Στην σύγχρονη Αμερική, την Αμερική του Wolff, όλα κινούνται με ρυθμούς ήρεμους, «δεν συμβαίνει τίποτα και όμως συμβαίνουν τα πάντα» όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Sunday Telegraph σε σχόλιό τους για τα διηγήματα του Wolff. Δεν είναι ψέμα, πίσω από την πραγματικότητα που προβάλλεται σε πρώτο πλάνο, στο γαλήνιο πρωινό ή δείλι στις ζωές των ανθρώπων, εκεί στο ίδιο σημείο διαπιστώνεται υποδόρια κινητικότητα, σαν ένα ποτάμι σιγανό που σε λίγο θα εμφανίσει ρεύματα. Το αν είναι σπουδαίος για το έργο του ή όχι θα το κρίνει η ιστορία της λογοτεχνίας, πάντως ο Wolff κατορθώνει να προβληματίσει, να συγκινήσει, να εγείρει πολλά ερωτήματα για την καθημερινότητα που όλοι εμείς ζούμε, της οποίας είμαστε για κάποιους λόγους αιχμάλωτοι ή δράστες, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε, την διαχειριζόμαστε, την δαμάζουμε ή την αποδεχόμαστε.

Στα διηγήματά του, τα άλλοτε πιο μακροσκελή ή τα πιο σύντομα, οι ήρωές του ζουν μέσα σε ένα βουβό από θόρυβο περιβάλλον και όμως εκεί μέσα στο αθόρυβο της καθημερινότητάς τους εκφράζουν αντιδράσεις, συναισθάνονται ή αισθάνονται, λυπούνται ή χαίρονται, αφουγκράζονται τον πόνο, σχολιάζουν το λεπτό, την ώρα και την στιγμή που περνά με έναν τρόπο όμως που δεν επηρεάζει άμεσα τις ζωές τους αλλά ταυτόχρονα τους προβληματίζει για τα μελλούμενα. Με δεξιοτεχνία κατασκευάζει έναν κόσμο που πολλές φορές κρύβει ανασφάλεια, υποσκάπτει την αλήθεια ή αφήνει να πλανάται το ψέμα. Στην ιστορία του καθηγητή Μπρουκ, ο πρωταγωνιστής είναι ένας μικρός ήρωας που κανείς δεν ξέρει αν είναι μπλεγμένος όπως αφήνεται να εννοηθεί από την αντιμαχόμενη πλευρά, ένας σιωπηλός καθημερινός αγωνιστής της γνώσης είναι και τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό. Αλλά τελικά είναι ένα μυστικό στο βάθος της θάλασσας που μπορεί να ανατρέψει τα σχέδιά του και όντως μπορεί να θεωρηθεί ένοχος; Άβυσσος όχι μόνο η ψυχή της γυναίκας αλλά και του ανδρός. «Μετά από λίγο άρχισε να το απολαμβάνει κι επιπλέον έφτασε να πιστέψει στην αλήθεια όσων έλεγε το ποίημα: ότι ο κόσμος είναι όμορφος κι εμείς είμαστε όμορφοι κι ότι θα ήμασταν περισσότερο όμορφοι αν αφηνόμασταν στη στιγμή – αν φωνάζαμε όταν θέλαμε να φωνάξουμε, αν τρέχαμε γυμνοί όταν θέλαμε να τρέξουμε γυμνοί, αν αγκαλιαζόμασταν όταν θέλαμε να αγκαλιαστούμε». Ο συγγραφέας ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από τον μανδύα του και τον φέρνει αντιμέτωπο με τα λάθη του, τις επιτυχίες του, την συνείδησή και τα συναισθήματά του με τόσο ομαλό τρόπο που τον καθίζει στο πιο απαλό εδώλιο για να τον ανακρίνει.

Στον «Ψεύτη», ένα άλλο διήγημα όπου αναδεικνύεται η σχέση ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας μέσα από την αφήγηση του γιου για τον πατέρα βρίσκουμε εκείνα τα μικρά μυστικά, εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που πάντα είναι τόσο σημαντικές και καθορίζουν τις σχέσεις μας με τους οικείους μας. Είναι όμως και εκείνες οι ιδιαιτερότητες, οι ιδιορρυθμίες, οι παραξενιές που ομορφαίνουν αν και πολλές φορές βασανίζουν την συνύπαρξή μας έτσι που ακόμα και ένα ψέμα μπορεί και είναι σαγηνευτικό ή να έχει την ανάγκη ύπαρξής του. Και αυτή η σαγήνη του διαφαίνεται μετά τον θάνατο, μετά την φυγή ενός αγαπημένου προσώπου, σαν τον πατέρα που έχοντας παραδώσει το πνεύμα του και την ψυχή του για άλλες πολιτείες μακρινές χωρίς επιστροφή παραμένει ως μια γλυκιά ανάμνηση και ας έχουν μείνει πίσω μικρές ανοιχτές «πληγές» και ερωτηματικά. «Ο πατέρας μου είχε έναν καλό θάνατο. Το ευερέθιστο του χαρακτήρα του έδωσε τη θέση του σε κάτι αλλιώτικο, κάτι που έμοιαζε με γαλήνη. Τις τελευταίες μέρες έγινε τρυφερός. Ήταν λες κι ανέκαθεν έκανε πρόβες γι’ αυτή την παράσταση κι ο προηγούμενος θυμός του ήταν ένα είδος τρακ». Τελικά αυτό που όλοι ζητάμε είναι να μένουμε στην μνήμη αυτών που αφήνουμε πίσω χωρίς να έχουμε λερώσει με κηλίδες το τετράδιο της επίγειας ζωής μας, άλλοι το καταφέρνουμε λιγότερο άλλοι περισσότερο. Στο διήγημα «Δικό της σκυλί», ο συγγραφέας δεν αρνείται να αναπτύξει τον διάλογο ανάμεσα στον άνθρωπο και το σκυλί, μία σχέση πολύ τρυφερή, έναν διάλογο που αποκαλύπτει την σύνδεσή τους, μια μορφή απολογίας και κατάθεσης του ενός στον άλλο, ένας δεσμός που διαρκεί στον χρόνο βασισμένος στην εμπιστοσύνη παρά τις παραλείψεις εκατέρωθεν. «Δίχως συγχώρεση είμαστε χαμένοι. Και δεν μπορούμε να την προσφέρουμε στον εαυτό μας. Δεν μπορούμε να περιμαζέψουμε μόνοι μας τον εαυτό μας».

«Γι’ αυτό δεν γράφετε βιβλία;» ρώτησε η Ρουθ. «Για να φέρετε τους ανθρώπους κοντά και να τους βοηθήσετε να συνεχίσουν τη ζωή τους».

Από το διήγημα «Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ»

«Οι ενήλικες έχουμε φτιάξει αυτό το παραμύθι για τα παιδιά, ότι είναι αδύναμα κι εύθραυστα, γιατί μας κάνει να νιώθουμε απαραίτητοι. Νομίζουμε ότι είμαστε σημαντικοί μόνο και μόνο επειδή είμαστε γονείς. Δεν αφήνουμε τα παιδιά μας να αποδείξουν την αξία τους. Τα παιδιά είναι θηριάκια. Έχουν τη δύναμη να επιβιώνουν».

Από το διήγημα «Λεβιάθαν»