουσίας και της απουσίας, του υφασμένου υλικού και του κενού. Μέσα από το κενό εισέρχεται ο θεατής για να απορροφηθεί, σαν το χρώμα κι εκείνος, στο έργο και να αλληλεπιδράσει με αυτό, καθιστώντας την έκθεση μια εμπειρία περισσότερο βιωματική και εμπλεκόμενη, παρά μια απλή αισθητηριακή περιπέτεια.
Στον υφασμάτινο σύμπαν της, χωρίς να επιδιώκει την παραστατικότητα, η Κρίκκη αναπτύσσει διαστρωματώσεις όπου οι κλωστές και ραφές συνθέτουν μια ανάγλυφη επιφάνεια όπου χτίζονται αφηγήσεις σχετικά με την μακραίωνη ιστορία του υλικού, που διαπερνά και την οικογενειακή της παράδοση, με μια σύγχρονη όμως αισθητική. Η έκθεση περιγράφεται ως ένας “υφασμάτινος κόσμος προσευχών”, υποδηλώνοντας μια αναπόδραστη εμπλοκή του θεατή με τα νήματα της καλλιτέχνιδος που προκαλούν το συλλογισμό και την ενδοσκόπηση. Έργο της με θέμα την εργατικότητα των μελισσών στις κηρήθρες είδαμε και στην πρόσφατη έκθεση «Μίτοι για την Εποχή μας» στο Λόφος Art Project.

20. Anthony Gormley: Ο Πεπτωκώς Άγγελος του Νότου
Μετά την έκθεση «Sight» στον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου το 2019, ο Anthony Gormley, από το 2025 εκθέτει πλέον μόνιμα το γλυπτό «RULE II», ένα μεταλλικό ανθρωπόμορφο γλυπτό ως δωρεά του οργανισμού ΝΕΟΝ στο Υπουργείο Πολιτισμού, το πρώτο έργο σύγχρονης τέχνης που θα εκτίθεται μόνιμα σε Ελληνικό αρχαιολογικό χώρο. Μετά τον εικονικό «Άγγελο του Βορρά» στο Gateshead της Βόρειας Αγγλίας, έρχεται μία νέα φιγούρα να ανοίξει με την παρουσία της τη δίοδο στον παγκόσμιο Νότο, στην άκρη της Ευρώπης, στο νησί-σύμβολο της οικονομικής ευημερίας της Κλασικής Αθήνας. Ένας απρόσωπος σύγχρονος άνθρωπος, σαν έκπτωτος άγγελος χωρίς φτερά, κατασκευασμένος από σιδερένιους κύβους που ανακαλούν τα ψηφιακά pixels, κάθεται επάνω στα ερείπια αυτής της ευημερίας, καταθέτοντας τη δική του Et in Arcadia Ego εμπειρία, ατενίζοντας τη χρονική ασυνέχεια των πάλαι ποτέ πολιτισμικών σταθμών της ανθρωπότητας. Ο καλλιτέχνης στη συνέντευξη τύπου έδειξε ότι τον ενδιαφέρει όχι τόσο η ιστορική σημασία της Δήλου, αλλά η αίσθηση του Άχρονου που αναδύει το νησί που χαρακτηρίζεται από την ανθρώπινη απουσία. Η παρουσία του γλυπτού δεν επιβάλλεται στο χώρο, αλλά παραμένει απλά εκεί, διακριτικά, μοναχικά, υπαρξιακά, σαν μέτρο της ανθρώπινης παρουσίας στο άπειρο.

Τέσσερις Εκδοχές Φωτογραφικών Πορτρέτων Ψυχής
1. Ο Λαβύρινθος της Αντανάκλασης – Lucas Samaras
Ο Lucas Samaras (1936-2024) είναι ένας από τους πιο ιδιόρρυθμους και ανεξερεύνητους καλλιτέχνες της μεταπολεμικής γενιάς—ένας δημιουργός που αρνήθηκε να ακολουθήσει τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής του. Γεννήθηκε στην Καστοριά το 1936 και μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1948. Μέσα από αυτή την εμπειρία που σαν παιδί τον σημάδεψε, τα έργα του, μαζί με τα πρώιμα happenings στα τέλη της δεκαετίας του 50, είχαν πάντα την αίσθηση της μεταμόρφωσης μέσα από την αναζήτηση Εαυτού. Αυτή η εμπειρία τον οδήγησε να επιλέξει να χτίσει έναν προσωπικό, σχεδόν ιδιωτικό κόσμο από καθρέφτες, Polaroid φωτογραφίες και ψυχαναλυτικά φορτισμένα αντικείμενα. Τα «Mirror Rooms» του Samara παραμένουν ίσως τα πιο εικονικά του έργα: χώροι επενδυμένοι εξ ολοκλήρου με καθρέφτες, όπου το βλέμμα χάνεται σε άπειρες αντανακλάσεις, σε ένα οπτικό λαβύρινθο χωρίς έξοδο. Δεν πρόκειται για τη ναρκισσιστική απόλαυση της αυτό-εικόνας, αλλά για την αποδιοργάνωση της αντίληψης, την απώλεια του σταθερού σημείου αναφοράς. Μέσα σε αυτούς τους χώρους, ο θεατής δεν βλέπει τον εαυτό του αλλά την κατακερματισμένη, πολλαπλασιασμένη, παραμορφωμένη εκδοχή του, μία προφητική εικόνα του σήμερα. Τα «Box» έργα του—μικρά κουτιά γεμάτα με αιχμηρά αντικείμενα, καρφίτσες, σπασμένα γυαλιά, κομμάτια καθρεφτών—είναι σαν ψυχικά οστεοφυλάκια, μικροί θησαυροί που προειδοποιούν: πρόσεχε όταν αγγίζεις τα ενδόμυχα.
Οι φωτογραφίες του από το 1973 με την Polaroid SX-70—ειδικά οι «Photo-Transformations» της δεκαετίας του ’70—είναι πρωτοποριακές στη χρήση της χειροποίητης παρέμβασης στη φωτογραφική εικόνα. Ο Samaras έξυνε, ζέστανε, και παραμόρφωσε τις Polaroid εκτυπώσεις ενώ ήταν ακόμα υγρές, δημιουργώντας αυτοπροσωπογραφίες που λειώνουν, που υποβάλλονται σε μετάλλαξη, που αρνούνται την σταθερότητα της φωτογραφικής “αλήθειας”. Πριν από το Photoshop, πριν από τη ψηφιακή εικόνα, ο Samaras κατάλαβε ότι η φωτογραφία μπορεί να είναι τόσο πλαστική όσο η ζωγραφική, αλλά δεν είχε πρόβλημα να συμβαδίσει με τους καιρούς και από το 2003 να εργαστεί πάνω στα νέα ψηφιακά μέσα στη σειρά «Photofictions». Νιώθουμε συχνά ότι η αυτοεξερεύνηση φλερτάρει με την αυτοκαταστροφή. Αλλά πίσω από την ψυχολογική ένταση και τον υφέρποντα γοτθικό ερωτισμό, υπάρχει βαθιά γνώση για την υλικότητα των μέσων, πώς το γυαλί ανακλά, πώς η καρφίτσα τρυπά, πώς η φωτογραφική γαλακτωματοποίηση μπορεί να χειραγωγηθεί. Ο Lucas Samaras δεν ανήκει πλήρως ούτε στην Pop Art, ούτε αυστηρά στην Conceptual Art. Είναι ένας μοναχικός καλλιτέχνης που δημιουργεί έναν παράλληλο σύμπαν, έναν κόσμο γεμάτο φορτισμένα αντικείμενα που έχουν τη δύναμη να μετασχηματίσουν τον κόσμο γύρω τους.
Η συνεργασία της The Intermission Gallery με την Pace Gallery για την παρουσίαση έργων περιόδου 1960-2019 του Lucas Samaras -για δεύτερη φορά στην Ελλάδα μετά τη μεγάλη του αναδρομική στην Εθνική Πινακοθήκη πριν 20 χρόνια- με τον εύγλωττο τίτλο «Master of the Uncanny» στον Πειραιά αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία να δούμε από κοντά αυτόν τον ιδιόρρυθμο κόσμο του περίφημου Έλληνα εμιγκρέ που φέρει την ένταση της διπλής ταυτότητας. Τα έργα που παρουσιάζονται στην Intermission—μια επιλογή από τα «Box» και υφασμάτινα «Reconstructions», τα σπάνια «Cubes» και «Trapezoids», τα «Μωσαϊκά» ζωγραφικά, παστέλ σε χαρτί, και φωτογραφικές δουλειές του—αποκαλύπτουν την εμμονική φετιχιστική ποιητική του Samaras: την επανάληψη, την αιχμηρότητα που συγκατοικεί με την τρυφερότητα, τον καθρέφτη, όχι ως όργανο αναγνώρισης αλλά αποπροσανατολισμού, που δεν αντανακλά αλλά μετασχηματίζει, που αποτελεί αιχμηρό εργαλείο ενάντια στον αστικό πουριτανισμό και την αισθητική κοστολόγιση της τέχνης και της ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κοσμήματα από χρυσό κοτετσόσυρμα που αναδεικνύουν σκωπτικά ως ακριβό αντικείμενο πόθου, τον φράχτη του περιορισμού της ελευθερίας. Αντίστοιχα τα κουτιά του με τις καρφίτσες και τα θραύσματα, δεν συστήνονται ως άψυχα art objects αλλά ψυχικές λειψανοθήκες, μικροί θησαυροί που μιλούν για μνήμη, μετανάστευση, και την αδυναμία του «σπιτιού» να είναι ποτέ ξανά ολόκληρο.
Για το ελληνικό κοινό, η έκθεση προσφέρει την ευκαιρία να ανακαλύψει έναν καλλιτέχνη που δεν ανήκει στην επίσημη αφήγηση της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα, αλλά που κουβαλάει την αίσθηση της οδύνης του ξεριζωμού, την εξερεύνηση της ταυτότητας του Ξένου, τον καθρέφτη που δεν δείχνει αλλά ρωτά.Σε μία σπάνια φωτογραφία πορτραίτου του 1983, από τον Alexander Tsiaras, ο Samaras, κάτω από την Ακρόπολη, ατενίζοντας το βάθος της ιστορίας, κλείνει το ένα του μάτι με το χέρι του, ίσως για να προσφέρει στον εαυτό του ένα μονό, ευθύγραμμο πλάνο αντίληψης, για πρώτη φορά.

2. Κοιτάζοντας στο Βάθος του Καθρέπτη – Roger Ballen
Την ευθραυστότητα της ζωώδους ύλης της ανθρώπινης ψυχής πραγματεύεται το έργο ζωής ενός από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 21ου αιώνα, του Αμερικανού Roger Ballen, στην έκθεση «Shadows of the Mind» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. O Ballen εξέθεσε τα έργα του και στη γκαλερί CAN. Η έκθεση στο Μπενάκη αποτέλεσε μια ανατρεπτική, κατά μέτωπο συνάντηση με τις σκοτεινές εσχατιές της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Αμερικανός φωτογράφος, που έχει ζήσει και εργαστεί επί δεκαετίες στη Νότια Αφρική, ενώ την εκπροσώπησε στη Μπιενάλε της Βενετίας το 22, παρουσιάζει ένα σώμα έργου που προκαλεί, ενοχλεί και συναρπάζει ταυτόχρονα, κάνοντας το θεατή να αισθανθεί σαν τον Πενθέα στις Βάκχες- θέλει να δει αυτό που φοβάται να αντικρίσει μήπως ταυτιστεί.
Η δουλειά του Ballen κινείται στα όρια μεταξύ ντοκουμέντου και μυθοπλασίας στην προσπάθεια του να εντοπίσει το ζώο μέσα στον άνθρωπο, να ψάξει μέσα στο στομάχι της γης. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του – επιλογή που ενισχύει την αίσθηση του ονειρικού, του υπερφυσικού και του νουάρ – απεικονίζουν ανθρώπους, ζώα και αντικείμενα σε κλειστοφοβικούς εσωτερικούς χώρους, συχνά ερειπωμένους ή παράξενα διακοσμημένους. Αυτό που κάνει το έργο του Ballen τόσο διαπεραστικό είναι η ικανότητά του να συνδυάζει την ανθρωπολογική παρατήρηση με το σουρεαλιστικό όραμα. Οι φιγούρες που κατοικούν στις φωτογραφίες του – συχνά περιθωριακά άτομα από τις υποβαθμισμένες περιοχές της Νότιας Αφρικής – δεν είναι απλά υποκείμενα ντοκουμέντου αλλά συμμετέχουν σε ένα είδους performance που θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και παράστασης.
Τοίχοι γεμάτοι σκιαγραφήματα, καλώδια, κρεμάστρες, ζώα που συνυπάρχουν με ανθρώπους σε απροσδόκητες διατάξεις – κάθε στοιχείο συμβάλλει στην αίσθηση ανησυχίας και γήτευσης. Ο Ballen δημιουργεί ένα σύμπαν που είναι ταυτόχρονα αναγνωρίσιμο και τρομακτικό. Η έκθεση στο Μπενάκη προσφέρει μια ολοκληρωμένη ματιά στην εξέλιξη του καλλιτέχνη, από τις πρώτες δουλειές-ντοκουμέντα της δεκαετίας του 1970 μέχρι τις πιο πρόσφατες, σχεδόν αφηρημένες συνθέσεις όπως το “Theatre of Apparitions”, 2016, εμπνευσμένο από τα χειροποίητα σκαλίσματα στα μαυρισμένα παράθυρα εγκαταλελειμμένων γυναικείων φυλακών, αλλά κι όταν το φωτογραφικό μέσο διευρύνεται και περιλαμβάνει ζωγραφική, εγκατάσταση και βίντεο.
Παρακολουθούμε πώς ο Ballen μετατρέπει την φωτογραφία σε ένα είδος ψυχολογικού θεάτρου του παραλόγου, όπου το ασυνείδητο οπτικοποιείται. Αυτή η ηθική ένταση στο έργο του και η σχέση του με τα υποκείμενά του έχει προκαλέσει συζητήσεις για την εκμετάλλευση, την εξουσία του βλέμματος, και τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ο Ballen ισχυρίζεται ότι οι φωτογραφίες του είναι συνεργατικές, ότι τα υποκείμενά του συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία της εικόνας. Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά μας προσκαλεί να αντιμετωπίσουμε τις αφώτιστες γωνίες της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως και την ίδια τη φύση της φωτογραφικής αλήθειας. Είναι μια έκθεση που σίγουρα δεν σε αφήνει ανεπηρέαστο – και ίσως αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της.

3. Kimiko Yoshida: Η Αυτοπροσωπογραφία ως Εξαφάνιση
Η Γιαπωνέζα Kimiko Yoshida που παρουσίασε στην Kourd Gallery την ατομική της έκθεση με τίτλο «Μυθολογίες – Με το Πρόσωπο της Kimiko Yoshida» σε επιμέλεια Ελένης Βαροπούλου. Στην έκθεση της Αθήνας η εικαστικός ξεδίπλωσε το κεντρικό θέμα της ενασχόλησης της που αφορά τη δημιουργία μιας σειράς από αυτοπροσωπογραφίες, φωτογραφίες και γλυπτικά busts, εμπνευσμένη από μυθικά πρόσωπα όπως η Μέδουσα ή ο Μινώταυρος, στις οποίες ο Εαυτός σταδιακά διαλύεται, μετατρεπόμενος σε κάτι άλλο—σε μάσκα ή πολιτισμικό κώδικα. Συχνά το πρόσωπό της που έχει βάψει με την παραδοσιακή γιαπωνέζικη τεχνική μακιγιάζ “shironuri”, δημιουργείται από το φόντο του πίνακα από όπου απορροφά το χρώμα. Η Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα που εδρεύει στο Παρίσι χρησιμοποιεί το δικό της πρόσωπο ως καμβά, επαναλαμβάνοντάς το σε ατελείωτες παραλλαγές που αντλούν από ιστορικά κοστούμια, θρησκευτικά σύμβολα, και εθνογραφικές παραδόσεις.
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η υπερβολική αισθητική τελειότητα των φωτογραφιών της. Κάθε εικόνα είναι συμμετρική, φωτεινή, σχεδόν εκτυφλωτική στην καθαρότητά της. Το πρόσωπο της Yoshida, κεντραρισμένο και αμέτοχο, γίνεται μια tabula rasa πάνω στην οποία επιγράφονται πολιτισμικές αφηγήσεις. Κι όμως αυτή η λευκότητα είναι μια ριζική χειρονομία διαγραφής, μια άρνηση της ταυτότητας ως σταθερής κατηγοριοποίησης. Η Yoshida ντύνεται με ιστορικές στολές, ιαπωνικά κιμονό, ροκοκό φορέματα, βυζαντινά διαδήματα, αφρικανικές μάσκες, κι αυτά τα ενδύματα γίνονται θεατρικά κελύφη σε μια ατελείωτη performance της αυτομεταμόρφωσης. Το αποτέλεσμα είναι ταυτόχρονα όμορφο και ανησυχητικό: βλέπουμε ένα πρόσωπο που επιμένει να μην είναι κανένα πρόσωπο.
Υπάρχει μια φεμινιστική διάσταση στη δουλειά της Yoshida που δεν πρέπει να αγνοηθεί. Σε μια εποχή όπου η γυναικεία εικόνα εξακολουθεί να αντικειμενοποιείται και να εμπορεύεται, η καλλιτέχνιδα αρνείται να προσφέρει το πρόσωπό της ως αντικείμενο επιθυμίας ή αναγνώρισης. Αντ’ αυτού, το μετατρέπει σε όχημα για να εξερευνήσει πώς η ταυτότητα—φυλετική, πολιτισμική, έμφυλη—κατασκευάζεται και επιβάλλεται μέσα από την εικόνα. Σε αυτή την παράδοξη οικονομία του βλέμματος, η Kimiko Yoshida μάς υπενθυμίζει ότι κάθε πορτρέτο είναι ήδη μια μεταμφίεση, κάθε ταυτότητα μια performance, και κάθε πρόσωπο—ακόμα και το δικό μας—ένα μυστήριο που αρνείται να λυθεί.

4. Χλόη Ακριθάκη: Καλλιτέχνης, Αυτός ο Γνωστός Άγνωστος
Η έκθεση πορτρέτων της Χλόης Ακριθάκη «Συναντήσεις» στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς ξεκίνησε με μια σημαδιακή φωτογράφιση. Η Χλόη φωτογράφησε τον πατέρα της εικαστικό Αλέξη Ακριθάκη στο στούντιο του το 1992. Η αίσθηση που πρόσβλεπε να δημιουργηθεί η φωτογράφος, ήταν ότι αυτό θα συνέβαινε χωρίς να γίνει άμεσα αντιληπτό από τον καλλιτέχνη έτσι ώστε να συνεχίσει απρόσκοπτα την εργασία του. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ζωντανό και ποιητικό ταυτόχρονα, που η Ακριθάκη αποφάσισε να δημιουργήσει μία σειρά ενσταντανέ των φίλων της καλλιτεχνών εν ώρα δημιουργίας. Τα πορτρέτα της Χλόης αιωρούνται μεταξύ του ντοκιμαντέρ και του καλλιτεχνικού έργου καθώς οι πλευρές που επιλέγει να φωτίσει η εικαστικός φωτογράφος είναι αυτές που σμιλεύονται από το κιαροσκούρο και την αυθόρμητη αισθαντικότητα, όπως όταν εστιάζει στα καλλιτεχνικά δάχτυλα οι στους σπασμούς στο πρόσωπο όταν το διασχίζει μια ιδέα. Κι αυτό το κάνει με μία βαθιά προσήλωση στην απόκοσμη ιερουργία της καλλιτεχνικής πράξης, παίρνοντας τον θεατή από το χέρι στη μεθεξιακή στιγμή της δημιουργίας του έργου, πολύ πριν αποκοπεί από τον λώρο του γενεσιουργού του, πριν ακόμα εκτεθεί στον κλινικό εκθεσιακό χώρο. Κι εκεί έγκειται η αξία αυτής της καλλιτεχνικής φωτογραφικής πρακτικής- ότι δίνει διαρκώς οξυγόνο σε μία μοναδική πράξη γέννησης.

Δώδεκα Πολυδιάστατες Εκθέσεις της Χρονιάς
1. Το Hydra School Project, από το 1999 που ξεκίνησε, αποτελεί τον καλοκαιρινό θεσμό των μεγάλων ομαδικών εκθέσεων της χώρας με δυνατά διεθνή ονόματα αλλά και πολλά υποσχόμενους Έλληνες νεοεμφανιζόμενους/ες. Στην τελευταία εκδοχή του «Lithos/Lethe/Αletheia», ο ιδρυτής του, εικαστικός και επιμελητής Δημήτρης Αντωνίτσης, πραγματεύεται την αιώρηση μεταξύ μονιμότητας και εφήμερου μέσα από τη συμβολική ουσία της πέτρας, ενός εκ των φυσικών υλικών που φαντάζει αγέρωχο μα φέρει σκληρά επάνω του την πατίνα του χρόνου, κομμάτι μιας φύσης που δεν ορρωδεί, δεν ψεύδεται, δεν κομπορρημονεί. Όλο το φως της Ύδρας έχει απορροφηθεί και σμιλέψει τα μάρμαρα του φιλοϋδραίου Αμερικανού καλλιτεχνικού μάγιστρου Brice Marden που χάσαμε πρόσφατα. Υδραϊκό φως, πέτρα, χρόνος μετουσιώνονται και ενσωματώνονται σε μία ελεγεία αρμονίας και ποίησης. Οι vagabond φιγούρες στα σχέδια του Αμερικανού Billy Sullivan, έχουν κι αυτές απορροφήσει το Υδραϊκό φως και μας μεταφέρουν σε στιγμές ανεμελιάς μα και μελαγχολίας, συλλογιζόμενοι τη γλυκιά γοητεία του άπιαστου της ευτυχίας, σαν πρωταγωνιστές σε νουβέλες του Scott Fitzerald. Τα αιθέρια κιμονό από ευαίσθητο χαρτί αλλά και άυλα νήματα, της Isabella Ducrot μετατρέπονται σε τοτεμικές ιερατικές μορφές που λειτουργούν ταλισμανικά στο χώρο μέσα σε ένα πολύχρονο παρόν αντίστοιχα με τα κομμάτια μάρμαρο με ενσωματωμένα low tech στοιχεία από τη Felicia Reed. Τοτεμικές είναι και οι φιγούρες του Konrad Zukowski, που όμως μοιάζουν να εισέρχονται στο χώρο από τις απαρχές του Μοντερνισμού, όταν οι καλλιτέχνες του Γερμανικού Ρομαντισμού και Εξπρεσιονισμού έψαχναν τη Βαλχάλα στη φύση, μακριά από τα τοξικά αστικά περιβάλλοντα. Ο Δημήτρης Αντωνίτσης συλλέγει τα μαρμάρινα απορρίμματα του παρελθόντος αυτού του περιβάλλοντος, όπως νιπτήρες και λεκάνες, δημιουργώντας μία υπαίθρια έκθεση της ιερής καθημερινότητας μας, με πρωταγωνιστή την υποτιμημένη χρηστική “γλυπτική” που μας περιβάλλει.

2. Στο «Cabinet of Curiosities», τα ερμάρια με τα αποκυήματα της φαντασίας 78 καλλιτεχνών που μας άνοιξε ο Γιάννης Μπόλης στο Momus-Μουσείο Άλεξ Μυλωνά στο Θησείο, ήταν γεμάτα εκπλήξεις μέσα από το πιο “salon” στήσιμο που έχουμε δει τελευταία, ώστε να μην μείνει σπιθαμή ανεκμετάλλευτου χώρου, όπου δύνανται να εξελιχθούν μικρά και μεγάλα μυστήρια. Το στοίχημα εδώ είναι ότι ο επιμελητής φάνηκε ότι άφησε στους καλλιτέχνες να αποφασίσουν τι θα μπει στο ερμάριο: Θα έφτιαχναν άραγε τη δική τους εκδοχή της ιδέας του Wunderkammer; Θα δημιουργούσαν έργα που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα τέτοιο “παράξενο μουσείο”; Ή απλά θα δημιουργούσαν έργα ως μέρος των διάφορων θεματικών μιας ομαδικής; Η αλήθεια είναι ότι τα έργα που, ξεφεύγοντας από το Dada, πραγματικά θύμιζαν εκθέματα του Αλλόκοτου, με βοτανολογικό, ανθρωπολογικό ή αποκρυφιστικό ενδιαφέρον σαν από το σεντούκι κάποιου μανιακού συλλέκτη της Αναγέννησης ή του Ρομαντισμού, ήταν και τα πιο επιτυχημένα.
Τα φαντασιακά σχεδιαστικά έργα του Ανδρέα Βάη με την εβένινη φύση που απλώνεται στη ζωγραφική επιφάνεια και μοιάζει να καταπίνει τα πάντα, εξήραν αμέσως τη φαντασία για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Τα περίεργα κομψά υβρίδια της Κυριακής Μαυρογεώργη με κύκνους που ερωτοτροπούν ανάμεσα στα κομψά πόδια μιας πολυθρόνας-Λήδας, ή άλογα με γυναικεία πόδια που συνουσιάζονται με Πηγάσους, δικαίως κατέχουν τη θέση των πιο μυστηριωδών ευρημάτων ενός μουσείου του Παραλόγου, μαζί με τα σχέδια από παγανιστικά τέρατα του Βορρά του Κώστα Τσώλη. Ένα πλούσιο vanitas του Αλέξανδρου Μαγκανιώτη με κουκουβάγιες και θαλάσσια στοιχεία εξάπτει το φυσιοδιφικό ενδιαφέρον, όπως και την απορία εάν όντως υπήρχαν οι «Τρίτωνες του Καλοκαιριού» που φιλοτέχνησε σε χαλκό ο Διονύσης Χριστοφιλογιάννης. Ο «Κόκκινος Φαλλός» του Γιώργου Αλεξανδρίδη θυμίζει τα πρωτόγονα ευρήματα που συναντιόνται στις φυλές εκείνες που δεν έχει παρεισφρήσει το δυτικό ντεκόρουμ όταν ακόμα η τέχνη στάζει από ζωικό ανιμισμό. Αυτόν επιχειρεί να αδράξει ο Γιώργος Τσεριώνης στη «Διάρκεια ζωής της Ψυχής», ένα χέρι με νύχια που αρπάζει ένα ελάφι για να το σύρει στο σκοτεινό του βασίλειο. Από μία έκθεση με γοτθική ατμόσφαιρα δεν θα μπορούσε να λείψει ο εραλδικός Άγγελος Αντωνόπουλος με τις σπουδές ανατομίας του στην πνιγηρή διακόσμηση του παρελθόντος, αλλά και ο Διονύσης Καβαλλιεράτος με τον Θάνατο ως χαριτωμένο «Purple Dancer». Από την έκθεση δεν έλειψαν επίσης και τα Μπορχικά όντα της φαντασίας, όπως το «Ερωτευμένο Φιδολούλουδο» της Μαριτάσας Τσιμπλάκη, ο σκελετός μίας νυφίτσας με το αποκαλυπτικό όνομα «Λάζαρος» της Λίνας Μπέμπη, αλλά και η προϊστορική σαύρα που λιώνει στο τηγάνι στο «Μην Αγαπήσεις Ποτέ κάτι Άγριο» του Nourako, ούτε όμως τα παράξενα οστά όπου βρίσκεται καρφωμένο ένα πτηνό στο «Fossil» του Άρη Κατσιλάκη. Το πιο περίεργο πλάσμα εν τέλει είναι ο άνθρωπος και αυτό φαίνεται να το επιβεβαιώνει ο Ανδρέας Βούσουρας όταν δημιουργεί πορσελάνινα μπαρόκ αγαλματάκια με το δικό του πρόσωπο σε μία ολόκληρη προθήκη που θα ζήλευε κάθε αξιοπρεπές Cabinet de Curiosites που σέβεται τον εαυτό του, αν φυσικά δεν υπήρχε ο Περικλής Πραβήτας με το δικό του «Antiquarium Atenas» που φιλοξενεί ότι off-beat αντικείμενο μπορούσε να στεγάσει από τον τουριστικό πακτωλό της κοιτίδας του πολιτισμού, τον οποίο επιστεγάζει με το αέτωμα ενός Ολύμπου των πτηνών.

