Με την έλευση της Αναγέννησης, η Ευρώπη βγήκε αναμφίβολα από την εποχή του σκοταδισμού και των προλήψεων που εν πολλοίς εκπροσωπούσε ο Μεσαίωνας στη μεγάλη του εικόνα. Γιατί ο Μεσαίωνας προσέφερε ευτυχώς και πολλές καινοτόμες ιδέες, αρχιτεκτονικές κατασκευές θαυμαστές έως και σήμερα, λόγια κείμενα και συνέβαλε σε έναν βαθμό στην προετοιμασία της Αναγέννησης. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση όσα ο Εμμανουήλ Ροΐδης με θάρρος και τόλμη καταγράφει στις μεσαιωνικές μελέτες, οι οποίες όμως έχουν επικαλυφτεί από το αριστούργημά του, την Πάπισσα Ιωάννα. Δηλαδή το γεγονός πως ο Μεσαίωνας αποτέλεσε την περίοδο εκείνη κατά την οποία έσβησε η λογική της σκέψης και προέλασε η άκρατη θρησκομανία και τα παραλειπόμενά της.

Η κριτική ματιά ενός στοχαστή

Ο Ροΐδης γράφει στην καθαρεύουσα υποστηρίζοντας όμως τη δημοτική όπως αναφέρει ο Δημήτρης Φύσσας που έχει αναλάβει τη μεταγραφή στη δημοτική καθώς και την επιμέλεια του βιβλίου. Ο συγγραφέας με στοχαστική ματιά και με καυστικό βλέμμα στην κοινωνία του Δυτικού κόσμου παραδίδει τρεις μελέτες που αναδεικνύουν το Μεσαίωνα ως μια εποχή σκληρή και σχεδόν απάνθρωπη. Η αναφορά του στις Μάγισσες στο πρώτο κείμενο, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1868, είναι μια έντονη κριτική σε όσα συνέβησαν στις γυναίκες εκείνη την περίοδο. Μακριά από κάθε όριο και λογική, οι γυναίκες «Μάγισσες» υπέστησαν απερίγραπτες βαρβαρότητες με κάθε λογής βασανιστήρια σε μία ένδειξη δύναμης της θρησκείας ενάντια στο διαφορετικό.

Αυτό που υποστηρίζει σθεναρά με αδιάσειστα στοιχεία είναι το απίστευτο κακό που προξένησαν οι πολιτικές και στρατηγικές της πλειοψηφίας των θρησκευτικών ηγετών έναντι της επιστήμης σε μια εποχή που η θεοκρατία βασίλευε. Την επιστήμη, την οποία εκπροσωπούσε η ίδια η γυναικεία παρουσία, «η μάνα κάθε επιστήμης» όπως την ονομάζει. Και η μάγισσα υπήρξε ούτε λίγο ούτε πολύ ο άσπονδος εχθρός της θρησκείας. Ο Ροΐδης στη μελέτη του «Αι Μάγισσαι του Μεσαίωνος» γράφει χαρακτηριστικά: «Για χίλια και παραπάνω χρόνια η μάγισσα υπήρξε η μόνη αντιπολίτευση ενάντια στη θεοκρατία, η μόνη υπέρμαχος της επιστήμης και της προόδου, περιθάλποντας στα στοργικά της στήθη τα σπέρματα από τα οποία θα βλάσταινε μετά από λίγο ο σύγχρονος πολιτισμός».

Περί όνων και άλλων δαιμόνων

Σε όλες τις μελέτες του ο συγγραφέας υπερασπίζεται την ανάγκη του ανθρώπου να μην επηρεάζεται από την φαυλότητα εκείνων των μελών της εκκλησίας που τον θέλουν όμηρό της άρα και υποχείριό της. Παραθέτει στη μελέτη του περί όνων ένα έθιμο σχεδόν διονυσιακό όπου βάλλει κατά της σοβαροφάνειας της εκκλησίας. Υποδόρια κατακρίνει και τον άνθρωπο, ως ένα πλάσμα χωρίς πολλές φορές το δέοντα σεβασμό προς το ίδιο του το πρόσωπο και παρουσιάζει τον άνθρωπο ως μια οντότητα μετέωρη. «Όλα τ’ άλλα ζώα είναι συνεπή προς τον εαυτό τους, και μόνο ο άνθρωπος είναι ανακόλουθος στις σκέψεις και τις πράξεις του». Βάλλει κατά της υποκρισίας του ανθρώπου χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του γαιδάρου ως το ζώο που συγκεντρώνει πολλές «ευαγγελικές αρετές» που δεν βρίσκουμε σε κανένα άλλο.

Είναι ένα κείμενο βαθιά δηκτικό και διδακτικό για τις πρακτικές εκείνες του ανθρώπου που τον εκθέτουν στις δικές του αρχές τις οποίες πως υποτίθεται πρεσβεύει. Πρακτικές, τις οποίες θα έπρεπε να αποφεύγει γιατί ενώ έχει υποσχεθεί να τις τηρεί βάσει των νόμων που έχει θεσμοθετήσει στην ουσία τις καταπατά κατά το δοκούν γιατί αυτό τον εξυπηρετεί καλύτερα. Με την εορτή του όνου, έχοντας αυτό το αθώο ζώο σε πρώτη προβολή μοιάζει ο άνθρωπος με κάποιο τρόπο να εξευμενίζει τον ανήθικο βίο που διάγει. «Εμείς λοιπόν οι χριστιανοί είμαστε αδύναμα αγγεία και μισοσαπισμένα βαρέλια, που το κρασί της θείας χάρης θα τα έσπαζε αν το διατηρούσαμε σε ζύμωση ασταμάτητης ευσέβειας. Γι’ αυτό λοιπόν αφηνόμαστε πού και πού σε διακωμωδήσεις βωμολοχίες, ώστε να επιδοθούμε μετά στις ευσεβείς μας ασκήσεις με μεγαλύτερη προθυμία».

Στην τελευταία του μελέτη θα θίξει τις δεισιδαιμονίες και την εκμετάλλευση από την εκκλησία των φόβων του ανθρώπου για το μεταφυσικό. Στους δαίμονες θα «απευθυνθεί» η εκκλησία για να καθαρίσει τη θέση της δαιμονοποιώντας έτσι κάθε τι διαφορετικό που της είναι απωθητικό και επικίνδυνο. Ο Ροΐδης εκφράζει έναν λόγο καταπέλτη εναντίον των πρακτικών της εκκλησίας και στρέφεται ανοιχτά κατά της οικειοποίησης δυνάμεων που ανήκουν μόνο στο Θεό και σε κανέναν άλλο. Με όπλο την τρομολαγνεία και τη νεκροφάνεια, ο άνθρωπος γίνεται έρμαιο στα χέρια της εγκληματικής δράσης της εκκλησίας και καθίσταται θύμα των κάθε λογής ψευτοπατέρων που τον χειραγωγούν κατά πως βολεύει.

Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται πως οι δαίμονες είναι μία επινόηση που έχει σκοπό τον μεγαλύτερο προσηλυτισμό και την αγιοποίηση των πρακτικών εξόντωσης και εξολόθρευσης ανθρώπων όπως ο «διαβολικός» Ούντο που κατά το Μεσαίωνα ήταν συνήθης πολιτική. «Αν τα ευτυχισμένα πνεύματα τ’ ουρανού μπορούσαν να οπλιστούν με αληθινή ρομφαία για να τιμωρήσουν όσους κάνουν κακουργήματα στη γη, ούτε οι ιεροεξεταστές θα είχαν προφτάσει να κάψουν τόσο πολλούς ανθρώπους, ούτε η Αγία Ειρήνη να τυφλώσει τον γιο της, ούτε ο Αλέξανδρος Βοργίας να φαρμακώσει τους υπηκόους με το ψωμί της ευχαριστίας».


Αποσπάσματα

«Ο Λούθηρος, ο Βολταίρος, ο Γαλιλαίος, ο Βοεράβος, ο Λινναίος, ο Γουάσινγκτον και ο Μιραμπό, που αποθεώθηκαν ως απόστολοι της προόδου, είναι γνήσια παιδιά της συκοφαντημένης μάγισσας, που μοναδική της αμοιβή για έναν τέτοιο τοκετό πήρε κάρβουνα, πέτρες, λησμονιά και περιφρόνηση». Από τη μελέτη «Αι μάγισσαι του Μεσαίωνος»

«… Αλλά η θανάτωση έχει δοθεί μόνο στους ανθρώπους, τις αρρώστιες και τα γεράματα. Ενώ ο θεός είναι ο υπέρτατος διανομέας της ζωής και μόνο, και ούτε στους αγγέλους διατάζει έργα δημίων ούτε από τους παπάδες του απαιτεί να στέλνουν ανθρώπους στην κόλαση με αναθέματα». Από τη μελέτη «Οι βρυκόλακες του Μεσαίωνος»


Διαβάστε επίσης:

Τρεις μεσαιωνικές μελέτες – Εμμανουήλ Ροΐδης