Από την Παρασκευή Τεκτονίδου

Η ομάδα χορού του Alvin Ailey, παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (11-15 Σεπτεμβρίου) δύο διαφορετικές παραστάσεις με χορογραφίες από το 1960 μέχρι σήμερα, «γιορτάζοντας» 60 χρόνια παρουσίας στον χώρο του παγκόσμιου χορού. Η πολυπολιτισμική σήμερα ομάδα, ιδρύθηκε το 1958 και αποτελούνταν αρχικά από μία ομάδα αφροαμερικανών χορευτών. Έκτοτε, ταξίδεψε στον κόσμο γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία και παρουσιάστηκε σε περισσότερους από «25 εκατομμύρια θεατές».

Πλάσματα της νύχτας που θυμίζουν Broadway

Πρώτο κομμάτι της παράστασης ήταν το Night Creature, μία χορογραφία του 1975 του Alvin Ailey σε μουσική Duke Ellington. To πιάνο, οι τρομπέτες, τα βιολιά, ολόκληρη η συμφωνική ορχήστρα του Night Creature «ακούγεται» ξανά από τα σώματα των χορευτών. Όπως, λοιπόν, ο Ellington πειραματίστηκε φέρνοντας τα ιδιαίτερα τζαζ ιδιώματα – ρυθμούς, αρμονίες, ηχοχρώματα – στις «ιερές»  αίθουσες συναυλιών, έτσι και ο Ailey έφερε  το λίκνισμα της λεκάνης του χορού boogie woogie στην «ιερή» σκηνή του μπαλέτου φτιάχνοντας μία χορογραφία απαστράπτουσα και φαντασμαγορική, που θυμίζει έντονα σκηνή από μιούζικαλ του Broadway.

Ένα σόλο με τη φωνή της Nina Simone

In/side ήταν το όνομα της χορογραφίας που ακολούθησε και που υπογράφει ο Robert Battle, σημερινός καλλιτεχνικός διευθυντής της ομάδας. Ένα αντρικό σόλο αντίστοιχα συναισθηματικό με το εκπληκτικό Wild is the wind της Nina Simone, πάνω στο οποίο σχεδιάστηκε. Ωστόσο, ο χορός δεν περιγράφει τη μουσική ή τα λόγια του τραγουδιού, ούτε μαζί  – μουσική και ο χορός – αφηγούνται μία ιστορία.

Η βαθιά εκφραστική φωνή της Nina Simone δημιουργεί έναν συναισθηματικό ακουστικό χώρο και μία θεατρικότητα, σαν μία δεύτερη σκηνή μέσα στην οποία ο ημίγυμνος άντρας μοιάζει να μοιράζεται χορεύοντας έντονες, προσωπικές στιγμές. Το σώμα του είναι ενεργό χωρίς να είναι σκληρό, οι κινήσεις του, άλλοτε κοφτές, άλλοτε περισσότερο ρέουσες, είναι εκφραστικές διατηρώντας συνεχώς μία πλαστικότητα, ενώ κάποιες στιγμές, μέσα στη μουσική, ακούμε τη φωνή και την ανάσα του, κάνοντας τον χορό του περισσότερο προσωπικό.

Μία ιδιαίτερα ευαίσθητη χορογραφία, ταυτόχρονα εσωτερική και εξωστρεφής, εμφατικά διαφορετική από την λαμπερή που προηγήθηκε, απόλυτα όμως ενσωματωμένη στο ρεπερτόριο της ομάδας του Alvin Ailey. Αναρωτήθηκα πόσο διαφορετική θα ήταν αυτή η παράσταση σε έναν μικρό χώρο, που θα μας επέτρεπε μία εγγύτητα με τον χορευτή. Η μεγάλη, ωστόσο, αίθουσα του θεάτρου και ο προσεκτικά επιλεγμένος φωτισμός του Burke Wilmore διατηρούσε μία απόσταση από την εσωτερικότητα του ατομικού αυτού χορού και ακόμη και αν αναγνωρίσαμε το συναισθηματικό και το μέσα/inside του, τοποθετημένο σε αυτή την τεράστια σκηνή μακριά μας, κατάφερε μάλλον να μας υποσχεθεί μία έντονη κιναισθητική συγκίνηση παρά να μας παρασύρει απόλυτα.

Photo by Gert Krautbauer

Μία χορογραφία trance

Η χορογραφία Four Corners που ακολούθησε, ανήκει στον χορογράφο Ronald K. Brown και είναι αρκετά πρόσφατη, καθώς παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 2013. Γυναίκες με φλοράλ φορέματα και μαντίλια στο κεφάλι και άντρες με χρωματιστά παντελόνια και ολόσωμες φόρμες χορεύουν σε σχηματισμούς, παρουσιάζουν σχέσεις, δημιουργούν συνεχώς καινούριες ισορροπίες. Τα χέρια τους εκτείνονται με δυναμική, τα πόδια τους είναι γρήγορα και σαφή, καμπυλώνουν τους ώμους, λικνίζουν τη λεκάνη, κάνουν στροφές με σιγουριά, διατηρούν συνεχώς την αίσθηση μίας έντονης ρυθμικότητας, μία δύναμη και μία μεταδοτική ενέργεια. Η χορογραφία, μοιάζει να περιγράφει και ταυτόχρονα να δημιουργεί τη μουσική. 