3. Στη μεγάλη ομαδική έκθεση σύγχρονης υφαντικής «Μίτοι για την Εποχή μας» στο Λόφο Art Project σε επιμέλεια Δημήτρη Σαραφιανού, η οποία υπήρξε η πιο ενδελεχής έρευνα των τελευταίων χρόνων επάνω στη χρήση νήματος ως εκφραστικό μέσο στη σύγχρονη καλλιτεχνική πρακτική, ανάμεσα στην πληθώρα των ομολογουμένως εντυπωσιακών επιτοίχιων έργων, γλυπτών και εγκαταστάσεων από ύφασμα, η Jose Hendo, μέλος της επίσημης συμμετοχής της Ουγκάντας στην προηγούμενη Μπιενάλε της Βενετίας και οργανώτρια της κολεκτίβας Bark to the Roots, μας έπλεξε και μας σύνδεσε με την αρχέγονη ύλη μέσα μας. Ο φλοιός του συκόδεντρου δημιουργεί έναν ενιαίο μη-δυτικοκεντρικό χάρτη ενός πλανήτη χωρίς σύνορα και φράχτες. Ανήκουμε εδώ και το εδώ γίνεται το παντού. Και η γενέτειρα του ανθρώπου Αφρική, κόντρα στην άκριτη εκμετάλλευση του πλούτου της, δείχνει ξανά το δρόμο της επανένωσης με τη Μάνα-Γη, δίχως όρια, ως Ένα με τη Φύση.

4. Στην έκθεση «Το Όνειρο Του Τάτλιν. Ουτοπίες η Αιώνια Επιστροφή» του Δημήτρη Τρίκα στο Ωδείο Αθηνών, η αέναη ανθρώπινη αναζήτηση για την Ουτοπική Κοινωνία, ειδικά εν μέσω ζοφερών καιρών, ερευνήθηκε από μια καλά επιλεγμένη και στημένη ομάδα καλλιτεχνών. Εισερχόμενοι/ες στο κατώφλι της, από την είσοδο κιόλας της έκθεσης, αφήσαμε πίσω μας όλες μας τις βεβαιότητες για το τι μπορεί να συστήσει μία σύγχρονη εκδοχή της ουτοπίας, δρασκελίζοντας το «Floor #1», το “παλιακό” ξύλινο πάτωμα του ce_lab που “έσπαζε” κάτω από κάθε μας βήμα. Δίπλα, πίσω από τα σημειολογικά κάγκελα του χώρου, παρακολουθούμε το βίντεο «Skyfall» του Θεόδωρου Ζαφειρόπουλου, τα κεραμίδια του παλιού κτηρίου Πλαστικής του ΕΜΠ που καταρρέουν και υπόκεινται σε “εργασίες αποκατάστασης”, “αναβαθμίζοντας” τον παλιό χώρο κατάληψης των φοιτητών, στα πλαίσια της ιδιωτικής χρηματοδότησης και του ελέγχου που ασκεί πλέον η επιχειρηματική πρωτοβουλία στο χώρο της Παιδείας, μέσα από το αρχειακό ερευνητικό έργο του καλλιτέχνη για το κτήριο του Πολυτεχνείου. Περνώντας μπροστά από τις ουτοπικές αφίσες της Μαοϊκής Επανάστασης, τις οποίες πίσω στο 1977 ο Δημήτρης Αληθεινός “πείραξε” διαισθανόμενος το μέλλον που ακολουθούσε, αλλά και το «Revelation» lightbox του Νίκου Γιαβρόπουλου με το πυρηνικό μανιτάρι που αναβοσβήνει σαν επίκαιρος συναγερμός, φτάνουμε στην «Οφηλία» του Γιώργου Δρόσου, μια εντυπωσιακή ρευστή ελεγεία άλικου και μαύρου χρώματος που ξεδιπλώνεται μέσα από βιντεοπροβολή στους τοίχους, σαν κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της νεαρής Επανάστασης που έθρεψε την ουτοπία στον τρυφερό της κόρφο, πριν εκείνη διασκορπιστεί σε μυριάδες αιμοπετάλια στους δρόμους της σύγκρουσης με την αδικία και τη βαρβαρότητα. Αυτή η άλικη γραμμή μας πάει πίσω στα «Ξημερώματα σε Εφήμερες Μητριαρχίες 6000 Ετών», εκεί όπου με χρώματα και λάσπη ο Αναστάσης Παναγής Μελέτης, εμπνευσμένος από τα κείμενα της Donna Haraway, ανοικοδομεί το ονειρικό φαντασιακό πεδίο της αρχέγονης Θηλυκότητας. Στον αντίποδα έχουμε την ετεροτοπία που εκδιπλώνουν οι Κρατούμενοι των φυλακών Χίου που μαζί με τον Στρατή Βογιατζή δημιουργούν «Patent (a)», με κατασκευές, φωτογραφίες και κείμενα, τα οποία συνθέτουν εικόνες που ομνύουν να γίνουν παράθυρα απελευθέρωσης και δίοδοι φωτός μέσα σε μία απέλπιδα, σκοτεινή κοινωνική πραγματικότητα. Όλοι προσβλέπουν σε μία ηρωική έξοδο την οποία μας υπενθυμίζει ο Γιώργος Τσεριώνης με το αφιερωματικό του γλυπτό στον «Σπύρο Μουστακλή», ένα πολλαπλό πορτρέτο ψυχής σε τσαλακωμένη πορσελάνη, καρφωμένο με σκληρά καρφιά σταύρωσης, πάνω σε τούβλα.

5. Η ομαδική έκθεση του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ «In a Bright Green Field» σε επιμέλεια Gary Carrion-Murayari από το New Museum, NY, στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς παρουσίασε 29 νέους καλλιτέχνες από τον ανθό της εικαστικής δημιουργίας σε Ελλάδα και Κύπρο που εργάστηκαν γύρω από τη θεματική της επαφής της καλλιτεχνικής έμπνευσης με τον βουκολισμό, τον υπαιθρισμό, τον ανιμισμό, και την εδραίωση των φυσικών πλασμάτων και υλών ως ιδεατά εργαλεία στην μελλοντική αποδόμηση του ανθρωποκεντρικού αφηγήματος που αναπόφευκτα θα επιφέρει η κλιματική κατάρρευση. Ξεχωρίσαμε δύο γυναίκες δημιουργούς που διακρίνονται για την εκφραστική δύναμη της πρακτικής τους, τη Μαρία Λουίζου η οποία έδειξε φέτος μία πολύ ενδιαφέρουσα ατομική στην Crux Gallery, και τη Σοφία Ροζάκη, η οποία είχε επίσης φέτος μια αξιοσήμαντη παρουσία με την ατομική της στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Η Λουίζου με το εύπλαστο μέσο του κεριού, δημιουργεί “πανοπλίες” φροντίδας για το σώμα, το οποίο με τη σειρά του ρευστοποιείται και επανέρχεται στην πρότερη του φυσική συνείδηση. Τα σύμπαντα της Ροζάκη είναι φτιαγμένα από τραύματα και ίαση μαζί. Από σώματα και φυσικά αντικείμενα που αλληλοεπιδρούν σαν νότες σε μία λυρική συμφωνία καθημερινής αξιοθαύμαστης συνύπαρξης που τη διέπει όχι η καθεστηκυία λογική αλλά το αρμονικό χάος.

6. Η «Front Page: Next» στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα, σε επιμέλεια των Εύα Μαραγκάκη, Julia Sysalova, κάλεσε μια μεγάλη ομάδα καλλιτεχνών να δημιουργήσουν έργα επάνω στην ενημέρωση του κοινού από τα ΜΜΕ, με ότι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας και τις πολλές εκδοχές της μέσα από την πληθώρα των τεχνολογικών δυνατοτήτων, και οι οποίες προβάλλονται επιλεκτικά ή κρύβονται για να εξυπηρετήσουν αφηγήματα εξουσίας και χειραγώγησης της αλήθειας. Η έκθεση πλαισιώθηκε από μία σειρά διαλέξεων και δρώμενων για το καυτό αυτό θέμα των ημερών μας.

7. Τρεις γκαλερί της Αθήνας, οι Eleftheria Tseliou Gallery, Radio Athènes, και Hot Wheels Athens London από τις 3 Ιουνίου μέχρι το τέλος της χρονιάς μοιράστηκαν το ιστορικό κτίριο της Τοσίτσα 3 στα Εξάρχεια φιλοξενώντας διαφορετικές εκθέσεις στους τρεις ορόφους με rotation. Στον πρώτο χώρο, οι ζωγραφικές διαδρομές του Αντωνάκη στο «Purpose Desire Emptiness» διασταυρώνονται με το «Lux Calm and Volupte του Matisse» αλλά με τον Hockney, δημιουργώντας ονειρικούς χώρους όπου κατοικούν τρυφερά χιμαιρικά όντα με ρευστές ταυτότητες και κατακερματισμένες επιθυμίες, από αναμνήσεις μύθων που καθώς διέσχιζαν την πραγματικότητα, μας ξάφνιασαν αδράττοντας στιγμιαία το χέρι μας.

8. Η νέα, πλην έμπειρη επιμελήτρια που τη χαρακτηρίζει μία οξυδερκής κριτική ματιά, Άλια Τσάγκαρη, στην ομαδική «Midnight Studio» στη Roma Gallery,παρουσίασε νεαρούς ζωγράφους που τους χαρακτηρίζει μία σκοτεινή, σχεδόν Βαγκνερική διάθεση στα έργα τους. Εξ αυτών η Μαρία Διαμαντίδου είναι μαζί ο Rouault και ο Ensor της γενιάς της, με έργα που ξεχειλίζουν από παγανιστικά σύμβολα, queer extravaganza, κι έναν ωμό, αδρό εξπρεσιονισμό στην αποτύπωση του παράδοξου και του decadent, μια δυναμικότητα που συναντάμε σπάνια. Την προηγούμενη χρονιά με την ατομική της στο hgw της Μαυρομιχάλη μας κατέπληξε ως νέα πρωτοεμφανιζόμενη. Θα παρακολουθούμε την εξέλιξη της που προμηνύεται πολλά υποσχόμενη.

Δύο Διάλογοι για την Καλλιτεχνική Πράξη
9. Δύο διαλογικές εκθέσεις (τριατομική-διατομική) σε Θεσσαλονική και Αθήνα αντίστοιχα, κέντρισαν το ενδιαφέρον. Οι Βασίλης Βασιλακάκης, Βαγγέλης Γκόκας, Ηλίας Παπαηλιάκης με την έκθεση «Ο Βασιλιάς είναι Γυμνός» σε επιμέλεια Αρετής Λεοπούλου, Γιάννη Μπόλη στο MOMus, παρουσίασαν την τριλογία της λιτότητας. Τα βέλη που έχουν στη φαρέτρα τους στο μακρύ ταξίδι παρατήρησης της φύσης είναι συγκεκριμένα – για το Βασιλακάκη πλούσιο κιαροσκούρο και μία συλλογή από στερεομετρικά σύμβολα με συμβολική αξία που τον φανταζόμαστε να ανασύρει από τους φανταστικούς Αιγυπτιακούς παπύρους του. Για τον Παπαηλιάκη, στην ύστερη δουλειά του, εκτυφλωτικό λευκό, χάρακες, μοιρογνωμόνια και ένα καλά ακονισμένο μολύβι για βέβαιες μονοκονδυλιές. Για τον Γκόκα, μια χούφτα ομίχλη, διαστρωματώσεις απώλειας, και μία γερή δόση ζωγραφικής δοκιμασίας. Το αποτέλεσμα είναι μία έκθεση που σε ρίχνει στα βαθιά της Ζωγραφικής. Τίποτα δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί, η σκέψη εκρήγνυται, ο χώρος γεμίζει πυκνό συναίσθημα από τη μεταξύ τους επικοινωνία.

10. Στο Μουσείο Ηρακλειδών αναπτύχθηκε «Η Φύση Εντός των Τειχών», η διατομική των Κωνσταντίνου Πάτσιου, Μάριου Φούρναρη σε επιμέλεια Νίνας Φραγκοπούλου. Ως Βιολόγος και Επιμελήτρια εκθέσεων η Φραγκοπούλου συχνά επιλέγει να παρουσιάζει τη φυσική υπόσταση της καλλιτεχνικής δημιουργίας ως αρχέγονης ανάγκης της ύπαρξης. Στη διατομική αυτή έκθεση η αστική βιοποικιλότητα ερευνάται σε σχέση με την εμπειρία του ανθρώπου της πόλης που αφορά περισσότερο τη μηχανή και λιγότερο το φυσικό περιβάλλον. Οι δύο καλλιτέχνες εξερευνούν νέους τρόπους επαναπροσέγγισης της φυσικής λειτουργίας μέσα από την παρατήρηση των ρυθμών της ακόμα και στις σποραδικές της εκφάνσεις μέσα στην πόλη. Ένας ουσιαστικός διάλογος με αξιόλογα έργα.

Από τη Ζώνη του Πυρός: Η Πλούσια Καλλιτεχνική Παραγωγή της Παλαιστίνης
11. Το Ελληνικό Περίπτερο της Μπιενάλε της Γάζας που εγκαινιάστηκε στο Λόφος Art Project παράλληλα με την Μπιενάλε της Κωνσταντινούπολης και σε αποκεντρωμένη διασύνδεση με τα Περίπτερα της Μπιενάλε σε 20 πόλεις του κόσμου, υπήρξε το διεθνές εικαστικό γεγονός της δεκαετίας, με έργα κατευθείαν από τη φλεγόμενη γη όπου εξελίσσεται σε ζωντανή μετάδοση το ανθρώπινο δράμα. Το γεγονός ότι η τέχνη λειτουργεί σαν εργαλείο επιβίωσης και όπλο αντίστασης μέσα στον ορυμαγδό της καταστροφής 70 χρόνια τώρα, ανέδειξε για ακόμα μία φορά ότι ο Παλαιστινιακός πολιτισμός έχει ακόμα πολλά να μας διδάξει, και παρ’ όλες τις προσπάθειες για την εξαφάνιση του, αυτός στέκεται αγέρωχος και αλώβητος, μέσα από την ποίηση, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, το χορό, τη μουσική, και τη ζωγραφική εκείνη που συγκλονίζει το θεατή με το υψηλό της επίπεδο, την επιμονή (sabra) και την αντοχή (sumud) της ψυχής της.

12. Ακόμα μία έκθεση αφιερωμένη στην τέχνη της Παλαιστίνης, η «All Eyes on Palestine» στο γωνιακό νεοκλασικό της οδού Καρόρη, με την επιμέλεια των Elettra Stamboulis, Δανάη Στράτου, Doris Hakim, παρουσίασε χαρακτηριστικά έργα από γνωστούς Παλαιστίνιους καλλιτέχνες που ζουν μέσα αλλά και εκτός Παλαιστίνης, όπως ο Hani Zurob με τα αισθαντικά πρόσωπα-θρύψαλα, και η Larisa Sansoor με το ανατριχιαστικά προφητικό βίντεο του 2012, «Nation-Estate» για τη Γάζα του Μέλλοντος, μία πόλη ψεύτικη, απογυμνωμένη από την παράδοση, κατασκευασμένη μόνο για τουρίστες, με την αρχιτεκτονική και πολιτιστική μνήμη του τόπου να έχει τελείως εξαλειφθεί. Με αυτό το άρτιο αισθητικά βίντεο, η Sansoor εγείρει συναγερμό για την αποφυγή εξαφάνισης της ανθρωπιάς μας.

Τέλος, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το καλλιτεχνικό έργο στην καλλιτεχνική κριτική, στην αρχειακή έκθεση «Έφη Στρούζα: Ένα Νέο Ταξίδι», η οποία αφιερώθηκε στο πλούσιο τεχνοκριτικό και επιμελητικό έργο της Έφης Στρούζα στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης ΙΣΕΤ-παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου με επιμέλεια της Νίκης Παπασπύρου και της Σοφίας Χρυσαφοπούλου, σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αποφοίτων του Τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ. Η έκθεση που ξεκίνησε να προετοιμάζεται το 2023, αποτέλεσε ένα απαραίτητο homage του κομβικού ρόλου που διαδραμάτισε η σπουδαία ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια εκθέσεων της Ελληνικής τέχνης αλλά και της διεθνούς σκηνής, μέσω του υλικού που συλλέχθηκε από τις πολλές και σημαίνουσες εκθέσεις και παρουσιάσεις που οργάνωσε σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Κεντρική φωτογραφία θέματος: Αντιγόνη Καββαθά, έκθεση «Threat Detected», Among the Dead Cities (λεπτομέρεια), 2023, ακρυλικά σε πολυεστερικό φιλμ, 61 x 240 εκ.