Ο χορός τους, χωρίς να μιμείται και χωρίς να περιγράφει, φέρνει μαζί του – και ταυτόχρονα κατασκευάζει – την ιδέα που έχουμε για την Αφρική και το χορό της. Παραμένοντας συνεχώς, με έναν τρόπο, έντονα σωματικός, ερωτικός, ιδιωματικός και εθνικός. Οι μουσικές που πλαισιώνουν τη χορογραφία είναι καθοριστικές για τον τρόπο που όλη η παράσταση μας παρασύρει. Από το ρυθμικό και funky lamentation του  Carl Hancock Rux στο σχεδόν trance  remix του Da na ma του Yacoub, με ένα πέρασμα από το χαρακτηριστικά αφρικανικό τζαζ Volunteered Slavery του  Rahsaan Roland Kirk. Μία χορογραφία που της ταιριάζει η μεγάλη σκηνή. Που οι άνθρωποι χορεύουν και αυτός μοιάζει να είναι ο τρόπος που ζουν. Όπου η μουσική, ο χορός, το τελετουργικό και το πνευματικό είναι μέρος της ζωής, ενσωματωμένα στο κοσμικό. Όπου η μίμηση, είναι κομμάτι του τρόπου που θυμόμαστε και καταλαβαίνουμε αυτό που περιγράφεται και όχι μία «κατά λέξη» αναπαράσταση.

Photo by Pierre Wachholder

Revelations, μία χορογραφία ταυτόχρονα επική και φρέσκια

Είναι ενδιαφέρουσα η αίσθηση ότι παρακολουθείς ζωντανό ένα σημαντικό έργο τέχνης από το παρελθόν, ταυτόχρονα διεγερτική και με μία δόση περιέργειας. Το Revelations είναι μία χορογραφία του ίδιου του Alvin Ailey, που παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1960, και όπως γράφει στο πρόγραμμα «δεν έχει πάψει να καθηλώνει θεατές σε όλο τον κόσμο». Μία χορογραφία που κάνει ορατή την εθνική της καταγωγή,  που αντλεί από την ιστορία των αφρικανών στην Αμερική. Συνομιλεί επί σκηνής με αυτή την ιστορία και ταυτόχρονα διαμορφώνει τις ιδέες και τις εικόνες που έχουμε στο νου μας για αυτήν, όπως σχηματίστηκαν κυρίως μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο αλλά και τη μουσική. Άλλωστε, η μουσική πάνω στην οποία είναι χτισμένο όλο το κομμάτι είναι «παραδοσιακή», όπως γράφει στο πρόγραμμα, αποτελούμενη από spirituals και gospel. Αυτή η συνάντηση των ανώνυμων δημιουργών της μουσικής με τη χορογραφία που υπογράφει ο Ailey, είναι σαν μία επίκληση στη μνήμη ενός λαού, μία μνήμη αυτοβιογραφική για τον ίδιο το χορογράφο.

Στη χορογραφία εναλλάσσονται ομαδικοί, επαναλαμβανόμενοι, συγχρονισμένοι χοροί, ντουέτα και σόλο. Στα μεγάλα σύνολα οι χορευτές δημιουργούν σχήματα στη σκηνή που χαρακτηρίζονται από πολυrρυθμία, ισορροπία και εναλλασσόμενα κέντρα. Τα ντουέτα είναι ταυτόχρονα συναισθηματικά, συντροφικά και ερωτικά. Το μοναδικό σόλο επικαλείται τη μνήμη ενός προσωπικού αλλά και συλλογικού εθνοτικού αγώνα, χωρίς ακριβώς να τον περιγράφει. Σε κάποια σημεία, ωστόσο, το Revelation χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της θεατρικότητας γίνεται αρκετά απεικονιστικό, δημιουργώντας στα μάτια των θεατών συγκεκριμένες ζωντανές κινούμενες εικόνες. Όταν, εκτός από τα κοστούμια και το φωτισμό, σκηνογραφικά αντικείμενα πλαισιώνουν αυτά τα δυνατά σώματα, όπως: μία λευκή ομπρέλα, στολισμένα κοντάρια , μικρά σκαμπό και βεντάλιες ή υφάσματα που γίνονται στη σκηνή το νερό του wade is the water, του τραγουδιού που συνοδεύει τη χορογραφία.

Σε όλη τη χορογραφία οι κινήσεις συνομιλούν με τη μουσική, εκτείνονται στο χώρο, και ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται αναγνωρίσιμες θέσεις του μπαλέτου ή της τεχνικής Γκράχαμ, φτιάχνουν ένα ιδίωμα εμφατικά αφροαμερικανικό. Το Revelation, άλλωστε, απεικονίζει τη ζωή στο Νότο κατασκευάζοντας εικόνες μίας πολύ ζωντανής αφροαμερικανικής κοινότητας που διατηρεί συνεχώς μία πνευματικότητα και μία δυναμική ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες.

Με τον τρόπο αυτό, χωρίς να σε προβληματίζει βαθιά και χωρίς να σε μετακινεί είναι εξαιρετικά διασκεδαστικό, λαμπερό, εορταστικό και ξεσηκωτικό. Βλέποντας αυτούς τους καταπληκτικούς χορευτές και ακούγοντας αυτή τη μουσική, παρότι ηχογραφημένη, αισθάνεται κανείς ότι χορεύει από την πλατεία και κατά συνέπεια, όταν βγαίνει από την αίθουσα αισθάνεται μία έντονη ευφορία. Την ευφορία που τονίζει το χαμόγελο που στρέφουν οι χορευτές αρκετές στιγμές προς την πλατεία, σαν μία ακόμη εορταστική χειρονομία.

Photo by Andrew Eccles

Διαβάστε επίσης: